Περιοδικό Δίκη
Παλαιά Τεύχη (1/97 - 12/99) > Τόμος 1997 > Αλφαβητικό ευρετήριο της ύλης του τόμου 28/1997
επιμέλεια
Ευαγγελία Μπαλογιάννη
Αβάσιμο
- Ως ανώτερη βία νοείται το απρόβλεπτο τυχαίο γεγονός το οποίο δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης από εκείνον που δικάσθηκε ερήμην. Απορρίπτεται ως αβάσιμη η ανακοπή ερημοδικίας λόγω ανώτερης βίας όταν σε περίπτωση επίκλησης ασθένειας του πληρεξουσίου δικηγόρου κρίνεται ότι αυτός είχε την ευκαιρία να ειδοποιήσει τον εντολέα του να τον αντικαταστήσει, 501
- Διαγραφή προδήλως αβάσιμης αγωγής από τα βιβλία διεκδικήσεων, 612
- Ως ανώτερη βία νοείται το απρόβλεπτο τυχαίο γεγονός το οποίο δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης από εκείνον που δικάσθηκε ερήμην. Σε περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας αν το δικαστήριο κρίνει αβάσιμους τους λόγους της ανακοπής δεν εξαφανίζει την απόφαση, ούτε προβαίνει στην παραπέρα εξέταση της διαφοράς· απλά διατάσσει να εισαχθεί το παράβολο στο δημόσιο ταμείο, ενώ η απόφαση ισχύει ως έχει, 913
Άγιο Όρος
- Η νομική φύση των οργάνων διοίκησης του Αγίου Όρους και η είσπραξη των προστίμων που εκείνη επιβάλλει κατά τον ΚΕΔΕ, 547
Αγωγή
- Δικονομικά ζητήματα από την αγωγή του διοικητικού δικονομικού δικαίου - Διακοπή παραγραφής και αυτοτέλεια του ένδικου βοηθήματος, 55
- Για το ορισμένο της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής ιδιώτη κατά του ελληνικού Δημοσίου σχετικά με αγρό ή λιβάδι που βρίσκεται στις «νέες χώρες», πρέπει ν' αναφέρεται σ' αυτήν ότι ο συγκεκριμένος δικαιοπάροχος, άμεσος ή απώτερος του ενάγοντα, είχε δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης του επίδικου ή να παρατίθενται συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι το επίδικο υπαγόταν σε μία από τις κατηγορίες ιδιόκτητων γαιών του άρθρου 2 του οθωμανικού νόμου περί γαιών (ν.297/1915, οθωμανικός ν. 7 Ραμαζάν 1856, ν.79/1913, ν.147/1914, π.δ. 11/12.11.1929.), 491
- Δικονομικά ζητήματα από την αγωγή του διοικητικού δικονομικού δικαίου - Η αγωγή αδικαιολογήτου πλουτισμού, 806
- Το απαράδεκτο της αγωγής εξαιτίας μη προσκομιδής βεβαίωσης για τη δήλωση φόρου κληρονομίας, 876
- Για να υπάρξει εκκρεμοδικία δεν αρκεί η σύμπτωση των αιτημάτων των δύο αγωγών, αλλά απαιτείται και η ταυτότητα της ιστορικής και νομικής αιτίας, η οποία σε αγωγές διαζυγίου δεν υπάρχει όταν καθεμία στηρίζεται σε διαφορετικό λόγο, 986
- Η ανάκληση της αγωγής (παραίτηση από το δικόγραφο) ανατρέπει μεν τις έννομες συνέπειες που είχε επιφέρει η άσκηση της αγωγής ως διαδικαστικής πράξης, όμως δε θίγει εκείνες τις έννομες συνέπειες, τις οποίες είχε προκαλέσει ως πράξη του ιδιωτικού δικαίου, και ειδικότερα ως όχληση. Για το λόγο τούτο διατηρείται και μετά την ανάκληση της αγωγής η υπερημερία του εναγόμενου οφειλέτη και η υποχρέωσή του για καταβολή τόκων, 1137
- Αν κρίνεται η αγωγή με αίτημα που στηρίζεται σε περισσότερες βάσεις, τότε κατά παραδοχή ως βάσιμου του λόγου έφεσης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξετάζει όλα τα ζητήματα που υποβλήθηκαν πρωτόδικα, δικάζοντας πλέον την αγωγή κι όχι την έφεση. Το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν περιορίζεται στις πληττόμενες με την έφεση διατάξεις της εκκληθείσας απόφασης, αλλά εκτείνεται και στις βάσεις της αγωγής που δεν εξετάσθηκαν πρωτόδικα. Διαφορετικά η εκδοθησομένη απόφαση καθίσταται αναιρετέα βάσει του άρθρου 559 αρ. 8 ΠολΔ, λόγω παράλειψης λήψης υπόψη πραγμάτων προταθέντων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, 1140
- Η σκέψη της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι «τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αβιάστως εξάγονται από το σχεδιάγραμμα της τροχαίας που επελήφθη του ατυχήματος», ακόμη και όταν προκύπτει ότι η τροχαία είχε επιληφθεί με καθυστέρηση δύο περίπου ωρών, δεν ενέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες και συνακόλουθα δε στηρίζει τον αναιρετικό λόγο για έλλειψη νόμιμης βάσης, 1144
- Εμπράγματες αγωγές (παρεμβάσεις στις συζητήσεις του 23ου ετήσιου συνεδρίου της Ένωσης Ελλήνων Δικονομολόγων, 1235
- Είναι απορριπτέα η αγωγή για τόκους, που ασκείται παρεμπιπτόντως μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, με την οποία επιδικάστηκε μέρος της αξίωσης για το κεφάλαιο, βάσει της αρχικής κύριας αγωγής. Το δεδικασμένο καταψηφιστικής απόφασης καλύπτει, εκτός από ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό (μείζονα- ελάσσονα σκέψη και κριθέν δικαίωμα) και τη διάταξη για την εκπλήρωση της παροχής, όπως αυτή περιγράφεται στην απόφαση ως προς το χρόνο, τόπο και τους λοιπούς όρους της εκπλήρωσης αυτής, μεταξύ των οποίων της τοκοδοσίας του επιδικασθέντος κεφαλαίου, 1257
ΑΕΔ
- Σκοπός του άρθρου 100§1 εδ. δ' Σ, αναφορικά με την άρση των συγκρούσεων μεταξύ των δικαστηρίων και των διοικητικών αρχών ή μεταξύ του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων αφ' ενός και των αστικών και ποινικών δικαστηρίων αφ' ετέρου, ή μεταξύ του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των λοιπών δικαστηρίων, είναι η αποτροπή της αρνησιδικίας, κάτι που συμβαίνει είτε αν και τα δύο δικαστήρια αρνηθούν να εκδώσουν απόφαση επί της ουσίας, επικαλούμενα έλλειψη δικαιοδοσίας καθενός από αυτά, είτε αν δεχθούν όλα τη συνδρομή δικαιοδοσίας τους και εκδώσουν αντιφατικές και αλληλοαναιρούμενες κατά τις έννομες συνέπειές τους αποφάσεις επί της ουσίας. Για το λόγο τούτο δεν αρκεί για να θεμελιωθεί η δικαιοδοσία του ΑΕΔ το γεγονός και μόνο ότι εκκρεμεί ενώπιον δικαστηρίων διαφορετικών κλάδων δικαιοδοσίας η ίδια υπόθεση μεταξύ των ίδιων διαδίκων και ότι το ένα από τα δικαστήρια αυτά αποφάνθηκε θετικά ή αρνητικά περί της δικαιοδοσίας του, αλλά απαιτείται η έκδοση και από τα δύο δικαστήρια αποφάσεων μη συμβατών μεταξύ τους ως προς το ζήτημα της δικαιοδοσίας, 263
- Νέες τροποποιήσεις των δικονομιών όλων των κλάδων και του οργανισμού δικαστηρίων, 579
Αίτηση ακύρωσης
- Οι διατάξεις του άρθρου 21 π.δ. 18/1989 δεν προβλέπουν την κοινοποίηση στον ασκούντα την αίτηση ακύρωσης ή στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αντιγράφου του δικογράφου της αίτησης ακύρωσης και της πράξης του προέδρου του οικείου δικαστηρίου που καθορίζει τον εισηγητή δικαστή και τη δικάσιμο της υποθέσεως ούτε πριν από την πρώτη δικάσιμο ούτε ύστερα από τυχόν αναβολή της υποθέσεως για άλλη δικάσιμο. Η ρύθμιση αυτή του νόμου κατά την άποψη που επικράτησε στο δικαστήριο δεν παραβιάζει το κατοχυρωμένο από το άρθρο 20§1 Σ δικαίωμα δικαστικής ακρόασης (με μειοψ.), 471
- Η ακυρωτική αίτηση που απευθύνεται ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας ασκείται με την κατάθεση του σχετικού δικογράφου είτε στη γραμματεία του, είτε σε οποιαδήποτε άλλη δημόσια αρχή, περιλαμβανομένης και της γραμματείας άλλου διοικητικού δικαστηρίου. Στην πρώτη περίπτωση αρκεί η καταχώριση του δικογράφου σε ειδικό βιβλίο που τηρεί η γραμματεία του ΣτΕ και υπογράφει ο καταθέτης, ενώ στη δεύτερη περίπτωση καταχωρείται το δικόγραφο στο πρωτόκολλο εισερχομένων της αρχής και συντάσσεται πράξη κατάθεσης, στην οποία μνημονεύεται ο αριθμός πρωτοκόλλου και η χρονολογία, και υπογράφεται από τον υπάλληλο που παρέλαβε το δικόγραφο και από τον καταθέτη. Αν ασκηθεί ακυρωτική αίτηση, απευθυνόμενη στο ΣτΕ, με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία άλλου διοικητικού δικαστηρίου, δίχως να συνταχθεί η προαναφερόμενη πράξη κατάθεσης, τότε η κατάθεση είναι άκυρη και η ακυρωτική αίτηση αποβαίνει απαράδεκτη (πλειοψ.), 678
Αιτιολογία
- Η αιτιολογία των ποινικών αποφάσεων (Μια προσπάθεια προσεγγίσεως του προβλήματος από την πλευρά ενός δικαστή), 198
Ακούσια νοσηλεία
- Οι νέες τροποποιήσεις της πολιτικής δικονομίας (ν.2447/1996), 339
Ακυρότητα
- Το συμβόλαιο (Έννοια, νομική φύση, λειτουργία και ακυρότητα), 87
- Η λήψη υπόψη μη αναγνωσθέντος εγγράφου προς σχηματισμό της κρίσεως για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορούμενου επιφέρει απόλυτη ακυρότητα. Δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά το περιεχόμενο του αναγνωσθέντος εγγράφου, απαιτείται όμως η αναγραφή των προσδιοριστικών του εγγράφου στοιχείων, 442
- Συνοπτικά συμπεράσματα του Καθηγητή του Αστικού Δικαίου κ.Φ.Δωρή, ως προέδρου κατά τη συζήτηση επί των θεμάτων της πρώτης ενότητας, με θέμα «Ακυρότητες του συμβολαιογραφικού εγγράφου» στο 4ο Πανελλαδικό Συνέδριο Συμβολαιογράφων (3,4 και 5 Μαϊου 1996) στην Αλεξανδρούπολη, 561
- Αυτοδίκαιη ακυρότητα υποθήκης μετά την εγγραφή κατάσχεσης κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ, 857
- Η αμφισβήτηση της εξουσιοδότησης του αντιπροσώπου που υπέγραψε διαιτητική συμφωνία, ως λόγος προς ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, 1016
- Η παράλειψη μνείας στην επιταγή προς εκούσια συμμόρφωση των περιστατικών που νομιμοποιούν τον επισπεύδοντα να στραφεί κατά του τρίτου διακατόχου του κατασχόμενου ακινήτου στηρίζει ανακοπή προς ακύρωσή της μόνο με την επίκληση και απόδειξη βλάβης, που δεν μπορεί ν' αποκατασταθεί παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. Ο προσημειούχος δανειστής δικαιούται να επισπεύσει εκτέλεση με αντικείμενο το βεβαρημένο ακίνητο, ακόμη και αν αυτό κατέχει τρίτος, μη ευθυνόμενος ενοχικώς, όπως λχ ο ειδικός διάδικος που απέκτησε τούτο, 1298
Ακύρωση
- Το δικαστήριο, δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία, έχει ευχέρεια ν' ακυρώσει τις πληρωμές που έκανε ο πτωχός κατά το διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της παύσης των άλλων πληρωμών του και της κήρυξης της πτώχευσης. Σ' αυτό το πλαίσιο ακυρώνεται η πώληση από τον πτωχό ακινήτων του, αν ο αγοραστής ή εκείνος που κατέβαλε το τίμημα γνώριζε ότι ο πωλητής είχε παύσει τις πληρωμές του και διατελούσε σε πραγματική και μόνιμη αδυναμία ν' ανταποκριθεί γενικώς στις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του για εμπορικά χρέη. Για τη δικαστική τούτη ακύρωση της πώλησης απαιτείται επίσης συνδρομή βλάβης της ομάδας των δανειστών. Αν ακυρωθεί η πώληση, ο αγοραστής καθίσταται ομαδικός πιστωτής για το ποσό του τιμήματος που κατέβαλε, όχι όμως και στην περίπτωση που το τίμημα είχε συμψηφιστεί ενόλω ή εν μέρει με προγενέστερη ανταπαίτησή του κατά του πτωχεύσαντος, οπότε ο συμψηφισμός είναι αυτοδικαίως άκυρος (ΕμπΝ 537) ως προς την ομάδα των πιστωτών και ο αγοραστής θα καταταγεί απλώς ως πτωχευτικός πιστωτής για το ποσό της απαίτησης που συνεψήφισε, 184
- Σε περίπτωση σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, αν συμφωνήθηκε ότι για κάθε καθυστέρηση καταβολής μισθωμάτων ο εκμισθωτής έχει δικαίωμα ν' ασκεί σωρευτικώς και την αξίωση καταβολής των μελλοντικών μισθωμάτων και της παραλαβής των μίσθιων πραγμάτων, τότε η αξίωση για τα μελλοντικά μισθώματα υπόκειται σε δικαστική μείωση στο προσήκον μέτρο, σύμφωνα με το άρθρο 409 ΑΚ. Η δικαστική επιδίωξη της μείωσης τούτης στο προσήκον μέτρο παραδεκτώς γίνεται με την επίκληση σχετικού λόγου ανακοπής προς ακύρωση της αντίστοιχης διαταγής πληρωμής, 621
- Η τρίμηνη προθεσμία του άρθρου 75§2 εδ. β' ΚΕΔΕ για την άσκηση ανακοπής από τον οφειλέτη, στον οποίον δεν κοινοποιήθηκε έγκυρα το πρόγραμμα πλειστηριασμού ή δεν έλαβε γνώση αυτού, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική, γιατί θίγει στην ουσία το δικαίωμα που κατοχυρώνει το άρθρο 20§1 Σ, 952
Αλλοδαπή διαιτητική απόφαση
- Χρόνος έναρξης ισχύος δεδικασμένου αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης, 470
Αλλοδαπή δικαστική απόφαση
- Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η προσφυγή κατά αποφάσεως του μονομελούς πρωτοδικείου που κήρυξε εκτελεστή στην Ελλάδα απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου, επειδή ασκήθηκε στο μονομελές πρωτοδικείο και όχι στο αρμόδιο εφετείο, 616
- Προκειμένου να συμπληρωθούν ή να επεξηγηθούν τα κενά ή τα αμφίβολα σημεία που ανακύπτουν κατά την εξέταση υπόθεσης κήρυξης εκτελεστής στην Ελλάδα απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου, αναφορικά αφ' ενός με την κήρυξή της ως εκτελεστής στον τόπο έκδοσης και αφ' ετέρου με τη δυνατότητα προσβολής της με έφεση, το δικαστήριο διατάσσει επανάληψη της συζήτησης σύμφωνα με το άρθρο 254 ΠολΔ, 772
- Κύρωση και ισχύς της Σύμβασης του Λουγκάνο για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, 835
Αλλοδαπό δίκαιο
- Το αλλοδαπό δίκαιο ως αντικείμενο απόδειξης, αλλά όχι και ως «πράγματα» κατά το άρθρο 559 αρ. 8, 467
Άμεση αντιπροσώπευση
- Άμεση αντιπροσωπεία και συμβολαιογραφική πρακτική - Σημασία και έκταση εφαρμογής της άμεσης αντιπροσωπείας (νόμιμης και εκούσιας) στη συμβολαιογραφική πράξη. Είδη συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων, 216
- Άμεση αντιπροσώπευση, η εσωτερική σχέση αντιπροσώπου και αντιπροσωπευομένου και η σημασία της στη συμβολαιογραφική πράξη, 325
Αναβολή
- Αν το δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα αν έχει δημοσιευθεί νομίμως κανονιστική διοικητική πράξη, επί της οποίας θεμελιώνεται η προσβαλλόμενη ατομική, διατάσσει την αναβολή της συζήτησης, προκειμένου να παρασχεθούν οι σχετικές πληροφορίες από τη διοίκηση, με τη σύνταξη συμπληρωματικής έκθεσης, 424
- Στη φρόνιμη κρίση του (πρωτοβάθμιου ή δευτεροβάθμιου) δικαστηρίου απόκειται να διατάξει ύστερα από αίτηση διαδίκου ή αυτεπαγγέλτως την αναβολή της συζήτησης της ιδιωτικής διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του αν εκκρεμεί παραλλήλως ποινική δίκη για ψευδομαρτυρία, στην οποία στηρίχθηκε το διατακτικό της εκκαλούμενης απόφασης. Βεβαίως η ποινική απόφαση δε δεσμεύει το πολιτικό δικαστήριο, αναφορικά με την αλήθεια ή μη των πραγματικών γεγονότων, τα οποία εκείνο έκανε δεκτά ως αληθινά, όμως και πάλι στη φρόνιμη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου απόκειται η συνεκτίμηση της ποινικής απόφασης. Η απόφαση για την αναβολή, ως μη οριστική, υπόκειται σε ανάκληση, η οποία μπορεί να γίνει και σιωπηρώς με την έκδοση οριστικής απόφασης επί της διαφοράς, 767
- Αναίρεση σε περίπτωση απόρριψης αιτήματος για αναβολή της πολιτικής δίκης ώσπου να τελειώσει συναφής ποινική, 119
Αναγγελία
- Στην ειδική διαδικασία εκκαθάρισης του άρθρου 46α ν. 1892 (και ν. 1892/1990) εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 972 ΠολΔ μόνο ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου της αναγγελίας, όχι όμως και ως προς την προθεσμία, η οποία ρυθμίζεται ειδικώς. Το έγγραφο της αναγγελίας αρκεί να περιγραφεί και να εξατομικεύει την αναγγελλόμενη απαίτηση, κατά τρόπο που να μην υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης με άλλη απαίτηση, δίχως να χρειάζεται να αναφέρει λεπτομερώς τα παραγωγικά της γεγονότα. Σε αναγγελία δικαιούται και δανειστής, του οποίου η χρηματική απαίτηση δεν αποδεικνύεται εγγράφως κατά το χρόνο της αναγγελίας. Ο δανειστής που ανήγγειλε εμπρόθεσμα την απαίτησή του, αλλά δεν κατέθεσε εμπρόθεσμα τα έγγραφα που την αποδεικνύουν, περιάγεται δικονομικώς στη θέση του δανειστή που έχει αμφίβολη απαίτηση και συνεπώς κατατάσσεται, όπως κι εκείνος τυχαίως. Απαιτήσεις που γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης της επιχείρησης, είναι ομαδικά πιστώματα, με αποτέλεσμα να μην είναι απαραίτητο ν' αναγγελθούν, επειδή δεν υπόκεινται στη διαδικασία της εκκαθάρισης, αλλ' ικανοποιούνται πριν και ανεξάρτητα από τη διανομή του πλειστηριάσματος. Η ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης στρέφεται κατά των δανειστών εκείνων, των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη. Για το λόγο τούτο είναι απαράδεκτη όταν στρέφεται κατά του καθ' ού η εκτέλεση- οφειλέτη ή κατά των δανειστών που ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους, αλλά δεν κατατάχθηκαν. Ως λόγοι της ανακοπής παραδεκτώς προτείνονται σφάλματα της διαδικασίας της κατάταξης, περιλαμβανομένων και των σφαλμάτων αναφορικά με τα έξοδα της εκτέλεσης και γενικότερα της εκκαθάρισης. Ως λόγος ανακοπής αρκεί η γενική άρνηση της ισχύος της απαίτησης, της οποίας η κατάταξη προσβάλλεται. Αντιθέτως πρέπει να προσδιορίζονται με σαφήνεια τα παραγωγικά γεγονότα της απαίτησης του ανακόπτοντα, η οποία στηρίζει τη νομιμοποίησή του προς άσκηση της ανακοπής. Η ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46α ν. 1892 έχει το χαρακτήρα συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης, κάτι που έχει σημασία για την κάλυψη των νομοθετικών κενών με την ανάλογη εφαρμογή διατάξεων που ρυθμίζουν συγγενικούς θεσμούς και ιδίως την πτώχευση. Αν συντρέχουν περισσότερες ομαδικές απαιτήσεις που εμπίπτουν στην ίδια τάξη, δεν κατατάσσονται συμμέτρως, αλλά κατά σειρά ανάλογη προς εκείνη που ορίζει το άρθρο 975 ΚΠολΔ. Είναι παράνομη η κατάταξη χρηματικών ποσών, τα οποία η εκκαθαρίστρια εταιρία έλαβε από ορισμένη τράπεζα για την κάλυψη των δαπανών λειτουργίας της υπό εκκαθάριση επιχείρησης, δίχως όμως να προσκομίζονται οι αναγκαίες αποδείξεις ότι τα σχετικά χρηματικά ποσά διατέθηκαν όντως για το σκοπό τούτο. Η αναγγελλόμενη απαίτηση τράπεζας, που προέρχεται από εκχώρηση προνομιούχων απαιτήσεων των εργαζομένων της υπό εκκαθάριση επιχείρησης, ύστερα από πρόωρη ικανοποίησή τους από το προϊόν αντίστοιχης πίστωσης που χορήγησε η εκδοχέας τράπεζα, είναι εξοπλισμένη με το προνόμιο που είχαν εξ αρχής οι εκχωρηθείσες απαιτήσεις των εργαζομένων (ΑΚ 458). Το δικαστήριο ακυρώνοντας τον πίνακα στο σύνολό του, δεν έχει εξουσία να προχωρήσει στην εξ υπαρχής σύνταξη αυτού και κατάταξη των δανειστών που αναγγέλθηκαν σύμφωνα με όσα προέκυψαν από την εκδίκαση της ανακοπής, κάτι που ανάγεται στα έργα του υπαλλήλου του πλειστηριασμού και σε περίπτωση ειδικής εκκαθάρισης του εκκαθαριστή, 171
Αναγκαστική απαλλοτρίωση
- Για το ελληνικό Δημόσιο η προθεσμία προς άσκηση ανακοπής για τη μεταρρύθμιση πίνακα διανομής πλειστηριάσματος δεν είναι οκτώ, αλλά τριάντα ημερών, και αναστέλλεται κατά το διάστημα των δικαστικών διακοπών. Σε περίπτωση πτώχευσης του οφειλέτη, η διετία προνομιακής κατάταξης απαιτήσεων από σχέση εξαρτημένης εργασίας υπολογίζεται από την ημέρα κήρυξης της πτώχευσης. Όμως, αν ειδικός προνομιούχος πιστωτής επισπεύσει εγκύρως πλειστηριασμό στο πλαίσιο ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης, τότε η προαναφερόμενη διετία προνομιακής κατάταξης αρχίζει όχι από την ημέρα της κήρυξης της πτώχευσης, αλλά από την ημέρα αρχικού ορισμού για τη διενέργεια του πλειστηριασμού που επακολούθησε. Από το προνόμιο τούτο καλύπτονται οι απαιτήσεις, όχι μόνο για την καταβολή του οφειλόμενου μισθού και όλων των επιδομάτων, αλλά και οι απαιτήσεις από μισθούς υπερημερίας, από αδικαιολόγητο πλουτισμό, από αποζημίωση εξ αιτίας αδικήματος ή για στέρηση αδείας, και γενικώς κάθε απαίτηση από την παροχή εξηρτημένης εργασίας. Η προνομιακή κατάταξη των απαιτήσεων από σχέση εξαρτημένης εργασίας εκτείνεται και στην παρεπόμενη απαίτησή τους για τόκους. Ειδικώς η απαίτηση αποζημίωσης εξ αιτίας άκυρης καταγγελίας της σχέσης εξαρτημένης εργασίας κατατάσσεται προνομιακώς στο σύνολό της, και μάλιστα ακόμη και αν η καταγγελία έγινε μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού, με την επιφύλαξη όμως ότι η αναγγελία αυτής της απαίτησης έγινε μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από τον πλειστηριασμό (ΠολΔ 972§1). Η προνομιακή κατάταξη στον πίνακα διανομής του πλειστηριάσματος δεν είναι στοιχείο της ασφαλιζόμενης απαίτησης, αλλά αφορά την κατά το χρόνο της κατάταξης στάθμιση των απαιτήσεων περισσότερων δανειστών που έχουν αναγγελθεί, έτσι ώστε να εφαρμόζεται ο νόμος που ισχύει κατά το χρόνο της κατάταξης. Η δυσμενέστερη μεταχείριση των ενυπόθηκων απαιτήσεων διαμέσου νεότερου νόμου δεν ανατρέπει το χαρακτήρα των υποθηκών ως εμπράγματων δικαιωμάτων, ούτε αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της προστασίας της ιδιοκτησίας (Σ 17) και της ισότητας ενώπιον του νόμου (Σ 4). Σε περίπτωση διανομής της αποζημίωσης που κατατέθηκε εξ αιτίας αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ενυπόθηκου ακινήτου (ΑΚ 1288), η προαναφερόμενη διετία υπολογίζεται με αφετηρία την ημέρα παρακατάθεσης της αποζημίωσης τούτης, 47.
Αναγκαστική εκτέλεση
- Πρόσθετοι λόγοι ανακοπής προς ακύρωση επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης απαραδέκτως προβάλλονται με πρόσθετους λόγους έφεσης ή/και με τις προτάσεις ενώπιον του εφετείου, ακόμη και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 269 και 527 ΠολΔ. Η διαταγή πληρωμής του ποσού που οφείλεται ως κεφάλαιο, καθώς και των τόκων υπερημερίας, εφ' όσον δεν διατάσσει την καταβολή και τόκων των τόκων, δεν είναι εκτελεστός τίτλος ως προς αυτούς. Ανώνυμη τραπεζική εταιρία όμως νομίμως επισπεύδει αναγκαστική κατάσχεση και για το ποσό των τόκων των τόκων, όταν στηρίζεται στις ειδικές διατάξεις του ν.δ. της 17.7./13.8.1923, κατά το οποίο δεν απαιτείται η συνδρομή εκτελεστού τίτλου για την επίσπευση αναγκαστικής κατάσχεσης, 29
- Η προθεσμία ασκήσεως πρόσθετων λόγων ανακοπής κατά διαδικαστικών πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως, 378
- Αναγκαστική εκτέλεση και πτωχευτική διαδικασία εναντίον δήμων και κοινοτήτων κατά το αυστριακό δίκαιο, 1121
- Η παράλειψη μνείας στην επιταγή προς εκούσια συμμόρφωση των περιστατικών που νομιμοποιούν τον επισπεύδοντα να στραφεί κατά του τρίτου διακατόχου του κατασχόμενου ακινήτου στηρίζει ανακοπή προς ακύρωσή της μόνο με την επίκληση και απόδειξη βλάβης, που δεν μπορεί ν' αποκατασταθεί παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. Ο προσημειούχος δανειστής δικαιούται να επισπεύσει εκτέλεση με αντικείμενο το βεβαρημένο ακίνητο, ακόμη και αν αυτό κατέχει τρίτος, μη ευθυνόμενος ενοχικώς, όπως λχ ο ειδικός διάδοχος που απέκτησε τούτο, 1298
- Ο τρίτος κύριος του ενυπόθηκου κτήματος, εφόσον δεν έχει αναδεχθεί το χρέος ή από άλλο λόγο δεν ενέχεται προσωπικά γι' αυτό, υποχρεούται μόνο να υποκύψει στην αναγκαστική εκτέλεση και δεν υποχρεούται προσωπικά μέχρι της αξίας του κτήματος. Συνεπώς περιεχόμενο και αίτημα της προς τρίτο (κύριο του ενυπόθηκου κτήματος) απευθυνόμενης επιταγής δεν είναι η πληρωμή της προς τον ενυπόθηκο δανειστή οφειλόμενης (και με την υποθήκη ασφαλιζόμενης) απαιτήσεως, αλλά η υποχρέωσή του ν' ανεχθεί την εναντίον του (και σε βάρος του ενυπόθηκου κτήματος) επισπευδόμενη απαίτηση. Ο δανειστής, υπέρ του οποίου έχει εγγραφεί προσημείωση υποθήκης σε ακίνητο, το οποίο μετά την εγγραφή της προσημείωσης μεταβιβάστηκε από τον οφειλέτη σε άλλον, δεν έχει κατά του νέου κυρίου του ακινήτου την εμπράγματη υποθηκική αγωγή - νοούμενη ως δικαίωμα (με αντίστοιχη του τρίτου υποχρέωση ανοχής) αναγκαστικής εκτελέσεως επί του ακινήτου λόγω υποθηκικής υπεγγυότητάς του - για την επίτευξη της εξόφλησης του χρέους, πριν από την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη. Ο επισπεύδων δανειστής απαραδέκτως προτείνει με τις προτάσεις του κατά την εκδίκαση της ανακοπής πραγματικά γεγονότα, τα οποία στηρίζουν την παθητική νομιμοποίηση του ανακόπτοντα ως καθού η εκτέλεση, αν δεν είχε επικαλεστεί αυτά τα γεγονότα ήδη με την επιταγή που είχε απευθύνει στον ήδη ανακόπτοντα, 1300
Αναγκαστική ομοδικία
- Αίτημα της ανακοπής που ασκεί ο τρίτος κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως με βάση το 936 ΠολΔ είναι η αναγνώριση του (επικρατέστερου) δικαιώματός του επί του αντικειμένου της εκτελέσεως και η κήρυξη του ανίσχυρου της εκτελεστικής διαδικασίας. Η δικονομική αξίωση που αποτελεί το αντικείμενο της ανακοπής του τρίτου και κατευθύνεται στη διάπλαση (ακύρωση) της επισπευδόμενης εκτελέσεως, εν όψει και του ότι η τελευταία, που ενεργείται σε βάρος περιουσιακών στοιχείων τα οποία δεν ανήκουν στον οφειλέτη, είναι παράνομη από άποψη ουσιαστικού δικαίου, πάντως δέ συνεπάγεται, δίχως άλλο, και το απαράδεκτο από άποψη δικονομικού δικαίου (αν λχ διεξαχθεί πλειστηριασμός με βάση το κατασχεμένο περιουσιακό δικαίωμα του τρίτου, ο πλειστηριασμός δεν είναι αυτοδικαίως άκυρος, αλλά πρέπει να ακυρωθεί μετά από άσκηση ανακοπής). Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η έφεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των αναγκαίων ομοδίκων - αντιδίκων του εκκαλούντος, όχι όμως και κατά των δικών του (εκκαλούντος) ομοδίκων. Πρέπει πάντως οι τελευταίοι (αναγκαίοι ομόδικοι του εκκαλούντος) να καλούνται στη συζήτηση της έφεσης, διαφορετικά κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση του ένδικου αυτού μέσου, 394
- Αυτοδίκαιη θέση ως εκκαλούντα ή αναιρεσείοντα του αναγκαίου ομοδίκου του διαδίκου που άσκησε μόνος του έφεση ή αναίρεση, 461
Ανάδοχη οικογένεια
- Οι νέες τροποποιήσεις της πολιτικής δικονομίας, 339
Αναίρεση
- Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 5 Κ.Πολ.Δ., 151
- Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης απόφασης του εφετείου που επικυρώνει συμφωνία μεταξύ πιστωτών και επιχείρησης ακόμη και όταν εκδόθηκε ύστερα από τριτανακοπή δανειστή που δεν έλαβε μέρος στην αρχική δίκη, 308
- Αν η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για έλλειψη δόλου ορισμένου διαδίκου αντιφάσκει με τα πραγματικά γεγονότα που έγιναν δεκτά ως αποδειγμένα, η απόφαση στερείται αιτιολογίας και αναιρείται (πλειοψ). Σε μια τέτοια περίπτωση η απόφαση παραβίασε το νόμο που καθιερώνει έννομες συνέπειες σε περίπτωση δόλου και πρέπει ν' αναιρεθεί εξαιτίας σφαλερής ερμηνείας του νόμου (μειοψ), 322
- Η κρίση για τη συνδρομή ή μή δόλου είναι κρίση περί τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικώς (1η γνώμη) Η κρίση τούτη για έλλειψη δόλου που αντιφάσκει με τα πραγματικά γεγονότα που έγιναν δεκτά ως αποδειγμένα, πάσχει ως προς την πληρότητα των αιτιολογιών της και ελέγχεται αναιρετικώς για το λόγο τούτο (2η γνώμη) Η κρίση για τη μή συνδρομή δόλου αναφέρεται στο νομικό χαρακτηρισμό που κάνει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έτσι ώστε αν η κατάφαση ή μη αυτού του νομικού χαρακτηρισμού δέ στηρίζεται στα γεγονότα που έγιναν δεκτά ως αποδειγμένα, να δικαιολογεί την αναίρεση για παράβαση του νόμου (3η γνώμη), 322
- Η λήψη υπόψη μη αναγνωσθέντος εγγράφου προς σχηματισμό της κρίσεως για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου επιφέρει απόλυτη ακυρότητα. Δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά το περιεχόμενο του αναγνωσθέντος εγγράφου, απαιτείται όμως η αναγραφή των προσδιοριστικών του εγγράφου στοιχείων, 442
- Ο προσθέτως παρεμβαίνων ως αναιρεσίβλητος, 468
- Τα άρθρα 660§1, 914 και 940 ΠολΔ ως κανόνες ουσιαστικού δικαίου, 469
- Αναίρεση για μη λήψη υπ' όψη της νομικής επιχειρηματολογίας του ηττώμενου διαδίκου, 469
- Αμφιβολία ως προς το αν λήφθηκε υπ' όψη αποδεικτικό μέσο, 469
- Αοριστία δικογράφου αναιρετικής αίτησης, 470
- Αναίρεση για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, 614
- Πότε αναγκαία η εμπρόθεσμη κατάθεση προτάσεων προς απόκρουση αναιρετικής αίτησης ως απαράδεκτης, 614
- Εξαιτίας σφαλερής διατύπωσης των αναιρετικών λόγων το δικαστήριο εμποδίζεται ν' αποφανθεί αν απολαύουν προνομιακής κατάταξης οι απαιτήσεις του Δημοσίου που καθίστανται ληξιπρόθεσμες έως την κήρυξη της πτώχευσης ή έως την κατάρτιση του πτωχευτικού συμβιβασμού, 676
- Αν και η συνδρομή δεδικασμένου εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΠολΔ 332), δεν πρόκειται για θεσμό που ενδιαφέρει τη δημόσια τάξη, έτσι ώστε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να το λάβει υπ' όψη αυτεπαγγέλτως να μην μπορεί να στηρίξει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 16, παρά μόνον αν ο ήδη αναιρεσείων είχε επικαλεστεί τη συνδρομή του δεδικασμένου πριν από την έκδοση της ήδη αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, 777
- Προθεσμία για την άσκηση πρόσθετων αναιρετικών λόγων, 854
- Οριοθέτηση του αντικειμένου της δίκης μετά την αναίρεση της απόφασης και την παραπομπή της διαφοράς στο δικαστήριο που είχε εκδώσει αυτήν την απόφαση, 857
- Αναίρεση σε περίπτωση απόρριψης αιτήματος για αναβολή της πολιτικής δίκης ώσπου να τελειώσει συναφής ποινική, 119
- Η σκέψη της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι «τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αβιάστως εξάγονται από το σχεδιάγραμμα της τροχαίας που ελήφθη του ατυχήματος», ακόμη και όταν προκύπτει ότι η τροχαία είχε επιληφθεί με καθυστέρηση δύο περίπου ωρών, δεν ενέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες και συνακόλουθα δέ στηρίζει τον αναιρετικό λόγο για έλλειψη νόμιμης βάσης, 1144
- Παράλειψη μνείας στην απόφαση ότι συνεξετίμησε και την προσκομισθείσα ένορκη βεβαίωση ενώπιον συμβολαιογράφου, 1233
- Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 16 ΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο, δεχόμενο λαθεμένα την ύπαρξη δεδικασμένου, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, και όχι όταν, δεχόμενο και πάλι λαθεμένα την ύπαρξη δεδικασμένου, απέρριψε ως απαράδεκτη την τριτανακοπή προς ακύρωση της τελεσίδικης εξωστικής απόφασης. Ο μισθωτής δεσμεύεται από το δεδικασμένο της εξωστικής απόφασης που εκδόθηκε ύστερα από αγωγή του κυρίου του ακινήτου κατά του εκμισθωτή, στον οποίο με πράξη της αρχής είχε παραχωρηθεί η εκμετάλλευση του μισθίου καταστήματος μέσα σε νοσοκομείο. Ο δεσμευόμενος από το δεδικασμένο τρίτος δεν έχει δικαίωμα να τριτανακόψει τη βλαπτική γι' αυτόν απόφαση παρά μόνον εξαιτίας δόλου του νικητή διαδίκου ή συμπαιγνίας και των δύο αρχικών διαδίκων, 1259
Ανάκληση
- Προβλήματα πολλαπλότητας δικών, 139
- Αν ο δανειστής δεν ασκήσει αγωγή για την κύρια απαίτησή του μέσα σε τριάντα ημέρες από την επίδοση στον οφειλέτη του εγγράφου για την κατάσχεση, όπως ορίζει το άρθρο 715§5 ΠολΔ, αίρεται αυτοδίκαια το ασφαλιστικό μέτρο. Ο θεσμός της αυτοδίκαιης άρσης του ασφαλιστικού μέτρου είναι διαφορετικός από το θεσμό της ανάκλησης της απόφασης που διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα (άρθρ. 696,697 και 698 ΠολΔ) και προϋποθέτει δικαστική παρέμβαση σε περίπτωση που ακολουθήσει ή προκύψει κάτι νέο που να δικαιολογεί κατά τον νόμο ή να επιβάλλει την ανάκληση. Η μη άσκηση κυρίας αγωγής μέσα στη νόμιμη προθεσμία δεν μπορεί να θεωρηθεί νέο γεγονός που να δικαιολογεί την ανάκληση της απόφασης (άρθρ. 696§3 ΠολΔ). Όταν προκύπτει διαφορά για την εκτέλεση του ασφαλιστικού μέτρου, προσήκουσα ένδικη προστασία είναι εκείνη του άρθρ. 702 ΠολΔ, 374
- Η έννοια του «νέου στοιχείου» κατά την ανάκληση αποφάσεως προσωρινής δικαστικής προστασίας στην διοικητική δικονομία, 419
- Η απόφαση του προέδρου του διοικητικού πρωτοδικείου, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΠολΔ και έδωσε άδεια προσωπικής κράτησης του οφειλέτη του Δημοσίου, υπόκειται σε ανάκληση κατά το άρθρο 696§3 ΠολΔ αν πιθανολογείται μεταβολή των πραγματικών περιστατικών, στα οποία είχε στηριχθεί η αρχική απόφαση. Ως μεταβολή των πραγμάτων, που δικαιολογεί την ανάκληση, νοούνται και εκείνα τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία δεν είχαν τεθεί υπό την κρίση του προέδρου, ο οποίος, με βάση αυτά, θα είχε εκδώσει εξ αρχής διαφορετική απόφαση, 430
- Η απόφαση που διατάζει ασφαλιστικά μέτρα δεν περιέχει διάγνωση, αλλά διάπλαση μόνο. Με την απορριπτική απόφαση δεν διαπλάσσεται τίποτε ούτε παράγεται προσωρινό δεδικασμένο που να παρεμποδίζει, με την συνδρομή νέων γεγονότων (επιγενόμενη μεταβολή πραγμάτων), την ανάκληση της, στο περί της οποίας αίτημα εμπεριέχεται και αίτημα εξαρχής κρίσεως της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων. Το ασφαλιστικό μέτρο που διατάχθηκε, νομίμως ίσχυσε για τον χρόνο που μεσολάβησε μέχρι την τελική διάγνωση στην κύρια δίκη και δεν ανατρέπεται με την ανάκληση αναδρομικά, αλλά μόνο για το μέλλον, 521
- Στη φρόνιμη κρίση του (πρωτοβάθμιου ή δευτεροβάθμιου) δικαστηρίου απόκειται να διατάξει ύστερα από αίτηση διαδίκου ή αυτεπαγγέλτως την αναβολή της συζήτησης της ιδιωτικής διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του αν εκκρεμεί παραλλήλως ποινική δίκη και ψευδομαρτυρία, στην οποία στηρίχθηκε το διατακτικό της εκκαλούμενης απόφασης. Βεβαίως η ποινική απόφαση δέ δεσμεύει το πολιτικό δικαστήριο, αναφορικά με την αλήθεια ή μή των πραγματικών γεγονότων, τα οποία εκείνο έκανε δεκτά ως αληθινά, όμως και πάλι στη φρόνιμη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου απόκειται η συνεκτίμηση της ποινικής απόφασης. Η απόφαση για την αναβολή, ως μη οριστική υπόκειται σε ανάκληση, η οποία μπορεί να γίνει και σιωπηρώς με την έκδοση οριστικής απόφασης επί της διαφοράς, 767
- Η ανάκληση της αγωγής (παραίτηση από το δικόγραφο) ανατρέπει μεν τις έννομες συνέπειες που είχε επιφέρει η άσκηση της αγωγής ως διαδικαστικής πράξης, όμως δέ θίγει εκείνες τις έννομες συνέπειες, τις οποίες είχε προκαλέσει ως πράξη του ιδιωτικού δικαίου, και ειδικότερα ως όχληση. Για το λόγο τούτο διατηρείται και μετά την ανάκληση της αγωγής η υπερημερία του εναγομένου οφειλέτη και η υποχρέωσή του για καταβολή τόκων, 1137
Ανακοπή
- Πρόσθετοι λόγοι ανακοπής προς ακύρωση επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης απαραδέκτως προβάλλονται με πρόσθετους λόγους έφεσης ή/και με τις προτάσεις ενώπιον του εφετείου, ακόμη και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 269 και 527 ΠολΔ. Η διαταγή πληρωμής του ποσού που οφείλεται ως κεφάλαιο, καθώς και των τόκων υπερημερίας, εφ' όσον δεν διατάσσει την καταβολή και τόκων των τόκων, δεν είναι εκτελεστός τίτλος ως προς αυτούς. Ανώνυμη τραπεζική εταιρία όμως νομίμως επισπεύδει αναγκαστική κατάσχεση και για το ποσό των τόκων των τόκων, όταν στηρίζεται στις ειδικές διατάξεις του ν.δ. της 17.7/13.8.1923, κατά το οποίο δέν απαιτείται η συνδρομή εκτελεστού τίτλου για την επίσπευση αναγκαστικής κατάσχεσης, 29
- Με την ειδική εκκαθάριση του άρθρ. 46α ν. 1892/1990 καθιερώνεται ένα οιονεί κλειστό σύστημα εκτέλεσης κατά παρέκκλιση του συστήματος της ΠολΔ αλλά και αυτού της πτώχευσης. Ως προς την προσβολή αυτής της διαδικασίας ενώ γίνεται δεκτή η αναλογική εφαρμογή των άρθρων 933, 936 ΠολΔ για την ακυρωτική ανακοπή και 938 ΠολΔ για την αναστολή, δεν επιτρέπεται εκείνη του άρθρ. 954 ΠολΔ για τη διορθωτική ανακοπή λόγω της μή πρόβλεψης στο άρθρο 46α ν. 1892/1990 δυνατότητας διορθωτικής παρέμβασης του δικαστηρίου στην εκτελεστική διαδικασία, αλλά και της ύπαρξης στο ίδιο άρθρο ειδικής ρύθμισης που κωλύει την ανάγκη ερμηνευτικής αναλογίας, 40
- Στην ειδική διαδικασία εκκαθάρισης του άρθρου 46α ν. 1892 (και ν. 1892/1990) εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 972 ΠολΔ μόνο ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου της αναγγελίας, όχι όμως και ως προς την προθεσμία, η οποία ρυθμίζεται ειδικώς. Το έγγραφο της αναγγελίας αρκεί να περιγράφει και εξατομικεύει περιγράφει την αναγγελλόμενη απαίτηση, κατα τρόπο που να μήν υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης με άλλη απαίτηση, δίχως να χρειάζεται να αναφέρει λεπτομερώς τα παραγωγικά της γεγονότα. Σε αναγγελία δικαιούται και δανειστής, του οποίου η χρηματική απαίτηση δέν αποδεικνύεται εγγράφως κατα το χρόνο της αναγγελίας.
Ο δανειστής που ανήγγειλε εμπρόθεσμα την απαίτησή του, αλλά δέν κατέθεσε εμπρόθεσμα τα έγγραφα που την αποδεικνύουν, περιάγεται δικονομικώς στη θέση του δανειστή που έχει αμφίβολη απαίτηση και συνεπώς κατατάσσεται, όπως κι εκείνος, τυχαίως. Απαιτήσεις, που γεννήθηκαν κατα τη διάρκεια της εκκαθάρισης της επιχείρησης, είναι ομαδικά πιστώματα, με αποτέλεσμα να μήν απαραίτητο ν' αναγγελθούν, επειδή δέν υπόκεινται στη διαδικασία της εκκαθάρισης, αλλ' ικανοποιούνται πρίν και ανεξάρτητα απο τη διανομή του πλειστηριάσματος. Η ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης στρέφεται κατά των δανειστών εκείνων, των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη. Για το λόγο τούτο είναι απαράδεκτη όταν στρέφεται κατά του καθ' ού η εκτέλεση- οφειλέτη ή κατά των δανειστών που ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους, αλλά δέν κατατάχθηκαν. Ως λόγοι της ανακοπής παραδεκτώς προτείνονται σφάλματα της διαδικασίας της κατάταξης, περιλαμβανομένων και των σφαλμάτων αναφορικά με τα έξοδα της εκτέλεσης και γενικότερα της εκκαθάρισης. Ως λόγος αρκεί ανακοπής αρκεί η γενική άρνηση της ισχύος της απαίτησης, της οποίας η κατάταξη προσβάλλεται. Αντιθέτως πρέπει να προσδιορίζονται με σαφήνεια τα παραγωγικά γεγονότα της απαίτησης του ανακόπτοντα, η οποία στηρίζει τη νομιμοποίησή του προς άσκηση της ανακοπής. Η ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46α ν. 1892 έχει το χαρακτήρα συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης, κάτι που έχει σημασία για την κάλυψη των νομοθετικών κενών με την ανάλογη εφαρμογή διατάξεων που ρυθμίζουν συγγενικούς θεσμούς και ιδίως την πτώχευση. Άν συντρέχουν περισσότερες ομαδικές απαιτήσεις που εμπίπτουν στην ίδια τάξη, δέν κατατάσσονται συμμέτρως, αλλά κατα σειρά ανάλογη προς εκείνη που ορίζει το άρθρο 975 ΚΠολΔ. Είναι παράνομη η κατάταξη χρηματικών ποσών, τα οποία η εκκαθαρίστρια εταιρία έλαβε απο ορισμένη τράπεζα για την κάλυψη των δαπανών λειτουργίας της υπο εκκαθάριση επιχείρησης, δίχως όμως να προσκομίζονται οι αναγκαίες αποδείξεις οτι τα σχετικά χρηματικά ποσά διατέθηκαν όντως για το σκοπό τούτο. Η αναγγελλόμενη απαίτηση τράπεζας, που προέρχεται απο εκχώρηση προνομιούχων απαιτήσεων των εργαζομένων της υπο εκκαθάριση επιχείρησης, ύστερα απο πρόωρη ικανοποίησή τους απο το προϊόν αντίστοιχης πίστωσης που χορήγησε η εκδοχέας τράπεζα, είναι εξοπλισμένη με το προνόμιο που είχαν εξ αρχής οι εκχωρηθείσες απαιτήσεις των εργαζομένων (ΑΚ 458).
Το δικαστήριο, ακυρώνοντας τον πίνακα στο σύνολό του, δέν έχει εξουσία να προχωρήσει στην εξ υπαρχής σύνταξη αυτού και κατάταξη των δανειστών που αναγγέλθηκαν σύμφωνα με όσα προέκυψαν απο την εκδίκαση της ανακοπής, κάτι που ανάγεται στα έργα του υπαλλήλου του πλειστηριασμού και σε περίπτωση ειδικής εκκαθάρισης του εκκαθαριστή, 171
- Η προθεσμία ασκήσεως πρόσθετων λόγων ανακοπής κατά διαδικαστικών πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως, 378
- Παραδεκτή λόγω επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (ΠολΔ 152 και ΚΕΔΕ 89) εκπρόθεσμη ανακοπή για την ακύρωση προγράμματος πλειστηριασμού, που είχε επιδοθεί ακύρως με τη διαδικασία της άγνωστης διαμονής, 436
- Η άσκηση ανακοπής, με την οποία προσβάλλεται η κατάταξη δανειστή στον πίνακα διανομής του πλειστηριάσματος, αναστέλλει τη διανομή του πλειστηριάσματος, αναφορικά με τον καθού η ανακοπή δανειστή, μέχρι τελεσιδικίας της απορριπτικής απόφασης, 529
- Σε περίπτωση σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, αν συμφωνήθηκε ότι για κάθε καθυστέρηση καταβολής μισθωμάτων ο εκμισθωτής έχει δικαίωμα ν' ασκεί σωρευτικώς και την αξίωση καταβολής των μελλοντικών μισθωμάτων και της παραλαβής των μίσθιων πραγμάτων, τότε η αξίωση για τα μελλοντικά μισθώματα υπόκειται σε δικαστική μείωση στο προσήκον μέτρο, σύμφωνα με το άρθρο 409 ΑΚ. Η δικαστική επιδίωξη της μείωσης τούτης στο προσήκον μέτρο παραδεκτώς γίνεται με την επίκληση σχετικού λόγου ανακοπής προς ακύρωση της αντίστοιχης διαταγής πληρωμής, 621
- Η έκταση του δικαστικού ελέγχου σε περίπτωση προσβολής πράξεων της διοικητικής εκτέλεσης, 817
- Η τρίμηνη προθεσμία του άρθρου 75§2 εδ.β' ΚΕΔΕ για την άσκηση ανακοπής από τον οφειλέτη, στον οποίον δεν κοινοποιήθηκε έγκυρα το πρόγραμμα πλειστηριασμού ή δεν έλαβε γνώση αυτού, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική, γιατί θίγει στην ουσία το δικαίωμα που κατοχυρώνει το άρθρο 20§1 Σ., 952
- Η παράλειψη μνείας στην επιταγή προς εκούσια συμμόρφωση των περιστατικών που νομιμοποιούν τον επισπεύδοντα να στραφεί κατά του τρίτου διακατόχου του κατασχόμενου ακινήτου στηρίζει ανακοπή προς ακύρωσή της μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. Ο προσημειούχος δανειστής δικαιούται να επισπεύσει εκτέλεση με αντικείμενο το βεβαρημένο ακίνητο, ακόμη και αν αυτό κατέχει τρίτος, μη ευθυνόμενος ενοχικώς, όπως λ.χ. ο ειδικός διάδικος που απέκτησε τούτο, 1298
- Ο τρίτος κύριος του ενυπόθηκου κτήματος, εφόσον δεν έχει αναδεχθεί το χρέος ή από άλλο λόγο δεν ενέχεται προσωπικά γι' αυτό, υποχρεούται μόνο να υποκύψει στην αναγκαστική εκτέλεση και δεν υποχρεούται προσωπικά μέχρι της αξίας του κτήματος. Συνεπώς περιεχόμενο και αίτημα της προς τρίτο (κύριο του ενυπόθηκου κτήματος) απευθυνόμενης επιταγής δεν είναι η πληρωμή της προς τον ενυπόθηκο δανειστή οφειλόμενης (και με την υποθήκη ασφαλιζόμενης)απαιτήσεως, αλλά η υποχρέωσή του ν' ανεχθεί την εναντίον του (και σε βάρος του ενυπόθηκου κτήματος) επισπευδόμενη εκτέλεση. Ο δανειστής, υπέρ του οποίου έχει εγγραφεί προσημείωση υποθήκης σε ακίνητο, το οποίο μετά την εγγραφή της προσημείωσης μεταβιβάστηκε από τον οφειλέτη σε άλλον, δεν έχει κατά του νέου κυρίου του ακινήτου την εμπράγματη υποθηκική αγωγή- νοούμενη ως δικαίωμα (με αντίστοιχη του τρίτου υποχρέωση ανοχής) αναγκαστικής εκτελέσεως επί του ακινήτου λόγω υποθηκικής υπεγγυότητάς του- για την επίτευξη της εξόφλησης του χρέους, πριν από την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη. Ο επισπεύδων δανειστής απαραδέκτως προτείνει με τις προτάσεις του κατά την εκδίκαση της ανακοπής πραγματικά γεγονότα, τα οποία στηρίζουν την παθητική νομιμοποίηση του ανακόπτοντα ως καθού η εκτέλεση, αν δεν είχε επικαλεστεί αυτά τα γεγονότα ήδη με την επιταγή που είχε απευθύνει στον ήδη ανακόπτοντα, 1300
Ανακοπή ερημοδικίας
- Οι διατάξεις του άρθρου 21 π.δ. 18/1989 δεν προβλέπουν την κοινοποίηση στον ασκούντα την αίτηση ακύρωσης ή στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αντιγράφου του δικογράφου της αίτησης ακύρωσης και της πράξης του προέδρου του οικείου δικαστηρίου που καθορίζει τον εισηγητή δικαστή και τη δικάσιμο της υποθέσεως ούτε πρίν από την πρώτη δικάσιμο ούτε ύστερα από τυχόν αναβολή της υποθέσεως για άλλη δικάσιμο. Η ρύθμιση αυτή του νόμου κατά την άποψη που επικράτησε στο δικαστήριο δεν παραβιάζει το κατοχυρωμένο από το άρθρο 20§1 δικαίωμα δικαστικής ακρόασης (με μειοψ.), 471
- Ως ανώτερη βία νοείται το απρόβλεπτο τυχαίο γεγονός το οποίο δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης από εκείνον που δικάσθηκε ερήμην. Απορρίπτεται ως αβάσιμη η ανακοπή ερημοδικίας λόγω ανώτερης βίας όταν σε περίπτωση επίκλησης ασθένειας του πληρεξουσίου δικηγόρου κρίνεται ότι αυτός είχε την ευκαιρία να ειδοποιήσει τον εντολέα του να τον αντικαταστήσει, 501
- Ως ανώτερη βία νοείται το απρόβλεπτο τυχαίο γεγονός το οποίο δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης από εκείνον που δικάσθηκε ερήμην. Σε περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας αν το δικαστήριο κρίνει αβάσιμους τους λόγους της ανακοπής δεν εξαφανίζει την απόφαση, ούτε προβαίνει στην παραπέρα εξέταση της διαφοράς· απλά διατάσσει να εισαχθεί το παράβολο στο δημόσιο ταμείο, ενώ η απόφαση ισχύει ως έχει, 913
- Όρια παραδεκτού (αιτιολογημένης) ανακοπής ερημοδικίας, 973
Ανακοπή τρίτου
- Αίτημα της ανακοπής που ασκεί ο τρίτος κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως με βάση το άρθρο 936 ΠολΔ είναι η αναγνώριση του (επικρατέστερου) δικαιώματός του επί του αντικειμένου της εκτελέσεως και η κήρυξη του ανίσχυρου της εκτελεστικής διαδικασίας. Η δικονομική αξίωση που αποτελεί το αντικείμενο της ανακοπής του τρίτου και κατευθύνεται στη διάπλαση (ακύρωση) της επισπευδόμενης εκτελέσεως, εν όψει και του ότι η τελευταία, που ενεργείται σε βάρος περιουσιακών στοιχείων τα οποία δεν ανήκουν στον οφειλέτη, είναι παράνομη από άποψη ουσιαστικού δικαίου, πάντως δέ συνεπάγεται, δίχως άλλο, και το απαράδεκτο από άποψη δικονομικού δικαίου (αν λχ διεξαχθεί πλειστηριασμός με βάση το κατασχεμένο περιουσιακό δικαίωμα του τρίτου, ο πλειστηριασμός δέν είναι αυτοδικαίως άκυρος, αλλά πρέπει να ακυρωθεί μετά από άσκηση ανακοπής). Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η έφεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των αναγκαίων ομοδίκων- αντιδίκων του εκκαλούντος, όχι όμως και κατά των δικών του (εκκαλούντος) ομοδίκων. Πρέπει πάντως οι τελευταίοι (αναγκαστικοί ομόδικοι του εκκαλούντος) να καλούνται στη συζήτηση της έφεσης, διαφορετικά κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση του ένδικου αυτού μέσου, 394
Αναστολή
- Το μέτρο της αναστολής λειτουργίας καταστήματος επιτηδευματία κατά το άρθρο 48 ν.2065/1992, αποκλείοντας η δυνατότητα του επιτηδευματία να ζητήσει από τη δικαστική αρχή αναστολή, αντίκειται, κατά το τελευταίο αυτό σημείο (αποκλεισμό δυνατότητας αίτησης αναστολής), στην συνταγματική διάταξη του άρθρου 20§1, και τούτο γιατί η έλλειψη της δυνατότητας αυτής οδηγεί σε ματαίωση του σκοπού για τον οποίο παρέχεται η προσφυγή κατά της σχετικής απόφασης του Υπουργού, αφού η παύση της λειτουργίας του καταστήματος κλπ είναι περιορισμένης χρονικής διάρκειας (μέχρι ένα μήνα), ενώ η άσκηση, εκδίκαση και έκδοση απόφασης επί της προσφυγής μέσα στο χρονικό διάστημα είναι από τα πράγματα αδύνατη. Η δυνατότητα δικαστικής αναστολής πρέπει να αναζητηθεί στην διάταξη του άρθρου 4 ν.1732/1987, ως συγγενέστερη αφού οι διαφορές που η τελευταία αυτή διάταξη αφορά, δικάζονται ομοίως κατά τον ΚΦορΔ, η δε αίτηση αναστολής που προβλέπεται από τη διάταξη αυτή, αφορά σε απαγόρευση της λειτουργίας καταστήματος, 955
- Έκταση της δικαστικής αναστολής εκτέλεσης της διοικητικής πράξης,1035
- Δε χωρεί αναστολή εκτέλεσης διοικητικής πράξης που έχει ήδη ολοσχερώς εκτελεστεί, έτσι που να μην απομένει στάδιο περαιτέρω εκτέλεσης (πλειοψ.). Μειοψηφία: η αναστολή εκτέλεσης δέν επιτρέπεται μόνον σε περιπτώσεις που έχει ολοκληρωθεί η υλική εκτέλεση διοικητικής πράξης, η οποία φυσικώς δεν είναι δεκτική επανόρθωσης. Όμως, όταν η εκτέλεση συντελείται αποκλειστικώς στο πεδίο της νομικής διάπλασης έννομων σχέσεων του διοικητικού δικαίου (νομικής εκτέλεσης), χωρεί δικαστική αναστολή της εκτέλεσης, εφ' όσον συντρέχουν οι οικείες νόμιμες προϋποθέσεις, 1051
Ανήλικος
- Νέες τροποποιήσεις των δικονομιών όλων των κλάδων και του οργανισμού δικαστηρίων, 579
- Τα θεμελιακά δικονομικά δικαιώματα των ανήλικων παιδιών, 1219
- Αντίθετα στη θέληση δεκατετράχρονου ανήλικου αγοριού από Έλληνα πατέρα και Γαλλίδα μητέρα κρίνεται ότι ανταποκρίνεται στο αληθινό συμφέρον του η εξακολούθηση της επιμέλειάς του από τη μητέρα του, μολονότι θα το πάρει μαζί της στη Γαλλία, όπου πιθανολογείται ότι η τυχόν συνέχιση των σπουδών του προσφέρει μεγαλύτερες δυνατότητες και επιλογές και συνακόλουθα περισσότερες ευκαιρίες επαγγελματικής αποκατάστασης αργότερα στο πλαίσιο της Ενωμένης Ευρώπης, 1223
Ανταγωγή
- Είναι απαράδεκτη η άσκηση ανταγωγής που γίνεται με τις κατατιθέμενες στην έδρα του ειρηνοδικείου προτάσεις, και όχι στο γραμματέα οκτώ τουλάχιστον πλήρεις εργάσιμες ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Είναι νόμιμο αποδεικτικό μέσο προς σχηματισμό δικανικής πεποίθησης το κεκυρωμένο αντίγραφο μήνυσης που άσκησε ο ενάγων κατά του εναγομένου, (μετά τη συζήτηση της διαφοράς στο ακροατήριο), προκειμένου να αποδειχθεί πραγματικός ισχυρισμός ευνοϊκός για τον ενάγοντα, 286
Αντίκλητος
- Η δικαστική πληρεξουσιότητα στην πολιτική δίκη, 879
Αντιπροσώπευση
- Αντιπροσωπευτική εξουσία για κατάρτιση διαιτητικής συμφωνίας, 860
Ανώνυμη Εταιρία
- Το πρόγραμμα πλειστηριασμού κατά τον ΚΕΔΕ και το ν.δ. της 17.7/13.8.1923 περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών, 558
- Στις περιπτώσεις που επισπεύθηκε αναγκαστική κατάσχεση και πλειστηριασμός κατά τις διατάξεις του ν.δ. 17.7/13.8.1923 περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών, ο συμψηφισμός εκείνου του μέρους του πλειστηριάσματος, που αντιστοιχεί στην κατάταξη, στον πίνακα διανομής του πλειστηριάσματος, της υπερθεματίστριας τράπεζας, ως πρώτης ενυπόθηκης δανείστριας, δεν επιβαρύνεται με αναλογική αμοιβή του συμβολαιογράφου που συνέταξε την πράξη συμψηφισμού, ούτε με αναλογικά τέλη χαρτοσήμου και αναλογικά δικαιώματα τρίτων (πλειοψηφία). Μειοψηφία δύο μελών του δικαστηρίου και παραπομπή στην τακτική ολομέλεια του Αρείου Πάγου, 1185
Ανώτερη βία
- Ως ανώτερη βία νοείται το απρόβλεπτο τυχαίο γεγονός το οποίο δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης από εκείνον που δικάσθηκε ερήμην. Απορρίπτεται ως αβάσιμη η ανακοπή ερημοδικίας λόγω ανώτερης βίας όταν σε περίπτωση επίκλησης ασθένειας του πληρεξουσίου δικηγόρου κρίνεται ότι αυτός είχε την ευκαιρία να ειδοποιήσει τον εντολέα του να τον αντικαταστήσει, 501
- Ως ανώτερη βία νοείται το απρόβλεπτο τυχαίο γεγονός το οποίο δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης από εκείνον που δικάσθηκε ερήμην. Σε περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας αν το δικαστήριο κρίνει αβάσιμους τους λόγους της ανακοπής δεν εξαφανίζει την απόφαση, ούτε προβαίνει στην παραπέρα εξέταση της διαφοράς· απλά διατάσσει να εισαχθεί το παράβολο στο δημόσιο ταμείο, ενώ η απόφαση ισχύει ως έχει, 913
Αξιόποινο
- Το αξιόποινον της εκδόσεως ή αποδοχής πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, 441
Αοριστία
- Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ο μισθωτής ζητεί προσωρινή δικαστική προστασία έναντι του υπερθεματιστή, ο οποίος άλλαξε τις κλειδαριές του μισθίου και εμποδίζει το μισθωτή να κάνει ελεύθερη χρήση του μισθίου, απορρίπτεται ως αόριστη, αν δεν περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν και ορισμένο αίτημα. Τέτοια αοριστία υπάρχει αν δέν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά κατά τέτοιο τρόπο, ώστε αν αμφισβητούνται, να μπορεί το δικαστήριο να τάξει το αντίστοιχο θέμα απόδειξης. Ο νόμος δεν επιτρέπει προστασία της κατοχής κατά του νομέα, 303
- Τα άρθρα 660§1, 914 και 940 ΠολΔ ως κανόνες ουσιαστικού δικαίου, 469
- Αοριστία δικογράφου αναιρετικής αίτησης, 470
Απαράδεκτο
- Ο πλειστηριασμός ακινήτου στο πλαίσιο της ειδικής εκκαθάρισης προβληματικής επιχείρησης είναι αυτοδικαίως άκυρος αν το ΣτΕ ακυρώσει την υπουργική απόφαση, με την οποία η προβληματική επιχείρηση τέθηκε υπό ειδική εκκαθάριση. Ο υπερθεματιστής απαραδέκτως προτείνει ένσταση επίσχεσης, με την έννοια της μή απόδοσης του ακινήτου που ακύρως του κατακυρώθηκε, ώσπου να του επιστραφεί το πλειστηρίασμα. Και τούτο, επειδή αυτή η ένσταση είναι αόριστη, εφόσον το πλειστηρίασμα, του οποίου αξιούται η προηγούμενη (ή ταυτόχρονη) επιστροφή κάλυπτε την αξία όχι μόνον του ακινήτου, αλλά και πολλών κινητών, που πλειστηριάσθηκαν μαζί του, έτσι ώστε να είναι απαραίτητος ο προσδιορισμός εκ μέρους του ενισταμένου της αξίας των κινητών που πρέπει ν' αφαιρεθεί από το συνολικό πλειστηρίασμα για να προσδιοριστεί το πλειστηρίασμα που αναλογεί στο ακίνητο, του οποίου η πλειστηρίαση κρίνεται άκυρη, ενώ η αναγνωριστική αγωγή για τη διάγνωση της κυριότητας του καθού η εκτέλεση στα κινητά είναι απορριπτέα ως αόριστη, επειδή δεν προσδιορίζει με ακρίβεια τα κινητά τούτα, 289
- Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης απόφασης του εφετείου που επικυρώνει συμφωνία μεταξύ πιστωτών και επιχείρησης ακόμη και όταν εκδόθηκε ύστερα από τριτανακοπή δανειστή που δεν έλαβε μέρος στην αρχική δίκη, 308
- Η θεραπεία του απαράδεκτου λόγω λαθεμένης επιλογής δικαιοδοσίας, 314
- Αίτημα της ανακοπής που ασκεί ο τρίτος κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως με βάση το άρθρο 936 ΠολΔ είναι η αναγνώριση του (επικρατέστερου)δικαιώματός του επί του αντικειμένου της εκτελέσεως και η κήρυξη του ανίσχυρου της εκτελεστικής διαδικασίας. Η δικονομική αξίωση που αποτελεί το αντικείμενο της ανακοπής του τρίτου και κατευθύνεται στη διάπλαση (ακύρωση) της επισπευδόμενης εκτελέσεως, εν όψει και του ότι η τελευταία, που ενεργείται σε βάρος περιουσιακών στοιχείων τα οποία δεν ανήκουν στον οφειλέτη, είναι παράνομη από άποψη ουσιαστικού δικαίου, πάντως δέ συνεπάγεται, δίχως άλλο, και το απαράδεκτο από άποψη δικονομικού δικαίου (αν λχ διεξαχθεί πλειστηριασμός με βάση το κατασχεμένο περιουσιακό δικαίωμα του τρίτου, ο πλειστηριασμός δέν είναι αυτοδικαίως άκυρος, αλλά πρέπει να ακυρωθεί μετά από άσκηση ανακοπής). Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η έφεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των αναγκαίων ομοδίκων- αντιδίκων του εκκαλούντος, όχι όμως και κατά των δικών του (εκκαλούντος) ομοδίκων. Πρέπει πάντως οι τελευταίοι (αναγκαίοι ομόδικοι του εκκαλούντος) να καλούνται στη συζήτηση της έφεσης, διαφορετικά κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση του ένδικου αυτού μέσου, 394
- Η κατά το άρθρο 90§3 ΚΙΝΔ δήλωση του πλοιοκτήτη ότι παραχωρεί το πλοίο και το μεικτό ναύλο, προκειμένου ν' απαλλαγεί (ΚΙΝΔ 85) από την ενοχή που διαφορετικά έχει, αναφορικά με τις δικαιοπραξίες και αδικοπραξίες του πλοιάρχου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του (ΚΙΝΔ 84), καθώς και αναφορικά με τις ζημίες που προκλήθηκαν από ναυάγιο του πλοίου κατά το άρθρο 89 ΚΙΝΔ, εισάγει διαφορά, που εκδικάζεται, από το μονομελές πρωτοδικείο, ύστερα από κλήση των διαδίκων, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αλλά με δυνατότητα άσκησης ένδικων μέσων κατά της εκδιδόμενης απόφασης. Η έφεση είναι απαράδεκτη αν έχει ήδη περάσει τριετία από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης πρωτόδικης απόφασης. Αίτηση ανάκλησης της απορριπτικής απόφασης, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δεν είναι βάσιμη, ενώ εξ άλλου, και αν ακόμη ερμηνευθεί ως έφεση, αναρμοδίως παραπέμπεται στο πολυμελές πρωτοδικείο, το οποίο δέν έχει εξουσία να δικάζει εφέσεις κατά των αποφάσεων του μονομελούς πρωτοδικείου, 413
- Η απαράδεκτος έφεσις και η επιβολή δικαστικών εξόδων, 546
- Πότε αναγκαία η εμπρόθεσμη κατάθεση προτάσεων προς απόκρουση αναιρετικής αίτησης ως απαράδεκτης, 614
- Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η προσφυγή κατά αποφάσεως του μονομελούς πρωτοδικείου που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και κήρυξε εκτελεστή στην Ελλάδα απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου, επειδή ασκήθηκε στο μονομελές πρωτοδικείο και όχι στο αρμόδιο εφετείο, 616
- Η ακυρωτική αίτηση που απευθύνεται ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας ασκείται με την κατάθεση του σχετικού δικογράφου είτε στη γραμματεία του, είτε σε οποιαδήποτε άλλη δημόσια αρχή, περιλαμβανομένης και της γραμματείας άλλου διοικητικού δικαστηρίου. Στην πρώτη περίπτωση αρκεί η καταχώριση του δικογράφου σε ειδικό βιβλίο που τηρεί η γραμματεία του ΣτΕ και υπογράφει ο καταθέτης, ενώ στη δεύτερη περίπτωση καταχωρείται το δικόγραφο στο πρωτόκολλο εισερχομένων της αρχής και συντάσσεται πράξη κατάθεσης, στην οποία μνημονεύεται ο αριθμός πρωτοκόλλου και η χρονολογία, και υπογράφεται από τον υπάλληλο που παρέλαβε το δικόγραφο και από τον καταθέτη. Αν ασκηθεί ακυρωτική αίτηση, απευθυνόμενη στο ΣτΕ, με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία άλλου διοικητικού δικαστηρίου, δίχως να συνταχθεί η προαναφερόμενη πράξη κατάθεσης, τότε η κατάθεση είναι άκυρη και η ακυρωτική αίτηση αποβαίνει απαράδεκτη (πλειοψ.), 678
- Το απαράδεκτο της αγωγής εξαιτίας μή προσκομιδής βεβαίωσης για τη δήλωση φόρου κληρονομίας, 876
- Απορρίπτεται ως απαράδεκτη κατ' εφαρμογή της αρχής της οικονομίας της δίκης η έφεση που ασκήθηκε ενώπιον του αναρμόδιου μονομελούς πρωτοδικείου Πειραιώς αφού, από παραδρομή, στο δικόγραφο της έφεσης αναγράφηκε πως η πρωτόδικη απόφαση εκδόθηκε από το δικαστήριο αυτό, αντί του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, 910
- Προϋποθέσεις απαραδέκτου εξαιτίας εκκρεμοδικίας, 973
- Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 16 ιδρύεται όταν το δικαστήριο, δεχόμενο λαθεμένα την ύπαρξη δεδικασμένου, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, και όχι όταν, δεχόμενο και πάλι λαθεμένα την ύπαρξη δεδικασμένου, απέρριψε ως απαράδεκτη την τριτανακοπή προς ακύρωση της τελεσίδικης εξωστικής απόφασης. Ο μισθωτής δεσμεύεται από το δεδικασμένο της εξωστικής απόφασης που εκδόθηκε ύστερα από αγωγή του κυρίου του ακινήτου κατά του εκμισθωτή, στον οποίο με πράξη της αρχής είχε παραχωρηθεί η εκμετάλλευση του μίσθιου καταστήματος μέσα σε νοσοκομείο. Ο δεσμευόμενος από το δεδικασμένο τρίτος δέν έχει δικαίωμα να τριτανακόψει τη βλαπτική γι' αυτόν απόφαση παρά μόνον εξαιτίας δόλου του νικητή διαδίκου ή συμπαιγνίας και των δύο αρχικών διαδίκων, 1259
Απέλαση
- Είναι παραδεκτή και βάσιμη η έφεση ενώπιον του συμβουλίου εφετών για τη μεταρρύθμιση του βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών, αν με προσβαλλόμενο βούλευμα γίνεται δεκτό το αίτημα του εγκλείστου των φυλακών για απόλυσή του, όμως με την προσθήκη πολύ επαχθούς όρου, και μάλιστα όρου που δέν περιείχετο στην καταδικαστική απόφαση, όπως είναι ο όρος της απέλασής του από τη χώρα ως αλλοδαπού, αν και έχει διαβατήριο, είναι νυμφευμένος με Ελληνίδα και έχει αποκτήσει μαζί της παιδιά. Όμως το συμβούλιο απέχει προσωρινώς από του να δικάσει ώσπου να του υποβληθεί σχετική πρόταση επί της ουσίας της υπόθεσης από τον αρμόδιο εισαγγελέα, 815
Απεργία
- Τρίτοι, που προσβάλλονται στα έννομα συμφέροντά τους από παράνομη ή καταχρηστική απεργία, έχουν θεμελιακό δικαίωμα να εναντιωθούν και νομιμοποιούνται να ζητήσουν τη δραστική δικαστική απαγόρευσή της, 975
Απλή ομοδικία
- Παραδεκτή προσβολή με έφεση της οριστικής απόφασης που εκδόθηκε για έναν απλό ομόδικο, μολονότι για τον άλλο απλό ομόδικο εκδόθηκε μή οριστική απόφαση, 468
Αποδεικτικό μέσο
- Είναι απαράδεκτη η άσκηση ανταγωγής που γίνεται με τις κατατιθέμενες στην έδρα του ειρηνοδικείου προτάσεις, και όχι στο γραμματέα οκτώ τουλάχιστον πλήρεις εργάσιμες ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Είναι νόμιμο αποδεικτικό μέσο προς σχηματισμό δικαστικής πεποίθησης το κεκυρωμένο αντίγραφο μήνυσης που άσκησε ο ενάγων κατά του εναγομένου, (μετά τη συζήτηση της διαφοράς στο ακροατήριο), προκειμένου να αποδειχθεί πραγματικός ισχυρισμός ευνοϊκός για τον ενάγοντα, 286
- Αμφιβολία ως προς το αν λήφθηκε υπ' όψη αποδεικτικό μέσο, 469
- Επιτρεπόμενες αποδείξεις στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, 975
- Αποδεικτική δύναμη της έκθεσης αυτοψίας της αστυνομικής αρχής, 1232
Απόδειξη
- Το αλλοδαπό δίκαιο ως αντικείμενο απόδειξης, αλλά όχι ως «πράγματα» κατά το άρθρο 559 αρ.8, 467
- Παράλειψη νόμιμης κλήσης του ήδη ηττώμενου διαδίκου στην αποδεικτική διαδικασία, 467
- Περιορισμένη ελεύθερη απόδειξη στις εργατικές διαφορές, 470
Αποζημίωση
- Στη δίκη, που ανοίγει με αγωγή αποζημίωσης κατά το άρθρο 105 ΕνΑκ, εναγόμενος (διάδικος) είναι το ελληνικό Δημόσιο, που απλώς εκπροσωπείται από τον αρμόδιο υπουργό. Αν στη δίκη παραστεί το εναγόμενο Δημόσιο με αναρμόδιο υπουργό, τότε το δικαστήριο διατάσσει την αποβολή του και την κλήτευση του αρμόδιου υπουργού, όχι ως διαδίκου, αλλ' ως εκπροσώπου του Δημοσίου, που είναι ο αληθινός διάδικος (πλειοψ). Κατά τη μειοψηφήσασα γνώμη (του εισηγητή) το Δημόσιο, αν δέν εκπροσωπείται από τον αρμόδιο υπουργό, δικαιούται να προσβάλει την εκδιδόμενη πρωτόβαθμη απόφαση για το λόγο τούτο μόνον αν ο υπουργός, που το είχε εκπροσωπήσει αναρμοδίως στην πρωτόδικη δίκη είχε προτείνει το σχετικό ελάττωμα της διαδικασίας, και ο ισχυρισμός του είχε απορριφθεί κατά παράβαση του νόμου, ήδη δε επικαλείται βλάβη του, 72
Αρμοδιότητα
- Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.5 Κ.Πολ.Δ., 151
- Υπάγεται στην αρμοδιότητα του εφετείου Δυτικής Μακεδονίας η εκδίκαση εφέσεως που εκκρεμεί πριν από την ίδρυσή του στο αρμόδιο τότε δικαστήριο, η δικάσιμός της όμως ορίστηκε σε ημερομηνία μεταγενέστερη της ισχύος του π.δ. που ίδρυσε το εφετείο Δυτικής Μακεδονίας. Η απόφαση παραπομπής της υπόθεσης στο αρμόδιο δικαστήριο είναι οριστική και πρέπει να περιλαμβάνει διάταξη ρυθμιστική των δικαστικών εξόδων, 157
- Για τη θεμελίωση της υλικής αρμοδιότητας του μονομελούς πρωτοδικείου, αναφορικά με διαφορές ανάμεσα σε ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων από τη σχέση της συνιδιοκτησίας απαιτείται η συνδρομή των ακόλουθων δύο βασικών προϋποθέσεων, πρώτο, οι διάδικοι να είναι κύριοι ορόφων ή διαμερισμάτων της ίδιας οικοδομής και, δεύτερο, η διαφορά να προέρχεται από τη σχέση οροφοκτησίας, ανεξάρτητα από το αν αφορά τις χωριστές ιδιοκτησίες τους ή τους κοινούς χώρους της οικοδομής. Τέτοια διαφορά είναι και εκείνη από την αυθαίρετη κατασκευή στεγάστρου στον εξώστη διαμερίσματος. Σ' αυτές τις περιπτώσεις το μονομελές πρωτοδικείο έχει υλική αρμοδιότητα τα δικάσει και την αντίστοιχη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, 369
- Απορρίπτεται ως απαράδεκτη κατ' εφαρμογή της αρχής της οικονομίας της δίκης η έφεση που ασκήθηκε ενώπιον του αναρμόδιου μονομελούς πρωτοδικείου Πειραιώς αφού, από παραδρομή, στο δικόγραφο της έφεσης αναγράφηκε πως η πρωτόδικη απόφαση εκδόθηκε από το δικαστήριο αυτό, αντί του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, 910
- Διάταξη και εκτίμηση πραγματογνωμοσύνης από το ΣτΕ, κατά την άσκηση της ακυρωτικής του αρμοδιότητας, από τεχνικής φύσεως ζητήματος που απαιτεί γνώσεις ειδικής επιστήμης. Η μικρή λίμνη Βρωμόλιμνος της νήσου Σκιάθου, δεν αποτελεί προέκταση της θάλασσας στην ξηρά «κατά τας μεγίστας πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων» και συνεπώς όχι νομίμως περιλήφθηκε μέσα στην οριογραμμή του αιγιαλού, 1030
Αρχή ισότητας
- Συνταγματικότητα της ενιαίας κατάταξης πτυχιούχων ΑΕΙ δικαστικών υπαλλήλων, με τους μη πτυχιούχους συναδέλφους τους, στην αυτή κατηγορία π.ε. (πανεπιστημιακής εκπαιδεύσεως), με τη χρήση ως μοναδικού κριτηρίου , του χρόνου διορισμού των τελευταίων στην υπηρεσία. Πλειοψηφία: Η σχετική διάταξη του άρθρου 10§6 ν. 2331/1995 που προβλέπει την ενιαία αυτή κατάταξη, δεν αντίκειται στα άρθρα 4§1 και 5§1 Σ λόγω της εξελίξεως του νομικού καθεστώτος που αναφέρεται στην υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών υπαλλήλων, καθώς και των ιδιαιτέρων σε σχέση με τους λοιπούς δημόσιους υπαλλήλους χαρακτηριστικών των καθηκόντων τους, ως υπαλλήλων οι οποίοι υπό την εποπτεία δικαστικών λειτουργών παρέχουν στους τελευταίους γραμματειακή απλώς υποστήριξη, όπως και των χρονικών προϋποθέσεων που η εν λόγω διάταξη τάσσει. Μειοψηφία: Η επίμαχη διάταξη του άρθρου 10§6 του ν. 2331/1995, εισάγουσα ανεπίτρεπτη εξαίρεση στον κανόνα του αρθρ. 18§1 ν. 1586/1986 που επέβαλε και για τους υπαλλήλους της γραμματείας των δικαστηρίων την κατάταξή τους σε κατηγορίες θέσεων αντίστοιχες προς το επίπεδο των σπουδών τους, σύμφωνα με όσα ισχύουν παγίως για τους λοιπούς δημόσιους υπαλλήλους, συνεπαγόμενη μάλιστα για τους μη πτυχιούχους δικαστικούς υπαλλήλους, ταχύτερη βαθμολογική εξέλιξη, δεν εναρμονίζεται με τις συνταγματικές αρχές της ισότητας (αρ. 4§1) και της σταδιοδρομίας καθενός, ανάλογα με την προσωπική του αξία (αρθρ.5§1), 929
Αρχή λαϊκής κυριαρχίας
- Από την αρχή της ελεύθερης και ανόθευτης εκδήλωσης της λαϊκής θέλησης, ως έκφρασης της λαϊκής κυριαρχίας που κατοχυρώνεται από το άρθρο 20 του Συντ., συνάγεται επίσης ότι το εκλογικό σώμα, στα πλαίσια της υποχρεωτικής άσκησης του εκλογικού του δικαιώματος, είτε η υποχρεωτικότητα προβλέπεται από το Σύνταγμα είτε επιβάλλεται από το νόμο, πρέπει να έχει και τη δυνατότητα αποδοκιμασίας όλων των κατερχομένων στις εκλογές υποψηφίων, γιατί αποτελεί και αυτή μορφή εκδήλωσης της λαϊκής κυριαρχίας. Δεδομένου δε ότι μόνο με τη λευκή ψήφο εκφράζεται γνήσια η βούληση του εκλογέα να αποδοκιμάσει όλους του υποψήφιους, πρέπει να γίνει δεκτό ότι από το άρθρο 52 του Συντ. απορρέει και η υποχρέωση παροχής στον εκλογέα της δυνατότητας να εκφράσει τη βούλησή του αυτή με τη ρίψη στην κάλπη λευκού ψηφοδελτίου, 685
Ασφαλιστικά μέτρα
- Τα ασφαλιστικά μέτρα, που είναι μορφή προσωρινής δικαστικής προστασίας αναφορικά με κάποιο εριζόμενο δικαίωμα, δεν μπορούν να διαταχθούν από τα πολιτικά δικαστήρια, όταν πρόκειται για διοικητική διαφορά ουσίας. Επί διοικητικών διαφορών δέν είναι κατά την κρατούσα γνώμη δεκτή η λήψη ασφαλιστικών μέτρων από τα πολιτικά δικαστήρια, αλλά ούτε και από τα διοικητικά με ανάλογη εφαρμογή των άρθρ. 682 επ. ΠολΔ, μολονότι η τελευταία αυτή λύση ενδείκνυται ήδη για την αντιμετώπιση του κενού, 8
- Οι αμφισβητήσεις που αφορούν το κύρος των συμβάσεων που καταρτίζονται μεταξύ του Δημοσίου ή του ΙΚΑ και των ιδιωτών, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτών, καθώς και τη νομιμότητα των διοικητικών πράξεων που εκδίδονται με βάση τους σχετικούς συμβατικούς όρους, υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία, συνεπώς, έχουν δικαιοδοσία για να διατάξουν και ασφαλιστικά μέτρα. Ένα τέτοιο ασφαλιστικό μέτρο, ως προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης, μπορεί να είναι και η απαγόρευση στο ΙΚΑ να διενεργήσει το διαγωνισμό που προκήρυξε για την προμήθεια αναλογικών- ορμονολογικών αναλυτών, 10
- Τρίτος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση πρωτοδίκως έχει δικαίωμα ν' ασκήσει νέα παρέμβαση και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Όμως η νέα τούτη παρέμβασή του πρέπει να γίνει με κατάθεση δικογράφου και επίδοση κατά το άρθρο 81 ΠολΔ, και μάλιστα ακόμη και αν πρωτοδίκως επιτρεπόταν ν' ασκηθεί με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, όπως λχ στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Δεν πάσχει ακυρότητα το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής από δημόσια δασική έκταση, μολονότι εκδόθηκε δίχως να δοθεί στον αποβαλλόμενο η προηγούμενη δυνατότητα υπεράσπισής του, αν το μέτρο της αποβολής του επιβλήθηκε με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που ανάγονται στο χαρακτήρα της έκτασης ως δασικής, της οποίας η αλλοίωση απαγορεύεται με συνταγματικές εγγυήσεις κατά τρόπο δέσμιο για την κρίση της αρμόδιας διοικητικής αρχής, 235
- Η διατήρηση ή συνέχιση της συντηρητικής κατάσχεσης παρά την αυτοδίκαιη άρση της κατά το άρθρο 715§5 ΠολΔ, λόγω μη εμπρόθεσμης άσκησης αγωγής για την κύρια απαίτηση, δημιουργεί διαφορά που αφορά την εκτέλεση απόφασης που διατάζει ασφαλιστικά μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 702§1 ΠολΔ. Σ' αυτήν την περίπτωση ο οφειλέτης και κάθε τρίτος που έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει με ανακοπή την ακύρωση της παρανόμως συνεχιζόμενης συντηρητικής κατάσχεσης στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων μέσα σε εξάμηνη προθεσμία από την επιβολή της άκυρης κατάσχεσης, σύμφωνα με το άρθρο 934§1 εδ. γ' σε συνδ. το άρθρο 700§1 και §2 ΠολΔ, δηλ. από την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας των 30 ημερών για την άσκηση της κύριας αγωγής. Με την επίδοση της απόφασης, που διατάσσει το ασφαλιστικό μέτρο, προς τον οφειλέτη επιβάλλεται η συντηρητική κατάσχεση, ως προς τον προσδιορισμό του ποσού, για το οποίο γίνεται η συντηρητική κατάσχεση από τον επισπεύδοντα, δεν μπορεί ν' αποβεί σε βάρος του καθού η συντηρητική κατάσχεση- οφειλέτη. Η προθεσμία του άρθρου 715§5 ΠολΔ είναι δικονομική και διαφέρει από την προθεσμία της παραγραφής, 298
- Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ο μισθωτής ζητεί προσωρινή δικαστική προστασία έναντι του υπερθεματιστή, ο οποίος άλλαξε τις κλειδαριές του μισθίου και εμποδίζει το μισθωτή να κάνει ελεύθερη χρήση του μισθίου, απορρίπτεται ως αόριστη, αν δεν περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και ορισμένο αίτημα. Τέτοια αοριστία υπάρχει αν δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά κατά τέτοιο τρόπο, ώστε αν αμφισβητούνται, να μπορεί το δικαστήριο να τάξει το αντίστοιχο θέμα απόδειξης. Ο νόμος δέν επιτρέπει προστασία της κατοχής κατά του νομέα, 303
- Για τη θεμελίωση της υλικής αρμοδιότητας του μονομελούς πρωτοδικείου, αναφορικά με διαφορές ανάμεσα σε ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων από τη σχέση της συνιδιοκτησίας απαιτείται η συνδρομή των ακόλουθων δύο βασικών προϋποθέσεων, πρώτο, οι διάδικοι να είναι κύριοι ορόφων ή διαμερισμάτων της ίδιας οικοδομής και, δεύτερο, η διαφορά να προέρχεται από τη σχέση της οικοδομής. Τέτοια διαφορά είναι και εκείνη από την αυθαίρετη κατασκευή στεγάστρου στον εξώστη διαμερίσματος. Σ' αυτές τις περιπτώσεις το μονομελές πρωτοδικείο έχει υλική αρμοδιότητα να δικάσει και την αντίστοιχη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, 369
- Αν ο δανειστής δεν ασκήσει αγωγή για την κύρια απαίτησή του μέσα σε τριάντα ημέρες από την επίδοση στον οφειλέτη του εγγράφου για την κατάσχεση, όπως ορίζει το άρθρο 715§5 ΠολΔ, αίρεται αυτοδίκαια το ασφαλιστικό μέτρο. Ο θεσμός της αυτοδίκαιης άρσης του ασφαλιστικού μέτρου είναι διαφορετικός από το θεσμό της ανάκλησης της απόφασης που διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα (άρθρ. 696,697 και 698 ΠολΔ) και προϋποθέτει δικαστική παρέμβαση σε περίπτωση που ακολουθήσει ή προκύψει κάτι νέο που να δικαιολογεί κατά το νόμο ή να επιβάλλει την ανάκληση. Η μη άσκηση κυρίας αγωγής μέσα στη νόμιμη προθεσμία δεν μπορεί να θεωρηθεί νέο γεγονός που να δικαιολογεί την ανάκληση της απόφασης (αρθρ.696§3 ΠολΔ). Όταν προκύπτει διαφορά για την εκτέλεση του ασφαλιστικού μέτρου, προσήκουσα ένδικη προστασία είναι εκείνη του αρθρ. 702 ΠολΔ, 374
- Η κατά το άρθρο 90§3 ΚΙΝΔ δήλωση του πλοιοκτήτη ότι παραχωρεί το πλοίο και τον μεικτό ναύλο, προκειμένου ν' απαλλαγεί (ΚΙΝΔ 85) από την ενοχή που διαφορετικά έχει, αναφορικά με τις δικαιοπραξίες και αδικοπραξίες του πλοιάρχου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του (ΚΙΝΔ 84), καθώς και αναφορικά με τις ζημιές που προκλήθηκαν από ναυάγιο του πλοίου κατά το άρθρο 89 ΚΙΝΔ, εισάγει διαφορά, που εκδικάζεται, από το μονομελές πρωτοδικείο, ύστερα από κλήση των διαδίκων, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αλλά με δυνατότητα άσκησης ένδικων μέσων κατά της εκδιδόμενης απόφασης. Η έφεση είναι απαράδεκτη αν έχει ήδη περάσει τριετία από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης πρωτόδικης απόφασης. Αίτηση ανάκλησης της απορριπτικής απόφασης, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δεν είναι βάσιμη, ενώ εξ άλλου, και αν ακόμη ερμηνευθεί ως έφεση, αναρμοδίως παραπέμπεται στο πολυμελές πρωτοδικείο, το οποίο δεν έχει εξουσία να δικάζει εφέσεις κατά των αποφάσεων του μονομελούς πρωτοδικείου, 413
- Η απόφαση που διατάζει ασφαλιστικά μέτρα δεν περιέχει διάγνωση, αλλά διάπλαση μόνο. Με την απορριπτική απόφαση δεν διαπλάσσεται τίποτε ούτε παράγεται προσωρινό δεδικασμένο που να παρεμποδίζει, με την συνδρομή νέων γεγονότων (επιγενόμενη μεταβολή πραγμάτων), την ανάκληση της, στο περί της οποίας αίτημα εμπεριέχεται και αίτημα εξαρχής κρίσεως της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων. Το ασφαλιστικό μέτρο που διατάχθηκε, νομίμως ίσχυσε για τον χρόνο που μεσολάβησε μέχρι την τελική διάγνωση στην κύρια δίκη και δεν ανατρέπεται με την ανάκληση αναδρομικά, αλλά μόνο για το μέλλον, 521
- Η διάταξη του άρθρου 699 ΚΠολΔ εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε διαφορά δικάζεται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, έστω κι αν δεν πρόκειται για λήψη γνήσιου ασφαλιστικού μέτρου. Αν ασκηθεί έφεση κατά αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων, απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Σε μια τέτοια περίπτωση το «δευτεροβάθμιο δικαστήριο» μπορεί να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες της «πρωτοβάθμιας απόφασης», 916
- Υποκειμενικά και αντικειμενικά όρια της ισχύος απόφασης προσωρινής ρύθμισης κατάστασης, 1152
- Εμπράγματες αγωγές- παρεμβάσεις στις συζητήσεις του 23ου ετήσιου συνεδρίου της Ένωσης Ελλήνων Δικονομολόγων, 1235
- Προσωρινή απαγόρευση συμψηφισμού ως ασφαλιστικό μέτρο, 1279
Αυστριακό δίκαιο
- Αναγκαστική εκτέλεση και πτωχευτική διαδικασία εναντίον δήμων και κοινοτήτων κατά το αυστριακό δίκαιο, 1121
Αυτοκινητικό ατύχημα
- Αποδεικτική δύναμη της έκθεσης αυτοψίας της αστυνομικής αρχής, 1232
Αυτοσύμβαση
- Περί αυτοσυμβάσεως, 1202
Βάρος απόδειξης
- Βάρος απόδειξης και παρεμφερείς έννοιες, 782
- Η κατανομή του βάρους απόδειξης στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, 990
Βιβλία διεκδικήσεων
- Διαγραφή προδήλως αβάσιμης αγωγής από τα βιβλία διεκδικήσεων, 612
Βούλευμα
- Είναι παραδεκτή και βάσιμη η έφεση ενώπιον του συμβουλίου εφετών για τη μεταρρύθμιση του βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών,αν με προσβαλλόμενο βούλευμα γίνεται δεκτό το αίτημα του εγκλείστου των φυλακών για απόλυσή του, όμως με την προσθήκη πολύ επαχθούς όρου, και μάλιστα όρου που δεν περιείχετο στην καταδικαστική απόφαση, όπως είναι ο όρος της απέλασής του από τη χώρα ως αλλοδαπού, αν και έχει διαβατήριο, είναι νυμφευμένος με Ελληνίδα και έχει αποκτήσει μαζί της παιδιά. Όμως το συμβούλιο απέχει προσωρινώς από του να δικάσει ώσπου να του υποβληθεί σχετική πρόταση επί της ουσίας της υπόθεσης από τον αρμόδιο εισαγγελέα, 815
- Εφάπαξ χρήση κάθε ένδικου μέσου εναντίον ποινικής απόφασης ή βουλεύματος, 1327
Βουλή
- Άβατο δικαστικού ελέγχου για τις παραβάσεις του Συντάγματος κατά την ψήφιση νόμων από τη Βουλή, 1118
Δασική έκταση
- Τρίτος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση πρωτοδίκως έχει δικαίωμα ν' ασκήσει νέα παρέμβαση και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Όμως η νέα τούτη παρέμβασή του πρέπει να γίνει με κατάθεση δικογράφου και επίδοση κατά το άρθρο 81 ΠολΔ, και μάλιστα ακόμη και αν πρωτοδίκως επιτρεπόταν ν' ασκηθεί με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, όπως λχ στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Δεν πάσχει ακυρότητα το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής από δημόσια δασική έκταση, μολονότι εκδόθηκε δίχως να δοθεί στον αποβαλλόμενο η προηγούμενη δυνατότητα υπεράσπισής του, αν το μέτρο της αποβολής του επιβλήθηκε με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που ανάγονται στο χαρακτήρα της έκτασης ως δασικής, της οποίας η αλλοίωση απαγορεύεται με συνταγματικές εγγυήσεις κατά τρόπο δέσμιο για την κρίση της αρμόδιας διοικητικής αρχής, 235
Δεδικασμένο
- Δεδικασμένο και εκτελεστότητα της απόφασης για επωφελέστερη αξιοποίηση ή διάθεση αντικειμένων κληροδοτημάτων ή δωρεών υπέρ κοινωφελών σκοπών, 115
- Τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν εξουσία να δικάζουν διοικητικές διαφορές. Έχουν όμως εξουσία να εξετάζουν παρεμπιπτόντως διοικητικής φύσης ζητήματα, εκτός αν αυτά έχουν ήδη εκδικαστεί από τα διοικητικά δικαστήρια με δύναμη δεδικασμένου, οπότε το πολιτικό δικαστήριο δεσμεύεται από την τελεσίδικη απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου. Αυτό ισχύει και στην περίπτωση που το διοικητικό δικαστήριο δέχθηκε τη δική του δικαιοδοσία να δικάσει ακυρωτική αίτηση, αναφορικά με σύμβαση των διαδίκων, την οποία έκρινε ως διοικητικής φύσης, αν στη συνέχεις ασκηθεί αγωγή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων για την καταβολή της αντιπαροχής από τη σύμβαση τούτη, οπότε το πολιτικό δικαστήριο δεσμεύεται ότι δεν έχει δικαιοδοσία να δικάσει την αγωγή, επειδή περαιτέρω δεσμεύεται από το δεδικασμένο της απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου, αναφορικά με το χαρακτήρα της ίδιας επίδικης σύμβασης ως διοικητικής, 130
- Ναι μεν το δικαστήριο δεσμεύεται από το δεδικασμένο προγενέστερων αποφάσεων που έκριναν ως παράνομη τη μείωση των μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντα, όμως αν ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι για το νομικό τούτο ζήτημα έχει εκδοθεί μεταξύ άλλων διαδίκων αντίθετη απόφαση του εφετείου και ότι επίκειται η αναιρετική προσβολή των αποφάσεων που στηρίζουν τον ισχυρισμό του δεδικασμένου, έχει εξουσία να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου ο ενάγων να προσκομίσει πιστοποιητικό ότι οι στηρίζουσες το δεδικασμένο αποφάσεις έχουν καταστεί ήδη αμετάκλητες, 294
- Δεδικασμένο μόνο για το μέρος ευρύτερης αξίωσης που είχε αχθεί στη δίκη, 466
- Επέκταση του δεδικασμένου της εξωστικής κατά του μισθωτή απόφασης και στον υπομισθωτή, 466
- Χρόνος έναρξης ισχύος δεδικασμένου αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης, 470
- Η ισχύς του άρθρου 651§2 ΚΠολΔ υπό το σημερινό δικονομικό καθεστώς, 512
- Το δεδικασμένο των αποφάσεων της εκούσιας δικαιοδοσίας, 629
- Αν και η συνδρομή δεδικασμένου εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΠολΔ 332), δεν πρόκειται για θεσμό που ενδιαφέρει τη δημόσια τάξη, έτσι ώστε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να το λάβει υπ' όψη αυτεπαγγέλτως να μην μπορεί να στηρίξει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 16, παρά μόνον αν ο ήδη αναιρεσείων είχε επικαλεστεί τη συνδρομή του δεδικασμένου πριν από τον έκδοση της ήδη αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, 777
- Αντικειμενικά όρια δεδικασμένου, 853
- Περιορισμένο δεδικασμένο της εξωστικής απόφασης, 1120
- Εμπράγματες αγωγές- Παρεμβάσεις στις συζητήσεις του 23ου ετήσιου συνεδρίου της Ένωσης Ελλήνων Δικονομολόγων, 1235
- Είναι απορριπτέα η αγωγή για τόκους, που ασκείται παρεμπιπτόντως μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης με την οποία επιδικάστηκε μέρος της αξίωσης για το κεφάλαιο, βάσει της αρχικής κύριας αγωγής. Το δεδικασμένο καταψηφιστικής απόφασης καλύπτει, εκτός από ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό (μείζονα- ελάσσονα σκέψη και κριθέν δικαίωμα) και τη διάταξη για την εκπλήρωση της παροχής, όπως αυτή περιγράφεται στην απόφαση ως προς το χρόνο, τόπο και τους λοιπούς όρους της εκπλήρωσης αυτής, μεταξύ των οποίων της τοκοδοσίας του επιδικασθέντος κεφαλαίου, 1257
- Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 16 ΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο, δεχόμενο λαθεμένα την ύπαρξη δεδικασμένου, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, και όχι όταν, δεχόμενο και πάλι λαθεμένα την ύπαρξη δεδικασμένου, απέρριψε ως απαράδεκτη την τριτανακοπή προς ακύρωση της τελεσίδικης εξωστικής απόφασης. Ο μισθωτής δεσμεύεται από το δεδικασμένο της εξωστικής απόφασης που εκδόθηκε ύστερα από αγωγή του κυρίου του ακινήτου κατά του εκμισθωτή, στον οποίο με πράξη της αρχής είχε παραχωρηθεί η εκμετάλλευση του μίσθιου καταστήματος μέσα σε νοσοκομείο. Ο δεσμευόμενος από το δεδικασμένο τρίτος δέν έχει δικαίωμα να ανακόψει τη βλαπτική γι' αυτόν απόφαση παρά μόνον εξαιτίας δόλου του νικητή διαδίκου ή συμπαιγνίας και των δύο αρχικών διαδίκων, 1259
- Σε περίπτωση προσβολής της κρίσεως του διαιτητή- πραγματογνώμονα ως προφανώς άδικης ή μεροληπτικής, χωρεί η προσφυγή του άρθρου 371 ΑΚ, ώστε να γίνει από το δικαστήριο ο προσδιορισμός της παροχής, 1275
Δέσμια αρμοδιότητα
- Τρίτος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση πρωτοδίκως έχει δικαίωμα ν' ασκήσει νέα παρέμβαση και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Όμως η νέα τούτη παρέμβασή του πρέπει να γίνει με κατάθεση δικογράφου και επίδοση κατά το άρθρο 81 ΠολΔ, και μάλιστα ακόμη και αν πρωτοδίκως επιτρεπόταν ν' ασκηθεί με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, όπως λχ στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Δεν πάσχει ακυρότητα το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής από δημόσια δασική έκταση, μολονότι εκδόθηκε δίχως να δοθεί στον αποβαλλόμενο η προηγούμενη δυνατότητα υπεράσπισής του, αν το μέτρο της αποβολής του επιβλήθηκε με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που ανάγονται στο χαρακτήρα της έκτασης ως δασικής, της οποίας η αλλοίωση απαγορεύεται με συνταγματικές εγγυήσεις κατά τρόπο δέσμιο για την κρίση της διοικητικής αρχής, 235
Δημόσια έργα
- Η τυχόν εκδιδόμενη από το Νομάρχη μετά την άπρακτη πάροδο του τριμήνου ρητή απόφαση περί απορρίψεως της αίτησης θεραπείας δεν επάγεται έννομες συνέπειες για τον ανάδοχο του έργου και δεν μπορεί να προσβληθεί παραδεκτά με προσφυγή. Το άρθρο 12§5 του ν. 1418/1984 που ορίζει ότι αίτηση θεραπείας μπορεί να ασκήσει και ο κύριος του έργου εφόσον δεν είναι το Δημόσιο εφαρμόζεται και στα έργα των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, 193
- Σκέψεις επί της συνταγματικότητας του άρθρου 12§3 εδ. β' ν.1418/84 στην προδικασία των δημόσιων έργων, 1316
Δημόσιο
- Επίδοση προγράμματος πλειστηριασμού στο Δημόσιο ως ενυπόθηκο δανειστή και παρέμβαση αυτού στην εκτελεστική δίκη, 33
- Στη δίκη, που ανοίγει με αγωγή αποζημίωσης κατά το άρθρο 105 ΕνΑΚ, εναγόμενος (διάδικος) είναι το ελληνικό Δημόσιο, που απλώς εκπροσωπείται από τον αρμόδιο υπουργό. Αν στη δίκη παραστεί το εναγόμενο Δημόσιο με αναρμόδιο υπουργό, τότε το δικαστήριο διατάσσει την αποβολή του και την κλήτευση του αρμόδιου υπουργού, όχι ως διαδίκου, αλλ' ως εκπροσώπου του Δημοσίου, που είναι ο αληθινός διάδικος (πλειοψ.). Κατά τη μειοψηφήσασα γνώμη (του εισηγητή)το Δημόσιο, αν δεν εκπροσωπείται από τον αρμόδιο υπουργό, δικαιούται να προσβάλει την εκδιδόμενη πρωτόβαθμη απόφαση για το λόγο τούτο μόνον αν ο υπουργός, που το είχε εκπροσωπήσει αναρμοδίως στην πρωτόδικη δίκη είχε προτείνει το σχετικό ελάττωμα της διαδικασίας, και ο ισχυρισμός του είχε απορριφθεί κατά παράβαση του νόμου, ήδη δε επικαλείται δικονομική βλάβη του, 72
- Η τυχόν εκδιδόμενη από το Νομάρχη μετά την άπρακτη πάροδο του τριμήνου ρητή απόφαση περί απορρίψεως της αίτησης θεραπείας δεν επάγεται έννομες συνέπειες για τον ανάδοχο του έργου και δεν μπορεί να προσβληθεί παραδεκτά με προσφυγή. Το άρθρο 12§5 του ν. 1418/1984 που ορίζει ότι αίτηση θεραπείας μπορεί να ασκήσει και ο κύριος του έργου εφόσον δεν είναι το Δημόσιο εφαρμόζεται και στα έργα των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, 193
- Αν το ελληνικό Δημόσιο ζητεί την προσωπική κράτηση του οφειλέτη του για την πληρωμή χρέους του από κατάπτωση εγγύησης, τότε, μολονότι έχει γίνει σχετική βεβαίωση του χρέους στο δημόσιο ταμείο, η απαίτηση έχει χαρακτήρα ιδιωτικού δικαίου, έτσι ώστε και το αίτημα της προσωπικής κράτησης για την αναγκαστική ικανοποίηση αυτής της ιδιωτικού δικαίου απαίτησης να εισάγει ιδιωτική διαφορά, για την οποία έχουν δικαιοδοσία τα πολιτικά, και όχι τα διοικητικά δικαστήρια, 210
- Η απόφαση του προέδρου του διοικητικού πρωτοδικείου, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΠολΔ και έδωσε άδεια προσωπικής κράτησης του οφειλέτη του Δημοσίου, υπόκειται σε ανάκληση κατά το άρθρο 696§3 ΠολΔ αν πιθανολογείται μεταβολή των πραγματικών περιστατικών, στα οποία είχε στηριχθεί η αρχική απόφαση. Ως μεταβολή των πραγμάτων, που δικαιολογεί την ανάκληση, νοούνται και εκείνα τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία είχαν τεθεί υπό την κρίση του προέδρου, ο οποίος, με βάση αυτά, θα είχε εκδώσει εξ αρχής διαφορετική απόφαση, 430
- Για το ορισμένο της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής ιδιώτη κατά του ελληνικού Δημοσίου σχετικά με αγρό ή λιβάδι που βρίσκεται στις «νέες χώρες», πρέπει ν' αναφέρεται σ' αυτήν ότι ο συγκεκριμένος δικαιοπάροχος, άμεσος ή απώτερος του ενάγοντα, είχε δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης του επίδικου ή να παρατίθενται συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι το επίδικο υπαγόταν σε μία από τις κατηγορίες ιδιόκτητων γαιών του άρθρου 2 του οθωμανικού νόμου περί γαιών (ν. 297/1915, οθωμανικός ν. 7 Ραμαζάν 1856, ν. 79/1913, ν. 147/1914, π.δ. 11/12.11.1929), 491
- Διαταγή πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις εναντίον του Δημοσίου και των νομικών προσώπων του δημόσιου δικαίου, 506
- Εξαιτίας σφαλερής διατύπωσης των αναιρετικών λόγων το δικαστήριο εμποδίζεται ν' αποφανθεί αν απολαύουν προνομιακής κατάταξης οι απαιτήσεις του Δημοσίου που καθίστανται ληξιπρόθεσμες έως την κήρυξη της πτώχευσης ή έως την κατάρτιση του πτωχευτικού συμβιβασμού, 676
- Προνομιακή κατάταξη του Δημοσίου αν μετά την πτώχευση του οφειλέτη του κατασχέθηκε και πλειστηριάστηκε εγκύρως το ενυπόθηκο ακίνητό του, 858
- Αναγκαστική εκτέλεση και πτωχευτική διαδικασία εναντίον δήμων και κοινοτήτων κατά το αυστριακό δίκαιο, 1121
- Εμπράγματες αγωγές- Παρεμβάσεις στις συζητήσεις του 23ου ετήσιου συνεδρίου της Ένωσης Ελλήνων Δικονομολόγων, 1235
Διαδικαστική πράξη
- Η προθεσμία ασκήσεως πρόσθετων λόγων ανακοπής κατά διαδικαστικών πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως, 378
Διαιτητική απόφαση
- Η αμφισβήτηση της εξουσιοδότησης του αντιπροσώπου που υπέγραψε διαιτητική συμφωνία, ως λόγος προς ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, 1016
Διαιτητική συμφωνία
- Αντιπροσωπευτική εξουσία για κατάρτιση διαιτητικής συμφωνίας, 860
- Η αμφισβήτηση της εξουσιοδότησης του αντιπροσώπου που υπέγραψε διαιτητική συμφωνία, ως λόγος προς ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, 1016
- Σε περίπτωση προσβολής της κρίσεως του διαιτητή- πραγματογνώμονα ως προφανώς άδικης ή μεροληπτικής χωρεί η προσφυγή του άρθρου 371 ΑΚ, ώστε να γίνει από το δικαστήριο ο προσδιορισμός της παροχής, 1275
Διακοπή δίκης
- Η λύση της διάδικης εταιρίας (και γενικά του διάδικου νομικού προσώπου) δεν είναι λόγος διακοπής της δίκης, 466
Διαλυτική αίρεση
- Στην περίπτωση που καταρτίζεται τυπική σύμβαση, με το πρόσθετο σύμφωνο της εξάρτησης των έννομων συνεπειών της από αναίρεση, τότε ο τύπος που απαιτείται από το νόμο για την κύρια σύμβαση, απαιτείται και για το πρόσθετο σύμφωνο της αίρεσης. Αν όμως καταρτίστηκε κύρια σύμβαση πώλησης εικονικώς και με ιδιωτικό αντέγγραφο βεβαιώνεται ότι η πώληση είναι εικονική και υπ' αυτήν υποκρύπτεται δωρεά, τότε το συμβολαιογραφικό έγγραφο που απαιτείται για τη δωρεά καλύπτεται από το συμβολαιογραφικό έγγραφο που συντάχθηκε για την εικονική πώληση, ενώ εξ άλλου για το πρόσθετο σύμφωνο της διαλυτικής αίρεσης, από την οποία εξαρτήθηκε η δωρεά, αρκεί το ιδιωτικό αντέγγραφο (πλειοψ.) Αντιθέτως μειοψηφία δύο δικαστών: για το πρόσθετο σύμφωνο της διαλυτικής αίρεσης απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο, αφού τούτο δεν αναπληρώνεται από το συμβολαιογραφικό έγγραφο της πώλησης. Παραπομπή στην ολομέλεια, 1308
Διαταγή πληρωμής
- Πρόσθετοι λόγοι ανακοπής προς ακύρωση επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης απαραδέκτως προβάλλονται με πρόσθετους λόγους έφεσης ή/και με τις προτάσεις ενώπιον του εφετείου, ακόμη και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 269 και 527 ΠολΔ. Η διαταγή πληρωμής του ποσού που οφείλεται ως κεφάλαιο, καθώς και των τόκων υπερημερίας, εφόσον δεν διατάσσει την καταβολή και τόκων των τόκων, δεν είναι εκτελεστός τίτλος ως προς αυτούς. Ανώνυμη τραπεζική εταιρία όμως νομίμως επισπεύδει αναγκαστική κατάσχεση και για το ποσό των τόκων των τόκων, όταν στηρίζεται στις ειδικές διατάξεις του ν.δ. της 17.7/13.8.1923, κατά το οποίο δεν απαιτείται η συνδρομή εκτελεστού τίτλου για την επίσπευση αναγκαστικής κατάσχεσης, 29
- Διαταγή πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις εναντίον του Δημοσίου και των νομικών προσώπων του δημοσίου δικαίου, 506
- Σε περίπτωση σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, αν συμφωνήθηκε ότι για κάθε καθυστέρηση καταβολής μισθωμάτων ο εκμισθωτής έχει δικαίωμα ν' ασκεί σωρευτικώς και την αξίωση καταβολής των μελλοντικών μισθωμάτων και της παραλαβής των μίσθιων πραγμάτων, τότε η αξίωση για τα μελλοντικά μισθώματα υπόκειται σε δικαστική μείωση στο προσήκον μέτρο, σύμφωνα με το άρθρο 409 ΑΚ. Η δικαστική επιδίωξη της μείωσης τούτης στο προσήκον μέτρο παραδεκτώς γίνεται με την επίκληση σχετικού λόγου ανακοπής προς ακύρωση της αντίστοιχης διαταγής πληρωμής, 621
Διατροφή
- Η δωσιδικία της δικαιοπραξίας και το δικαίωμα διατροφής, 269
- Παρεμπίπτουσα αγωγή για αύξηση διατροφής, 465
- Σε περίπτωση νομοθετικής μεταβολής στις εκκρεμείς δίκες που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών έχουν εφαρμογή οι καταργούμενες διατάξεις έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης εάν ο νέος νόμος δεν περιέχει σχετική ειδική μνεία.Κατά την παραπάνω ειδική διαδικασία εκδικάζονται και οι διαφορές που αφορούν διατροφή και επιμέλεια τέκνου, 1147
Διαφήμιση
- Η ένωση καταναλωτών που έχει περισσότερα από 500 ενεργά μέλη νομιμοποιείται να ασκήσει συλλογική αγωγή ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας εναντίον προμηθευτή και να ζητήσει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει χρηματικό ποσό προς ανόρθωση της ηθικής βλάβης των καταναλωτών, όπως επίσης να ζητήσει την καταδίκη του εναγομένου προμηθευτή σε παράλειψη των παραπλανητικών διαφημίσεών του στο μέλλον με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης. Εφόσον ο εναγόμενος προμηθευτής είναι νομικό πρόσωπο, η απειλή τούτη απευθύνεται εναντίον του συνεπαγόμενου νόμιμου εκπροσώπου του. Το αίτημα για κήρυξη της απόφασης προσωρινώς εκτελεστής δεν είναι βάσιμο, αν δεν πιθανολογείται κίνδυνος σημαντικής ζημίας του ενάγοντα από την καθυστέρηση της εκτέλεσης ή συνδρομή εξαιρετικών λόγων, που να επιβάλλουν την κήρυξη της καταδικαστικής απόφασης ως προσωρινώς εκτελεστής, 162
Διαχειριστής
- Το αίτημα για το διορισμό διαχειριστή κοινωνίας δέν υπάγεται στην ύλη της εκούσιας δικαιοδοσίας, αλλά της αμφισβητούμενης, και εκδικάζεται από το πολυμελές πρωτοδικείο κατά την τακτική διαδικασία, 795
- Η λογοδοσία από τους διαχειριστές πολυκατοικίας, 907
Διαχρονικό δίκαιο
- Οι νέες τροποποιήσεις της πολιτικής δικονομίας (ν. 2447/1996), 339
- Νέες τροποποιήσεις των δικονομιών όλων των κλάδων και του οργανισμού δικαστηρίων, 579
- Σε περίπτωση νομοθετικής μεταβολής στις εκκρεμείς δίκες που εκδικάζονται κατα τη διαδικασία των εργατικών διαφορών έχουν εφαρμογή οι καταργούμενες διατάξεις έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης εάν ο νέος νόμος δεν περιέχει σχετική ειδική μνεία. Κατα την παραπάνω ειδική διαδικασία εκδικάζονται και οι διαφορές που αφορούν διατροφή και επιμέλεια τέκνου, 1147
Διεθνές δικονομικό δίκαιο
- Οι νέες τροποποιήσεις της πολιτικής δικονομίας (ν.2447/1996), 339
Διεθνής δικαιοδοσία
- Διεθνής δικαιοδοσία ελληνικών δικαστηρίων για προσωρινή και οριστική δικαστική προστασία, 17
- Η αναγκαιότητα μιας αυτόνομης κοινοτικής ερμηνείας του άρθρου 5 σημείο 1 της Σύμβασης των Βρυξελλών, 478
- Διεθνής δικαιοδοσία ελληνικών δικαστηρίων για κληρονομικές διαφορές, 749
- Κύρωση και ισχύς της Σύμβασης του Λουγκάνο για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, 835
Δικαιοδοσία
- Τα ασφαλιστικά μέτρα, που είναι μορφή προσωρινής δικαστικής προστασίας αναφορικά με κάποιο εριζόμενο δικαίωμα, δεν μπορούν να διαταχθούν από τα πολιτικά δικαστήρια, όταν πρόκειται για διοικητική διαφορά ουσίας. Επί διοικητικών διαφορών δεν είναι κατά την κρατούσα γνώμη δεκτή η λήψη ασφαλιστικών μέτρων από τα πολιτικά δικαστήρια, αλλά ούτε και από τα διοικητικά με ανάλογη εφαρμογή των αρθρ. 682 επ. ΠολΔ, μολονότι η τελευταία αυτή λύση ενδείκνυται ήδη για την αντιμετώπιση του κενού, 8
- Οι αμφισβητήσεις που αφορούν το κύρος των συμβάσεων που καταρτίζονται μεταξύ του Δημοσίου ή του ΙΚΑ και των ιδιωτών, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτών, καθώς και τη νομιμότητα των διοικητικών πράξεων που εκδίδονται με βάση τους σχετικούς συμβατικούς όρους, υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία, συνεπώς, έχουν δικαιοδοσία για να διατάξουν και ασφαλιστικά μέτρα. Ένα τέτοιο ασφαλιστικό μέτρο, ως προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης, μπορεί να είναι και η απαγόρευση στο ΙΚΑ να διενεργήσει το διαγωνισμό που προκήρυξε για την προμήθεια αναλογικών- ορμονολογικών αναλυτών, 10
- Τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν εξουσία να δικάζουν διοικητικές διαφορές. Έχουν όμως εξουσία να εξετάζουν παρεμπιπτόντως διοικητικής φύσης ζητήματα, εκτός αν αυτά έχουν ήδη εκδικαστεί από τα διοικητικά δικαστήρια με δύναμη δεδικασμένου, οπότε το πολιτικό δικαστήριο δεσμεύεται από την τελεσίδικη απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου. Αυτό ισχύει και στην περίπτωση που το διοικητικό δικαστήριο δέχθηκε τη δική του δικαιοδοσία να δικάσει ακυρωτική αίτηση αναφορικά με σύμβαση των διαδίκων, την οποία έκρινε ως διοικητικής φύσης, αν στη συνέχεια ασκηθεί αγωγή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων για την καταβολή της αντιπαροχής από τη σύμβαση τούτη, οπότε το δικαστήριο δεσμεύεται ότι δεν έχει δικαιοδοσία να δικάσει την αγωγή, επειδή περαιτέρω δεσμεύεται από τη δεδικασμένο της απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου, αναφορικά με το χαρακτήρα της ίδιας επίδικης σύμβασης ως διοικητικής, 130
- Αν το ελληνικό Δημόσιο ζητεί την προσωπική κράτηση του οφειλέτη του για την πληρωμή χρέους του από κατάπτωση εγγύησης, τότε, μολονότι έχει γίνει σχετική βεβαίωση του χρέους στο δημόσιο ταμείο, η απαίτηση έχει χαρακτήρα ιδιωτικού δικαίου, έτσι ώστε και το αίτημα της προσωπικής κράτησης για την αναγκαστική ικανοποίηση αυτής της ιδιωτικού δικαίου απαίτησης να εισάγει ιδιωτική διαφορά, για την οποία έχουν δικαιοδοσία τα πολιτικά , και όχι τα διοικητικά δικαστήρια, 210
- Σκοπός του άρθρου 100 §1 εδ.δ' Σ, αναφορικά με την άρση των συγκρούσεων μεταξύ των δικαστηρίων και των διοικητικών αρχών ή μεταξύ του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών δικαστηρίων αφ' ενός και των αστικών και ποινικών δικαστηρίων αφ' ετέρου, ή μεταξύ του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των λοιπών δικαστηρίων, είναι η αποτροπή της αρνησιδικίας, κάτι που συμβαίνει είτε αν και τα δύο δικαστήρια αρνηθούν να εκδώσουν απόφαση επί της ουσίας, επικαλούμενα έλλειψη δικαιοδοσίας καθενός από αυτά, είτε αν δεχθούν όλα τη συνδρομή δικαιοδοσίας τους και εκδώσουν αντιφατικές και αλληλοαναιρούμενες κατά τις έννομες συνέπειές τους αποφάσεις επί της ουσίας. Για το λόγο τούτο δεν αρκεί για να θεμελιωθεί η δικαιοδοσία του ΑΕΔ το γεγονός και μόνο ότι εκκρεμεί ενώπιον δικαστηρίων διαφορετικών κλάδων δικαιοδοσίας η ίδια υπόθεση μεταξύ των ίδιων διαδίκων και ότι το ένα από τα δικαστήρια αυτά αποφάνθηκε θετικά ή αρνητικά περί της δικαιοδοσίας του, αλλά απαιτείται η έκδοση και από τα δύο δικαστήρια αποφάσεων μη συμβατών μεταξύ τους ως προς το ζήτημα της δικαιοδοσίας, 263
- Η θεραπεία του απαράδεκτου λόγω λαθεμένης επιλογής δικαιοδοσίας, 314
Δικαιοπρακτική ικανότητα
- Ικανότητα δικαίου και δικαιοπρακτική ικανότητα ενώσεων προσώπων που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, 5
Δικαιοπραξία
- Αναίρεση για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, 614
Δικαίωμα ακρόασης
- Δικαίωμα ακροάσεως ενώπιον των διοικητικών αρχών και περιεχόμενο του ένδικου βοηθήματος ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, 186
- Τρίτος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση πρωτοδίκως έχει δικαίωμα ν' ασκήσει νέα παρέμβαση και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Όμως η νέα τούτη παρέμβασή του πρέπει να γίνει με κατάθεση δικογράφου και επίδοση κατά το άρθρο 81 ΠολΔ, και μάλιστα ακόμη και αν πρωτοδίκως επιτρεπόταν ν' ασκηθεί με προφορική δήλωση στη ακροατήριο, όπως λχ στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Δεν πάσχει ακυρότητα το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής από δημόσια δασική έκταση, μολονότι εκδόθηκε δίχως να δοθεί στον αποβαλλόμενο η προηγούμενη δυνατότητα υπεράσπισής του, αν το μέτρο της αποβολής του επιβλήθηκε με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που ανάγονται στο χαρακτήρα της έκτασης ως δασικής, της οποίας η αλλοίωση απαγορεύεται με συνταγματικές εγγυήσεις κατά τρόπο δέσμιο για την κρίση της αρμόδιας διοικητικής αρχής, 235
- Το δικαίωμα της προηγούμενης διοικητικής ακρόασης, 247
- Οι διατάξεις του άρθρου 21 π.δ. 18/1989 δεν προβλέπουν την κοινοποίηση στον ασκούντα την αίτηση ακύρωσης ή στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αντιγράφου του δικογράφου της αίτησης ακύρωσης και της πράξης του προέδρου του οικείου δικαστηρίου που καθορίζει τον εισηγητή δικαστή και τη δικάσιμο της υποθέσεως ούτε πριν από την πρώτη δικάσιμο ούτε ύστερα από τυχόν αναβολή της υποθέσεως για άλλη δικάσιμο. Η ρύθμιση αυτή του νόμου κατά την άποψη που επικράτησε στο δικαστήριο, δεν παραβιάζει το κατοχυρωμένο από το άρθρο 20§1 Σ δικαίωμα δικαστικής ακρόασης (με μειοψ.), 471
- Δυνατότητα του διαδίκου να κληθεί και να του δοθεί δυνατότητα να ακουστεί, 851
- Τρίτοι, που προσβάλλονται στα έννομα συμφέροντά τους από παράνομη ή καταχρηστική απεργία, έχουν θεμελιακό δικαίωμα να εναντιωθούν και νομιμοποιούνται να ζητήσουν τη δραστική δικαστική απαγόρευσή της, 975
Δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης
- Για το ορισμένο της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής ιδιώτη κατά του ελληνικού Δημοσίου σχετικά με αγρό ή λιβάδι που βρίσκεται στις «νέες χώρες», πρέπει ν' αναφέρεται σ' αυτήν ότι ο συγκεκριμένος δικαιοπάροχος, άμεσος ή απώτερος του ενάγοντα, είχε δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης του επίδικου ή να παρατίθενται συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι το επίδικο υπαγόταν σε μία από τις κατηγορίες ιδιόκτητων γαιών του άρθρου 2 του οθωμανικού νόμου περί γαιών (ν. 297/1915, οθωμανικός ν. 7 Ραμαζάν 1856, ν. 79/1913, ν. 147/1914, π.δ. 11/12.11.1929), 491
Δικαίωμα δικαστικής προστασίας
- Η τρίμηνη προθεσμία του άρθρου 75§2 εδ. β' ΚΕΔΕ για την άσκηση ανακοπής από τον οφειλέτη, στον οποίον δεν κοινοποιήθηκε έγκυρα το πρόγραμμα πλειστηριασμού ή δεν έλαβε γνώση αυτού, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική, γιατί θίγει στην ουσία το δικαίωμα που κατοχυρώνει το άρθρο 20§1 Σ, 952
- Το μέτρο της αναστολής λειτουργίας καταστήματος επιτηδευματία κατά το άρθρο 48 ν. 2065/1992, αποκλείοντας τη δυνατότητα του επιτηδευματία να ζητήσει από τη δικαστική αρχή αναστολή, αντίκειται, κατά το τελευταίο αυτό σημείο (αποκλεισμό δυνατότητας αίτησης αναστολής), στην συνταγματική διάταξη του άρθρου 20§1, και τούτο γιατί η έλλειψη της δυνατότητας αυτής οδηγεί σε ματαίωση του σκοπού για τον οποίο παρέχεται η προσφυγή κατά της σχετικής απόφασης του Υπουργού, αφού η παύση της λειτουργίας του καταστήματος κλπ είναι περιορισμένης χρονικής διάρκειας (μέχρι ένα μήνα), ενώ η άσκηση, εκδίκαση και έκδοση απόφασης επί της προσφυγής μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα είναι από τα πράγματα αδύνατη. Η δυνατότητα δικαστικής αναστολής πρέπει να αναζητηθεί στην διάταξη του άρθρου 4 ν. 1732/1987, ως συγγενέστερη αφού οι διαφορές που η τελευταία αυτή διάταξη αφορά, δικάζονται ομοίως κατά τον ΚΦορΔ, η δε αίτηση αναστολής που προβλέπεται από τη διάταξη αυτή, αφορά σε απαγόρευση της λειτουργίας καταστήματος, 955
- Χαρακτήρας του κανόνα που ρυθμίζει το δικαίωμα για παροχή δικαστικής προστασίας, 971
- Τρίτοι, που προσβάλλονται στα έννομα συμφέροντά τους από παράνομη ή καταχρηστική απεργία, έχουν θεμελιακό δικαίωμα να εναντιωθούν και νομιμοποιούνται να ζητήσουν τη δραστική δικαστική απαγόρευσή της, 975
- Έκταση της δικαστικής αναστολής εκτέλεσης της διοικητικής πράξης, 1035
- Δικαστική προστασία κατά το στάδιο που προηγείται σύναψης συμβάσεως δημόσιων έργων, κρατικών προμηθειών και υπηρεσιών, σύμφωνα με την οδηγία 89/665 ΕΟΚ - νόμος 2522- , 1228
Δικαστής
- Η αιτιολογία των ποινικών αποφάσεων (Μια προσπάθεια προσεγγίσεως του προβλήματος από την πλευρά ενός δικαστή), 198
- Σκέψεις για το έργο του δικαστή και τους προβληματισμούς του, 562
- Ο καλός δικαστής Magnaud, 1074
Δικαστικά έξοδα
- Υπάγεται στην αρμοδιότητα του εφετείου Δυτικής Μακεδονίας η εκδίκαση εφέσεως που εκκρεμεί πριν από την ίδρυσή του στο αρμόδιο τότε δικαστήριο, η δικάσιμός της όμως ορίστηκε σε ημερομηνία μεταγενέστερη της ισχύος του π.δ. που ίδρυσε το εφετείο Δυτικής Μακεδονίας. Η απόφαση παραπομπής της υπόθεσης στο αρμόδιο δικαστήριο είναι οριστική και πρέπει να περιλαμβάνει διάταξη ρυθμιστική των δικαστικών εξόδων, 157
- Η απαράδεκτη έφεσις και η επιβολή δικαστικών εξόδων, 546
Δικαστική επιμέλεια ξένων υποθέσεων
- Οι νέες τροποποιήσεις της πολιτικής δικονομίας (ν. 2447/1996), 339
Δικαστικοί υπάλληλοι
- Συνταγματικότητα της ενιαίας κατάταξης των πτυχιούχων ΑΕΙ δικαστικών υπαλλήλων, με τους μη πτυχιούχους συναδέλφους τους, στην αυτή κατηγορία π.ε. (πανεπιστημιακής εκπαιδεύσεως), με τη χρήση ως μοναδικού κριτηρίου, του χρόνου διορισμού των τελευταίων στην υπηρεσία. Πλειοψηφία: Η σχετική διάταξη του άρθρου 10§6 ν. 2331/1995 που προβλέπει την ενιαία αυτή κατάταξη, δεν αντίκειται στα άρθρα 4§1 και 5§1 Σ λόγω της εξελίξεως του νομικού καθεστώτος που αναφέρεται στην υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών υπαλλήλων, καθώς και των ιδιαιτέρων σε σχέση με τους λοιπούς δημόσιους υπαλλήλους χαρακτηριστικών των καθηκόντων τους, ως υπαλλήλων οι οποίοι υπό την εποπτεία δικαστικών λειτουργών παρέχουν στους τελευταίους γραμματειακή απλώς υποστήριξη, όπως και των χρονικών προϋποθέσεων που η εν λόγω διάταξη τάσσει. Μειοψηφία: Η επίμαχη διάταξη του άρθρου 10§6 του ν. 2331/1995, εισάγουσα ανεπίτρεπτη εξαίρεσε στον κανόνα του άρθρ. 18§1 ν. 1586/1986 που επέβαλε και για τους υπαλλήλους της γραμματείας των δικαστηρίων την κατάταξή τους σε κατηγορίες θέσεων αντίστοιχες προς το επίπεδο των σπουδών τους, σύμφωνα με όσα ισχύουν παγίως για τους λοιπούς δημόσιους υπαλλήλους, συνεπαγόμενη μάλιστα για τους μη πτυχιούχους δικαστικούς υπαλλήλους, ταχύτερη βαθμολογική εξέλιξη, δεν εναρμονίζεται με τις συνταγματικές αρχές της ισότητας (άρθρ. 4§1) και της σταδιοδρομίας καθενός, ανάλογα με την προσωπική του αξία (αρθρ 5§1), 929
Δικηγόρος
- Η ευθύνη του δικηγόρου και του συμβολαιογράφου μετά τον ν. 2251/94, 559
Δικόγραφο
- Ελλιπής προσδιορισμός διαδίκου σε δικόγραφο, 463
Διοικητικά δικαστήρια
- Δικαίωμα ακροάσεως ενώπιον των διοικητικών αρχών και περιεχόμενο του ενδίκου βοηθήματος ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, 186
- Διάταξη και εκτίμηση πραγματογνωμοσύνης από το ΣτΕ, κατά την άσκηση της ακυρωτικής του αρμοδιότητας, επί τεχνικής φύσεως ζητήματος που απαιτεί γνώσεις ειδικής επιστήμης. Η μικρή λίμνη Βρωμόλιμνος της νήσου Σκιάθου, δεν αποτελεί προέκταση της θάλασσας στην ξηρά «κατά τας μεγίστας πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων» και συνεπώς όχι νομίμως περιλήφθηκε μέσα στην οριογραμμή του αιγιαλού, 1030
Διοικητική διαφορά
- Τα ασφαλιστικά μέτρα, που είναι μορφή προσωρινής δικαστικής προστασίας αναφορικά με κάποιο εριζόμενο δικαίωμα, δεν μπορούν να διαταχθούν από τα πολιτικά δικαστήρια, όταν πρόκειται για διοικητική διαφορά ουσίας. Επί διοικητικών διαφορών δεν είναι κατά την κρατούσα γνώμη δεκτή η λήψη ασφαλιστικών μέτρων από τα πολιτικά δικαστήρια, αλλά ούτε και από τα διοικητικά με ανάλογη εφαρμογή των αρθρ. 682 επ. ΠολΔ, μολονότι η τελευταία αυτή λύση ενδείκνυται ήδη για την αντιμετώπιση του κενού, 8
- Οι αμφισβητήσεις που αφορούν το κύρος των συμβάσεων που καταρτίζονται μεταξύ του Δημοσίου ή του ΙΚΑ και των ιδιωτών, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτών, καθώς και τη νομιμότητα των διοικητικών πράξεων που εκδίδονται με βάση τους σχετικούς συμβατικούς όρους, υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία, συνεπώς, έχουν δικαιοδοσία για να διατάξουν και ασφαλιστικά μέτρα. Ένα τέτοιο ασφαλιστικό μέτρο, ως προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης, μπορεί να είναι και η απαγόρευση στο ΙΚΑ να διενεργήσει το διαγωνισμό που προκήρυξε για την προμήθεια αναλογικών- ορμονολογικών αναλυτών, 10
- Τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν εξουσία να δικάζουν διοικητικές διαφορές. Έχουν όμως εξουσία να εξετάζουν παρεμπιπτόντως διοικητικής φύσης ζητήματα, εκτός αν αυτά έχουν ήδη εκδικαστεί από τα διοικητικά δικαστήρια με δύναμη δεδικασμένου, οπότε το πολιτικό δικαστήριο δεσμεύεται από την τελεσίδικη απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου. Αυτό ισχύει και στην περίπτωση όπου το διοικητικό δικαστήριο δέχθηκε τη δική του δικαιοδοσία να δικάσει ακυρωτική αίτηση, αναφορικά με σύμβαση των διαδίκων, την οποία έκρινε ως διοικητικής φύσης, αν στη συνέχεια ασκηθεί αγωγή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων για την καταβολή της αντιπαροχής από τη σύμβαση τούτη, οπότε το πολιτικό δικαστήριο δεσμεύεται ότι δεν έχει δικαιοδοσία να δικάσει την αγωγή, επειδή περαιτέρω δεσμεύεται από το δεδικασμένο της απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου, αναφορικά με το χαρακτήρα της ίδιας επίδικης σύμβασης ως διοικητικής, 130
- Προσωρινή δικαστική προστασία επί διοικητικών διαφορών από τα πολιτικά δικαστήρια, 477
- Προβλήματα ελέγχου συνταγματικότητας στις διοικητικές διαφορές ουσίας, 938
Διοικητική δίκη
- Η νομιμοποίηση του πληρεξουσίου στην διοικητική δίκη, 536
- Και πάλι: Η λύση του προβλήματος της νομιμοποιήσεως στην διοικητική δίκη από το Συμβούλιο της Επικρατείας, 920
Διοικητική δικονομία
- Δικονομικά ζητήματα από την αγωγή του διοικητικού δικονομικού δικαίου - Διακοπή παραγραφής και αυτοτέλεια του ένδικου βοηθήματος- , 55
- Η έννοια του «νέου στοιχείου» κατά την ανάκληση αποφάσεως προσωρινής δικαστικής προστασίας στην διοικητική δικονομία, 419
- Δικονομικά ζητήματα από την αγωγή του διοικητικού δικονομικού δικαίου - Η αγωγή αδικαιολογήτου πλουτισμού - , 806
Διοικητική εκτέλεση
- Η έκταση του δικαστικού ελέγχου σε περίπτωση προσβολής πράξεων της διοικητικής εκτέλεσης, 817
- Η τρίμηνη προθεσμία του άρθρου 75§2 εδ. β' ΚΕΔΕ για την άσκηση ανακοπής από τον οφειλέτη, στον οποίον δεν κοινοποιήθηκε έγκυρα το πρόγραμμα πλειστηριασμού ή δεν έλαβε γνώση αυτού, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική, γιατί θίγει στην ουσία το δικαίωμα που κατοχυρώνει το άρθρο 20§1 Σ, 952
Διοικητική πράξη
- Αν το δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα αν έχει δημοσιευθεί νομίμως κανονιστική διοικητική πράξη, επί της οποίας θεμελιώνεται η προσβαλλόμενη ατομική, διατάσσει την αναβολή της συζήτησης, προκειμένου να παρασχεθούν οι σχετικές πληροφορίες από τη διοίκηση, με τη σύνταξη συμπληρωματικής έκθεσης, 424
- Έκταση της δικαστικής αναστολής εκτέλεσης της διοικητικής πράξης, 1035
- Δε χωρεί αναστολή εκτέλεσης διοικητικής πράξης που έχει ήδη ολοσχερώς εκτελεστεί, έτσι που να μην απομένει στάδιο περαιτέρω εκτέλεσης (πλειοψ.) Μειοψηφ: η αναστολή εκτέλεσης δεν επιτρέπεται μόνον σε περιπτώσεις που έχει ολοκληρωθεί η υλική εκτέλεση διοικητικής πράξης, η οποία φυσικώς δεν είναι δεκτική επανόρθωσης. Όμως, όταν η εκτέλεση συντελείται αποκλειστικώς στο πεδίο της νομικής διάπλασης έννομων σχέσεων του διοικητικού δικαίου (νομικής εκτέλεσης), χωρεί δικαστική αναστολή της εκτέλεσης, εφ' όσον συντρέχουν οι οικείες νόμιμες προϋποθέσεις, 1051
Διπλοθεσία
- Η διάταξη του άρθρ. 2§4 ν. 2233/1994, κατά το μέρος που με αυτήν θεσπίστηκε η αυτοδίκαιη παύση της ισχύος των πράξεων, με τις οποίες επετράπη στα μέλη του εκπαιδευτικού προσωπικού των ΑΕΙ και ΤΕΙ της χώρας η κατοχή δεύτερης οργανικής θέσεως στην εκπαίδευση, σε περίπτωση που δεν υποβάλλουν εντός ορισμένης προθεσμίας δήλωση για τη θέση που επιλέγουν, μετά την κατάργηση με την ίδια ως άνω διάταξη της δυνατότητας κατοχής δεύτερης θέσης στην εκπαίδευση, είναι αντισυνταγματική, ως προσήκουσα στις διατάξεις των άρθρων 16§4 Σ, καθόσον εμμέσως με τον τρόπο αυτό, θέτει εκτός υπηρεσίας τους κατέχοντες τέτοια θέση, χωρίς να αποφανθεί προς τούτο το αρμόδιο συμβούλιο (μειοψ.), 1068
Δόλος
- Αν η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για έλλειψη δόλου ορισμένου διαδίκου αντιφάσκει με τα πραγματικά γεγονότα που έγιναν δεκτά ως αποδειγμένα, η απόφαση στερείται αιτιολογίας και αναιρείται (πλειοψ.) Σε μια τέτοια περίπτωση η απόφαση παραβίασε το νόμο που καθιερώνει έννομες συνέπειες σε περίπτωση δόλου και πρέπει ν' αναιρεθεί εξαιτίας σφαλερής ερμηνείας του νόμου (μειοψ.), 322
- Η κρίση για τη συνδρομή ή μή δόλου είναι κρίση περί τα πράγματα και δέν ελέγχεται αναιρετικώς (1η γνώμη) Η κρίση τούτη για έλλειψη δόλου που αντιφάσκει με τα πραγματικά γεγονότα που έγιναν δεκτά ως αποδειγμένα, πάσχει ως προς την πληρότητα των αιτιολογιών της και ελέγχεται αναιρετικώς για το λόγο τούτο (2η γνώμη) Η κρίση για τη μή συνδρομή δόλου αναφέρεται στο νομικό χαρακτηρισμό που κάνει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έτσι ώστε αν η κατάφαση ή μή αυτού του νομικού χαρακτηρισμού δέ στηρίζεται στα γεγονότα που έγιναν δεκτά ως αποδειγμένα, να δικαιολογεί την αναίρεση για παράβαση του νόμου (3η γνώμη), 322
Δωρεά
- Στην περίπτωση που καταρτίζεται τυπική σύμβαση, με το πρόσθετο σύμφωνο της εξάρτησης των έννομων συνεπειών της από αίρεση, τότε ο τύπος που απαιτείται από το νόμο για την κύρια σύμβαση, απαιτείται και για το πρόσθετο σύμφωνο της αίρεσης. Αν όμως καταρτίστηκε κύρια σύμβαση πώλησης εικονικώς και με ιδιωτικό αντέγγραφο βεβαιώνεται ότι η πώληση είναι εικονική και υπ' αυτήν υποκρύπτεται δωρεά, τότε το συμβολαιογραφικό έγγραφο που απαιτείται για τη δωρεά καλύπτεται από το συμβολαιογραφικό έγγραφο που συντάχθηκε για την εικονική πώληση, ενώ εξ άλλου για το πρόσθετο σύμφωνο της διαλυτικής αίρεσης από την οποία εξαρτήθηκε η δωρεά, αρκεί το ιδιωτικό αντέγγραφο (πλειοψ.) Αντιθέτως μειοψηφία δύο δικαστών: για το πρόσθετο σύμφωνο της διαλυτικής αίρεσης απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο, αφού τούτο δεν αναπληρώνεται από το συμβολαιογραφικό έγγραφο της πώλησης. Παραπομπή στην ολομέλεια, 1308
Δωσιδικία της δικαιοπραξίας
- Η δωσιδικία της δικαιοπραξίας και το δικαίωμα διατροφής, 269
Έγγραφο
- Η λήψη υπόψη μη αναγνωσθέντος εγγράφου προς σχηματισμό της κρίσεως για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου επιφέρει απόλυτη ακυρότητα. Δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά το περιεχόμενο του αναγνωσθέντος εγγράφου, απαιτείται όμως η αναγραφή των προσδιοριστικών του εγγράφου στοιχείων, 442
Εγγύηση
- Αν το ελληνικό Δημόσιο ζητεί την προσωπική κράτηση του οφειλέτη του για την πληρωμή χρέους του από κατάπτωση εγγύησης, τότε, μολονότι έχει γίνει σχετική βεβαίωση του χρέους στο δημόσιο ταμείο, η απαίτηση έχει χαρακτήρα ιδιωτικού δικαίου, έτσι ώστε και το αίτημα της προσωπικής κράτησης για την αναγκαστική ικανοποίηση αυτής της ιδιωτικού δικαίου απαίτησης να εισάγει ιδιωτική διαφορά, για την οποία έχουν δικαιοδοσία τα πολιτικά, και όχι τα διοικητικά δικαστήρια, 210
Έγκλημα
- Αιτιολογίες ποινικών αποφάσεων σε συσχετισμό με τον ορισμό του εγκλήματος άρθρου 10 Ποινικού Κώδικα, 1320
Εθνικό Κτηματολόγιο
- Το σχέδιο νόμου για το Εθνικό Κτηματολόγιο και ο νόμος για τη διαδικασία ως τις πρώτες οριστικές έγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία, 227
Ειδική εκκαθάριση επιχειρήσεων
- Με την ειδική εκκαθάριση του άρθρ. 46α ν. 1892/1990 καθιερώνεται ένα οιονεί κλειστό σύστημα εκτέλεσης κατά παρέκκλιση του συστήματος της ΠολΔ αλλά και αυτού της πτώχευσης. Ως προς στην προσβολή αυτής της διαδικασίας ενώ γίνεται δεκτή η αναλογική εφαρμογή των άρθρων 933, 936 ΠολΔ για την ακυρωτική ανακοπή και 938 ΠολΔ για την αναστολή, δέν επιτρέπεται εκείνη του άρθρ. 954 ΠολΔ για την διορθωτική ανακοπή λόγω της μή πρόβλεψης στο άρθρο 46α ν. 1892/1990 δυνατότητας διορθωτικής παρέμβασης του δικαστηρίου στην εκτελεστική διαδικασία, αλλά και της ύπαρξης στο ίδιο άρθρο ειδικής ρύθμισης που κωλύει την ανάγκη ερμηνευτικής αναλογίας, 40
- Στην ειδική διαδικασία εκκαθάρισης του άρθρου 46α ν. 1892 (και ν. 1892/1990) εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 972 ΠολΔ μόνο ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου της αναγγελίας, όχι όμως και ως προς την προθεσμία, η οποία ρυθμίζεται ειδικώς. Το έγγραφο της αναγγελίας αρκεί να περιγράφει και εξατομικεύει την αναγγελλόμενη απαίτηση, κατά τρόπο που να μήν υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης με άλλη απαίτηση, δίχως να χρειάζεται να αναφέρει λεπτομερώς τα παραγωγικά της γεγονότα. Σε αναγγελία δικαιούται και δανειστής, του οποίου η χρηματική απαίτηση δεν αποδεικνύεται εγγράφως κατά το χρόνο της αναγγελίας. Ο δανειστής που ανήγγειλε εμπρόθεσμα την απαίτησή του, αλλά δέν κατέθεσε εμπρόθεσμα τα έγγραφα που την αποδεικνύουν, περιάγεται δικονομικώς στη θέση του δανειστή που έχει αμφίβολη απαίτηση και συνεπώς κατατάσσεται, όπως κι εκείνος, τυχαίως. Απαιτήσεις, που γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης της επιχείρησης, είναι ομαδικά πιστώματα, με αποτέλεσμα να μήν είναι απαραίτητο ν' αναγγελθούν, επειδή δέν υπόκεινται στη διαδικασία της εκκαθάρισης, αλλ' ικανοποιούνται πριν και ανεξάρτητα από τη διανομή του πλειστηριάσματος. Η ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης στρέφεται κατά των δανειστών εκείνων, των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη. Για το λόγο τούτο είναι απαράδεκτη όταν στρέφεται κατά του καθ' ού η εκτέλεση- οφειλέτη ή κατά των δανειστών που ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους, αλλά δέν κατατάχθηκαν. Ως λόγοι της ανακοπής παραδεκτώς προτείνονται σφάλματα της διαδικασίας της κατάταξης, περιλαμβανομένων και των σφαλμάτων αναφορικά με τα έξοδα της εκτέλεσης και γενικότερα της εκκαθάρισης. Ως λόγος ανακοπής αρκεί η γενική άρνηση της ισχύος της απαίτησης, της οποίας η κατάταξη προσβάλλεται. Αντιθέτως πρέπει να προσδιορίζονται με σαφήνεια τα παραγωγικά γεγονότα της απαίτησης του ανακόπτοντα, η οποία στηρίζει τη νομιμοποίησή του προς άσκηση της ανακοπής. Η ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46α ν. 1892 έχει το χαρακτήρα συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης, κάτι που έχει σημασία για την κάλυψη των νομοθετικών κενών με την ανάλογη εφαρμογή διατάξεων που ρυθμίζουν συγγενικούς θεσμούς και ιδίως την πτώχευση. Αν συντρέχουν περισσότερες ομαδικές απαιτήσεις που εμπίπτουν στην ίδια τάξη, δεν κατατάσσονται συμμέτρως, αλλά κατά σειρά ανάλογη προς εκείνη που ορίζει το άρθρο 975 ΚΠολΔ. Είναι παράνομη η κατάταξη χρηματικών ποσών, τα οποία η εκκαθαρίστρια εταιρία έλαβε από ορισμένη τράπεζα για την κάλυψη των δαπανών λειτουργίας της υπό εκκαθάριση επιχείρησης, δίχως όμως να προσκομίζονται οι αναγκαίες αποδείξεις ότι τα σχετικά χρηματικά ποσά διατέθηκαν όντως για το σκοπό τούτο. Η αναγγελλόμενη απαίτηση τράπεζας, που προέρχεται από εκχώρηση προνομιούχων απαιτήσεων των εργαζομένων της υπό εκκαθάριση επιχείρησης, ύστερα από πρόωρη ικανοποίησή τους από το προϊόν αντίστοιχης πίστωσης που χορήγησε η εκδοχέας τράπεζα, είναι εξοπλισμένη με το προνόμιο που είχαν εξ αρχής οι εκχωρηθείσες απαιτήσεις των εργαζομένων (ΑΚ 458). Το δικαστήριο, ακυρώνοντας τον πίνακα στο σύνολό του, δεν έχει εξουσία να προχωρήσει στην εξ υπαρχής σύνταξη αυτού και κατάταξη των δανειστών που αναγγέλθηκαν σύμφωνα με όσα προέκυψαν από την εκδίκαση της ανακοπής, κάτι που ανάγεται στα έργα του υπαλλήλου του πλειστηριασμού και σε περίπτωση ειδικής εκκαθάρισης του εκκαθαριστή, 171
- Ο πλειστηριασμός ακινήτου στο πλαίσιο της ειδικής εκκαθάρισης προβληματικής επιχείρησης είναι αυτοδικαίως άκυρος αν το ΣτΕ ακυρώσει την υπουργική απόφαση, με την οποία η προβληματική επιχείρηση τέθηκε υπό ειδική εκκαθάριση. Ο υπερθεματιστής απαραδέκτως προτείνει ένσταση επίσχεσης, με την έννοια της μή απόδοσης του ακινήτου που ακύρως του κατακυρώθηκε, ώσπου να του επιστραφεί το πλειστηρίασμα. Και τούτο, επειδή αυτή η ένσταση είναι αόριστη, εφόσον το πλειστηρίασμα, του οποίου αξιούται η προηγούμενη (ή ταυτόχρονη) επιστροφή κάλυπτε την αξία όχι μόνον του ακινήτου, αλλά και πολλών κινητών, που πλειστηριάσθηκαν μαζί του, έτσι ώστε να είναι απαραίτητος ο προσδιορισμός εκ μέρους του ενισταμένου της αξίας των κινητών που πρέπει να αφαιρεθεί από το συνολικό πλειστηρίασμα για να προσδιοριστεί το πλειστηρίασμα που αναλογεί στο ακίνητο, του οποίου η πλειστηρίαση κρίνεται άκυρη, ενώ η αναγνωριστική αγωγή για τη διάγνωση της κυριότητας του καθού η εκτέλεση στα κινητά είναι απορριπτέα ως αόριστη, επειδή δέν προσδιορίζει με ακρίβεια τα κινητά τούτα, 289
Ειδικοί νόμοι
- Οι νέες τροποποιήσεις των δικονομιών όλων των κλάδων και του οργανισμού δικαστηρίων, 579
Εικονικότητα
- Ερμηνεία προτάσεων που περιέχουν ένσταση εικονικότητας, 464
- Στην περίπτωση που καταρτίζεται τυπική σύμβαση, με το πρόσθετο σύμφωνο της εξάρτησης των έννομων συνεπειών της από αίρεση, τότε ο τύπος που απαιτείται από το νόμο για την κύρια σύμβαση απαιτείται και για το πρόσθετο σύμφωνο της αίρεσης. Αν όμως καταρτίστηκε κύρια σύμβαση πώλησης εικονικώς και με ιδιωτικό αντέγγραφο βεβαιώνεται ότι η πώληση είναι εικονική και υπ' αυτήν υποκρύπτεται δωρεά, τότε το συμβολαιογραφικό έγγραφο που απαιτείται για τη δωρεά καλύπτεται από το συμβολαιογραφικό έγγραφο που συντάχθηκε για την εικονική πώληση, ενώ εξ άλλου για το πρόσθετο σύμφωνο της διαλυτικής αίρεσης, από την οποία εξαρτήθηκε η δωρεά, αρκεί το ιδιωτικό αντέγγραφο (πλειοψ.) Αντιθέτως μειοψηφία δύο δικαστών: για το πρόσθετο σύμφωνο της διαλυτικής αίρεσης απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο, αφού τούτο δεν αναπληρώνεται από το συμβολαιογραφικό έγγραφο της πώλησης. Παραπομπή στην ολομέλεια, 1308
Έκθεση αυτοψίας
- Αποδεικτική δύναμη της έκθεσης αυτοψίας της αστυνομικής αρχής, 1232
Εκκαθάριση
- Ελλιπής προσδιορισμός διαδίκου σε δικόγραφο, 463
- Σκοπός της κατά το άρθρο 44§1 ν. 1892/1990 συμφωνίας, που καταρτίζουν η προβληματική επιχείρηση και οι πιστωτές της είναι η εξυγίανση και διάσωση της επιχείρησης, όπως επίσης η εξασφάλιση της απασχόλησης των εργαζομένων σ' αυτήν. Δέν αντίκειται στις συνταγματικά προστατευόμενες αρχές της ισότητας, της οικονομικής ελευθερίας, της ιδιοκτησίας και της κοινωνικής ασφαλίσεως των εργαζομένων. Δέσμευση και των μή συμβληθέντων πιστωτών, εφόσον η συμφωνία επικυρωθεί από το εφετείο, 531
Εκκρεμοδικία
- Προϋποθέσεις απαραδέκτου εξαιτίας εκκρεμοδικίας, 973
- Για να υπάρξει εκκρεμοδικία δεν αρκεί η σύμπτωση των αιτημάτων δύο αγωγών, αλλά απαιτείται και η ταυτότητα της ιστορικής και νομικής αιτίας, η οποία σε αγωγές διαζυγίου δεν υπάρχει όταν καθεμία στηρίζεται σε διαφορετικό λόγο, 986
Εκλογές
- Από την αρχή της ελεύθερης και ανόθευτης εκδήλωσης της λαϊκής θέλησης, ως έκφρασης της λαϊκής κυριαρχίας που κατοχυρώνεται από το άρθρο 52 του Συντ., συνάγεται επίσης ότι το εκλογικό σώμα, στα πλαίσια της υποχρεωτικής άσκησης του εκλογικού του δικαιώματος, είτε η υποχρεωτικότητα προβλέπεται από το Σύνταγμα είτε επιβάλλεται από το νόμο, πρέπει να έχει και τη δυνατότητα αποδοκιμασίας όλων των κατερχομένων στις εκλογές υποψηφίων, γιατί αποτελεί και αυτή μορφή εκδήλωσης της λαϊκής κυριαρχίας. Δεδομένου δε ότι μόνο με τη λευκή ψήφο εκφράζεται γνήσια η βούληση του εκλογέα να αποδοκιμάσει όλους τους υποψήφιους, πρέπει να γίνει δεκτό ότι από το άρθρο 52 του Συντ. απορρέει και η υποχρέωση παροχής στον εκλογέα της δυνατότητας να εκφράσει τη βούλησή του αυτή με τη ρίψη στην κάλπη λευκού ψηφοδελτίου, 685
- Νομιμοποιούνται ενεργητικά ν' ασκήσουν έφεση για την εξαφάνιση πρωτόδικης απόφασης επί ενστάσεως κατά του κύρους των εκλογών και τρίτοι, όπως κάθε εκλογέας δήμου ή κοινότητας, ανεξαρτήτως από το αν άσκησε ένσταση ή όχι. Όμως η δικαιοδοτική εξουσία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου περιορίζεται στα ζητήματα που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως με την ένσταση και κατά συνέπεια ο τρίτος- εκκαλών δεν μπορεί να προβάλει νέους ισχυρισμούς με την έφεσή του, 1193
Εκούσια δικαιοδοσία
- Η ένωση καταναλωτών που έχει περισσότερα από 500 ενεργά μέλη νομιμοποιείται να ασκήσει συλλογική αγωγή ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας εναντίον προμηθευτή και να ζητήσει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει χρηματικό ποσό προς ανόρθωση της ηθικής βλάβης των καταναλωτών, όπως επίσης να ζητήσει την καταδίκη του εναγόμενου προμηθευτή σε παράλειψη των παραπλανητικών διαφημίσεών του στο μέλλον με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης. Εφόσον ο εναγόμενος προμηθευτής είναι νομικό πρόσωπο, η απειλή τούτη απευθύνεται εναντίον του συνεναγόμενου νόμιμου εκπροσώπου του. Το αίτημα για κήρυξη της απόφασης προσωρινώς εκτελεστής δέν είναι βάσιμο, αν δέν πιθανολογείται κίνδυνος σημαντικής ζημίας του ενάγοντα από την καθυστέρηση της εκτέλεσης ή συνδρομή εξαιρετικών λόγων, που να επιβάλλουν την κήρυξη της καταδικαστικής απόφασης ως προσωρινώς εκτελεστής, 162
- Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η προσφυγή κατά αποφάσεως του μονομελούς πρωτοδικείου που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και κήρυξε εκτελεστή στην Ελλάδα απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου, επειδή ασκήθηκε στο μονομελές πρωτοδικείο και όχι στο αρμόδιο εφετείο, 616
- Το δεδικασμένο των αποφάσεων της εκούσιας δικαιοδοσίας, 629
Εκπροσώπηση
- Στη δίκη, που ανοίγει με αγωγή αποζημίωσης κατά το άρθρο 105 ΕνΑΚ, εναγόμενος (διάδικος) είναι το ελληνικό Δημόσιο, που απλώς εκπροσωπείται από τον αρμόδιο υπουργό. Αν στη δίκη παραστεί το εναγόμενο Δημόσιο με αναρμόδιο υπουργό, τότε το δικαστήριο διατάσσει την αποβολή του και την κλήτευση του αρμόδιου υπουργού, όχι ως διαδίκου, αλλ' ως εκπροσώπου του Δημοσίου, που είναι ο αληθινός διάδικος (πλειοψ.). Κατά τη μειοψηφήσασα γνώμη (του εισηγητή) το Δημόσιο, αν δέν εκπροσωπείται από τον αρμόδιο υπουργό, δικαιούται να προσβάλει την εκδιδόμενη πρωτόβαθμη απόφαση για το λόγο τούτο μόνον αν ο υπουργός, που το είχε εκπροσωπήσει αναρμοδίως στη πρωτόδικη δίκη είχε προτείνει το σχετικό ελάττωμα της διαδικασίας, και ο ισχυρισμός του είχε απορριφθεί κατά παράβαση του νόμου, ήδη δε επικαλείται δικονομική βλάβη του, 72
- Πληρεξουσιότητα και οργανική εκπροσώπηση εμπορικών εταιριών, 1052
Εκτελεστότητα
- Δεδικασμένο και εκτελεστότητα της απόφασης για επωφελέστερη αξιοποίηση ή διάθεση αντικειμένων κληροδοτημάτων ή δωρεών υπέρ κοινωφελών σκοπών, 115
- Αξίωση για εκτελεστότητα των δικαστικών αποφάσεων (2§3 εδ.γ') - Απαγόρευση προσωπικής κράτησης για συμβατικά χρέη (11) - Κατάργηση της ποινής του θανάτου (1 του δεύτερου προαιρετικού πρωτοκόλλου), 451
- Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η προσφυγή κατά αποφάσεως του μονομελούς πρωτοδικείου που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και κήρυξε εκτελεστή στην Ελλάδα απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου, επειδή ασκήθηκε στο μονομελές πρωτοδικείο και όχι στο αρμόδιο εφετείο, 616
- Προκειμένου να συμπληρωθούν ή να επεξηγηθούν τα κενά ή τα αμφίβολα σημεία που ανακύπτουν κατα την εξέταση υπόθεσης κήρυξης εκτελεστής στην Ελλάδα απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου, αναφορικά αφ' ενός με την κήρυξή της ως εκτελεστής στον τόπο έκδοσης και αφ' ετέρου με τη δυνατότητα προσβολής της με έφεση, το δικαστήριο διατάσσει επανάληψη της συζήτησης σύμφωνα με το άρθρο 254 ΠολΔ, 772
- Κύρωση και ισχύς της Σύμβασης του Λουγκάνο για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεως σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, 835
Εμπορικές εταιρίες
- Πληρεξουσιότητα και οργανική εκπροσώπηση εμπορικών εταιριών, 1052
Εμπράγματες αγωγές
- Εμπράγματες αγωγές - Παρεμβάσεις στις συζητήσεις του 23ου ετήσιου συνεδρίου της Ένωσης Ελλήνων Δικονομολόγων, 1235
Ένδικο βοήθημα
- Δικονομικά ζητήματα από την αγωγή του διοικητικού δικονομικού δικαίου - Διακοπή παραγραφής και αυτοτέλεια του ένδικου βοηθήματος - , 55
- Δικαίωμα ακροάσεως ενώπιον των διοικητικών αρχών και περιεχόμενο του ενδίκου βοηθήματος ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων , 186
Ένδικο μέσο
- Παραίτηση από ένδικο μέσο με εξώδικη δήλωση, 613
- Θεμελιακό δικαίωμα εναντίωσης στη λαθεμένη απόφαση με ένδικο μέσο, 849
- Εφάπαξ χρήση κάθε ένδικου μέσου εναντίον ποινικής απόφασης ή βουλεύματος, 1327
Ένορκη βεβαίωση
- Παράλειψη μνείας στην απόφαση ότι συνεκτίμησε και την προσκομισθείσα ένορκη βεβαίωση ενώπιον συμβολαιογράφου, 1233
Ένσταση επίσχεσης
- Ο πλειστηριασμός ακινήτου στο πλαίσιο της ειδικής εκκαθάρισης προβληματικής επιχείρησης είναι αυτοδικαίως άκυρος αν στο ΣτΕ ακυρώσει την υπουργική απόφαση, με την οποία η προβληματική επιχείρηση τέθηκε υπό ειδική εκκαθάριση. Ο υπερθεματιστής απαραδέκτως προτείνει ένσταση επίσχεσης, με την έννοια της μή απόδοσης του ακινήτου που ακύρως του κατακυρώθηκε, ώσπου να του επιστραφεί το πλειστηρίασμα. Και τούτο, επειδή αυτή η ένσταση είναι αόριστη, εφόσον το πλειστηρίασμα, του οποίου αξιούται η προηγούμενη (ή ταυτόχρονη) επιστροφή κάλυπτε την αξία όχι μόνον του ακινήτου, αλλά και πολλών κινητών, που πλειστηριάστηκαν μαζί του, έτσι ώστε να είναι απαραίτητος ο προσδιορισμός εκ μέρους του ενισταμένου της αξίας των κινητών που πρέπει ν' αφαιρεθεί από το συνολικό πλειστηρίασμα για να προσδιοριστεί το πλειστηρίασμα που αναλογεί στο ακίνητο, του οποίου η πλειστηρίαση κρίνεται άκυρη, ενώ η αναγνωριστική αγωγή για τη διάγνωση της κυριότητας του καθού η εκτέλεση στα κινητά είναι απορριπτέα ως αόριστη, επειδή δέν προσδιορίζει με ακρίβεια τα κινητά τούτα, 289
Ενυπόθηκη απαίτηση
- Η εγγραφή της ενυπόθηκης απαίτησης ως τοκοφόρας για την προνομιακή κατάταξη και των τόκων, 471
Ενυπόθηκο ακίνητο
- Για το ελληνικό Δημόσιο η προθεσμία προς άσκηση ανακοπής για τη μεταρρύθμιση πίνακα διανομής πλειστηριάσματος δέν είναι οκτώ, αλλά τριάντα ημερών, και αναστέλλεται κατά το διάστημα των δικαστικών διακοπών. Σε περίπτωση πτώχευσης του οφειλέτη, η διετία προνομιακής κατάταξης απαιτήσεων από σχέση εξαρτημένης εργασίας υπολογίζεται από την ημέρα κήρυξης της πτώχευσης. Όμως, αν ειδικός προνομιούχος πιστωτής επισπεύδει εγκύρως πλειστηριασμό στο πλαίσιο ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης, τότε η προαναφερόμενη διετία προνομιακής κατάταξης αρχίζει όχι από την ημέρα της κήρυξης της πτώχευσης, αλλά από την ημέρα αρχικού ορισμού για τη διενέργεια του πλειστηριασμού που επακολούθησε. Από το προνόμιο τούτο καλύπτονται οι απαιτήσεις, όχι μόνο για την καταβολή του οφειλόμενου μισθού και όλων των επιδομάτων, αλλά και οι απαιτήσεις από μισθούς υπερημερίας, από αδικαιολόγητο πλουτισμό, από αποζημίωση εξ αιτίας αδικήματος ή για στέρηση αδείας, και γενικώς κάθε απαίτηση από την παροχή εξηρτημένης εργασίας. Η προνομιακή κατάταξη των απαιτήσεων από τη σχέση εξαρτημένης εργασίας εκτείνεται και στην παρεπόμενη απαίτησή τους για τόκους. Ειδικώς η απαίτηση αποζημίωσης εξ αιτίας άκυρης καταγγελίας της σχέσης εξαρτημένης εργασίας κατατάσσεται προνομιακώς στο σύνολό της, και μάλιστα ακόμη και αν η καταγγελία έγινε μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού, με την επιφύλαξη όμως ότι η αναγγελία αυτής της απαίτησης έγινε μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από τον πλειστηριασμό (ΠολΔ 972 § 1). Η προνομιακή κατάταξη στον πίνακα διανομής του πλειστηριάσματος δέν είναι στοιχείο της ασφαλιζόμενης απαίτησης, αλλά αφορά τη κατά το χρόνο της κατάταξης στάθμιση των απαιτήσεων περισσότερων δανειστών που έχουν αναγγελθεί, έτσι ώστε να εφαρμόζεται ο νόμος που ισχύει κατά το χρόνο της κατάταξης. Η δυσμενέστερη μεταχείριση των ενυπόθηκων απαιτήσεων διαμέσου νόμου δέν ανατρέπει το χαρακτήρα των υποθηκών ως εμπράγματων δικαιωμάτων, ούτε αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της προστασίας της ιδιοκτησίας (Σ 17) και της ισότητας ενώπιον του νόμου (Σ 4). Σε περίπτωση διανομής της αποζημίωσης που κατατέθηκε εξ αιτίας αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ενυπόθηκου ακινήτου (ΑΚ 1288), η προαναφερόμενη διετία υπολογίζεται με αφετηρία την ημέρα παρακατάθεσης της αποζημίωσης τούτης, 47
Ενυπόθηκος δανειστής
- Εμπράγματες αγωγές - Παρεμβάσεις στις συζητήσεις του 23ου συνεδρίου της Ενώσεως Ελλήνων Δικονομολόγων, 1235
Ένωση προσώπων
- Ικανότητα δικαίου και δικαιοπρακτική ικανότητα ενώσεων προσώπων που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, 5
Εξαρτημένη εργασία
- Για το ελληνικό Δημόσιο η προθεσμία προς άσκηση ανακοπής για τη μεταρρύθμιση πίνακα διανομής πλειστηριάσματος δεν είναι οκτώ, αλλά τριάντα ημερών, και αναστέλλεται κατά το διάστημα των δικαστικών διακοπών. Σε περίπτωση πτώχευσης του οφειλέτη, η διετία προνομιακής κατάταξης απαιτήσεων από σχέση εξαρτημένης εργασίας υπολογίζεται από την ημέρα κήρυξης της πτώχευσης. Όμως, αν ειδικός προνομιούχος πιστωτής επισπεύδει εγκύρως πλειστηριασμό στο πλαίσιο ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης, τότε η προαναφερόμενη διετία προνομιακής κατάταξης αρχίζει όχι από την ημέρα της κήρυξης της πτώχευσης, αλλά από την ημέρα αρχικού ορισμού για τη διενέργεια του πλειστηριασμού που επακολούθησε. Από το προνόμιο τούτο καλύπτονται οι απαιτήσεις, όχι μόνο για την καταβολή του οφειλόμενου μισθού και όλων των επιδομάτων, αλλά και οι απαιτήσεις από μισθούς υπερημερίας, από αδικαιολόγητο πλουτισμό, από αποζημίωση εξαιτίας αδικήματος ή για στέρηση άδειας, και γενικώς κάθε απαίτηση από την παροχή εξηρτημένης εργασίας. Η προνομιακή κατάταξη των απαιτήσεων από σχέση άκυρης καταγγελίας της σχέσης εξαρτημένης εργασίας κατατάσσεται προνομιακώς στο σύνολό της, και μάλιστα ακόμη και αν η καταγγελία έγινε μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού, με την επιφύλαξη όμως ότι η αναγγελία αυτής της απαίτησης έγινε μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από τον πλειστηριασμό (ΠολΔ 972§1). Η προνομιακή κατάταξη στον πίνακα διανομής του πλειστηριάσματος δέν είναι στοιχείο της ασφαλιζόμενης απαίτησης, αλλά αφορά την κατά το χρόνο της κατάταξης στάθμιση των απαιτήσεων περισσότερων δανειστών που έχουν αναγγελθεί, έτσι ώστε να εφαρμόζεται ο νόμος που ισχύει κατά το χρόνο της κατάταξης. Η δυσμενέστερη μεταχείριση των ενυπόθηκων απαιτήσεων διαμέσου νεότερου νόμου δέν ανατρέπει το χαρακτήρα των υποθηκών ως εμπραγμάτων δικαιωμάτων, ούτε αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της προστασίας της ιδιοκτησίας (Σ 17) και της ισότητας ενώπιον του νόμου (Σ 4). Σε περίπτωση διανομής της αποζημίωσης που κατατέθηκε εξ αιτίας αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ενυπόθηκου ακινήτου (ΑΚ 1288), η προαναφερόμενη διετία υπολογίζεται με αφετηρία την ημέρα παρακατάθεσης της αποζημίωσης τούτης, 47
Έξοδα εκτέλεσης
- Τα έξοδα εξοφλήσεως των απαιτήσεων των δανειστών (χαρτόσημο, δικαιώματα Ταμείου Νομικών και Ταμείου Ασφαλίσεως Συμβολαιογράφων, δικαιώματα του συμβολαιογράφου ως υπαλλήλου του πλειστηριασμού) δεν υπάγονται στην έννοια των «εξόδων εκτελέσεως», τα οποία κατά το άρθρο 975 ΠολΔ προαφαιρούνται από το πλειστηρίασμα, επειδή δέν αποβλέπουν στο γενικό συμφέρον των δανειστών, 1175
Εξουσιοδότηση
- Η αμφισβήτηση της εξουσιοδότησης του αντιπροσώπου που υπέγραψε διαιτητική συμφωνία, ως λόγος προς ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, 1016
Εξυγίανση
- Σκοπός της κατά το άρθρο 44§1 ν. 1892/1990 συμφωνίας, που καταρτίζουν η προβληματική επιχείρηση και οι πιστωτές της είναι η εξυγίανση και διάσωση της επιχείρησης, όπως επίσης η εξασφάλιση της απασχόλησης των εργαζομένων σ' αυτήν. Δέν αντίκειται στις συνταγματικά προστατευόμενες αρχές της ισότητας, της οικονομικής ελευθερίας, της ιδιοκτησίας και της κοινωνικής ασφαλίσεως των εργαζομένων. Δέσμευση και των μή συμβληθέντων πιστωτών, εφόσον η συμφωνία επικυρωθεί από το εφετείο, 531
Επανάληψη της συζήτησης
- Ναι μεν το δικαστήριο δεσμεύεται από το δεδικασμένο προγενέστερων αποφάσεων που έκριναν ως παράνομη τη μείωση των μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντα, όμως αν ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι για το νομικό τούτο ζήτημα έχει εκδοθεί μεταξύ άλλων διαδίκων αντίθετη απόφαση του εφετείου και ότι επίκειται η αναιρετική προσβολή των αποφάσεων που στηρίζουν τον ισχυρισμό του δεδικασμένου, έχει εξουσία να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου ο ενάγων να προσκομίσει πιστοποιητικό ότι οι στηρίζουσες το δεδικασμένο αποφάσεις έχουν καταστεί ήδη αμετάκλητες, 294
- Προκειμένου να συμπληρωθούν ή να επεξηγηθούν τα κενά ή τα αμφίβολα σημεία που ανακύπτουν κατά την εξέταση υπόθεσης κήρυξης εκτελεστής στην Ελλάδα απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου, αναφορικά αφ' ενός με την κήρυξή της ώς εκτελεστής στον τόπο έκδοσης και αφ' ετέρου με τη δυνατότητα προσβολής της με έφεση, το δικαστήριο διατάσσει επανάληψη της συζήτησης σύμφωνα με το άρθρο 254 ΠολΔ, 772
Επαναφορά πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση
- Παραδεκτή λόγω επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (ΠολΔ 152 και ΚΕΔΕ 89) εκπρόθεσμη ανακοπή για την ακύρωση προγράμματος πλειστηριασμού, που είχε επιδοθεί ακύρως με τη διαδικασία της άγνωστης διαμονής, 436
- Το δικαίωμα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση εξαιτίας δόλου ή ανώτερης βίας του αντιδίκου έχει χαρακτήρα ουσιαστικού ή διαδικαστικού χαρακτήρα , 463
Επίδοση
- Επίδοση σε απόντα με παράδοση του επιδιδόμενου εγγράφου σε ανήλικο συγγενή σύνοικο, 463
- Μη ολοκλήρωση της επίδοσης με μόνη την επίδοση στον εισαγγελέα, ύστερα από τη Σύμβαση της Χάγης, 463
Επιμέλεια ανηλίκου
- Αντίθετα στη θέληση δεκατετράχρονου αγοριού από Έλληνα πατέρα και Γαλλίδα μητέρα κρίνεται ότι ανταποκρίνεται στο αληθινό συμφέρον του η εξακολούθηση της επιμέλειάς του από τη μητέρα του, μολονότι θα το πάρει μαζί της στη Γαλλία, όπου πιθανολογείται ότι η τυχόν συνέχιση των σπουδών του προσφέρει μεγαλύτερες δυνατότητες και επιλογές και συνακόλουθα περισσότερες ευκαιρίες επαγγελματικής του αποκατάστασης αργότερα στο πλαίσιο της Ενωμένης Ευρώπης, 1223
Επιταγή
- Η παράλειψη μνείας στην επιταγή προς εκούσια συμμόρφωση των περιστατικών που νομιμοποιούν τον επισπεύδοντα να στραφεί κατά του τρίτου διακατόχου του κατασχόμενου ακινήτου στηρίζει ανακοπή προς ακύρωσή της μόνο με την επίκληση και απόδειξη βλάβης, που δέν μπορεί ν' αποκατασταθεί παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. Ο προσημειούχος δανειστής δικαιούται να επισπεύσει εκτέλεση με αντικείμενο το βεβαρημένο ακίνητο, ακόμη και αν αυτό κατέχει τρίτος, μη ευθυνόμενος ενοχικώς, όπως λχ ο ειδικός διάδικος που απέκτησε τούτο, 1298
Επιτηδευματίας
- Το μέτρο αναστολής λειτουργίας καταστήματος επιτηδευματία κατά το άρθρο 48 ν. 2065/1992, αποκλείοντας τη δυνατότητα του επιτηδευματία να ζητήσει από τη δικαστική αρχή αναστολή, αντίκειται κατά το τελευταίο αυτό σημείο (αποκλεισμό δυνατότητας αίτησης αναστολής), στην συνταγματική διάταξη του άρθρου 20§1, και τούτο γιατί η έλλειψη της δυνατότητας αυτής οδηγεί σε ματαίωση του σκοπού για τον οποίο παρέχεται η προσφυγή κατά της σχετικής απόφασης του Υπουργού, αφού η παύση της λειτουργίας του καταστήματος κλπ είναι περιορισμένης χρονικής διάρκειας (μέχρι ένα μήνα), ενώ η άσκηση, εκδίκαση και έκδοση απόφασης επί της προσφυγής μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα είναι από τα πράγματα αδύνατη. Η δυνατότητα δικαστικής αναστολής πρέπει να αναζητηθεί στην διάταξη του άρθρου 4 ν. 1732/1987, ως συγγενέστερη αφού οι διαφορές που η τελευταία αυτή διάταξη αφορά, δικάζονται ομοίως κατά τον ΚΦορΔ, η δε αίτηση αναστολής που προβλέπεται από τη διάταξη αυτή, αφορά σε απαγόρευση της λειτουργίας καταστήματος, 955
Εργατικές διαφορές
- Περιορισμένη ελεύθερη απόδειξη στις εργατικές διαφορές, 470
- Η άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, 490
- Επιτρεπόμενες αποδείξεις στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, 975
- Η κατανομή του βάρους απόδειξης στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, 990
- Σε περίπτωση νομοθετικής μεταβολής στις εκκρεμείς δίκες που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών έχουν εφαρμογή οι καταργούμενες διατάξεις έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης εάν ο νέος νόμος δεν περιέχει σχετική ειδική μνεία. Κατά την παραπάνω ειδική διαδικασία εκδικάζονται και οι διαφορές που αφορούν διατροφή και επιμέλεια τέκνου, 1147
Έφεση
- Η κατά το άρθρο 90§3 ΚΙΝΔ δήλωση του πλοιοκτήτη ότι παραχωρεί και τον μεικτό ναύλο, προκειμένου ν' απαλλαγεί (ΚΙΝΔ 85) από την ενοχή που διαφορετικά έχει, αναφορικά με τις δικαιοπραξίες και αδικοπραξίες του πλοιάρχου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του (ΚΙΝΔ 84), καθώς και αναφορικά με τις ζημίες που προκλήθηκαν από ναυάγιο του πλοίου κατά το άρθρο 89 ΚΙΝΔ, εισάγει διαφορά, που εκδικάζεται, από το μονομελές πρωτοδικείο, ύστερα από κλήση των διαδίκων, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αλλά με δυνατότητα άσκησης ένδικων μέσων κατά της εκδιδόμενης απόφασης. Αίτηση ανάκλησης της απορριπτικής απόφασης, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δέν είναι βάσιμη, ενώ εξ άλλου, και αν ακόμη ερμηνευθεί ως έφεση, αναρμοδίως παραπέμπεται στο πολυμελές πρωτοδικείο, το οποίο δέν έχει εξουσία να δικάζει εφέσεις κατά των αποφάσεων του μονομελούς πρωτοδικείου, 413
- Παραδεκτή προσβολή με έφεση της οριστικής απόφασης που εκδόθηκε για έναν απλό ομόδικο, μολονότι για τον άλλο απλό ομόδικο εκδόθηκε μή οριστική απόφαση, 468
- Η απαράδεκτος έφεσις και η επιβολή δικαστικών εξόδων, 546
- Σε περίπτωση που, παρά την αυτοδίκαιη αναστολή των ατομικών διώξεων κατά του πτωχού, πτωχευτικός πιστωτής άσκησε αγωγή απευθείας κατά του πτωχού προς διάγνωση χρηματικής του απαίτησης, ο σύνδικος δε νομιμοποιείται να προσβάλει την εκδιδόμενη απόφαση με ένδικα μέσα (πλειοψ.). Αντίθετη άποψη της μειοψηφίας, εφόσον με το ένδικο μέσο επιδιώκεται η εξαφάνιση της απόφασης, και όχι η επανεκδίκαση της διαφοράς επί της ουσίας. Παραπομπή στην ολομέλεια του Αρείου Πάγου λόγω οριακής πλειοψηφίας, 671
- Προκειμένου να συμπληρωθούν ή να επεξηγηθούν τα κενά ή τα αμφίβολα σημεία που ανακύπτουν κατά την εξέταση υπόθεσης κήρυξης εκτελεστής στην Ελλάδα απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου, αναφορικά αφ' ενός μεν με την κήρυξή της ως εκτελεστής στον τόπο έκδοσης και αφ' ετέρου με τη δυνατότητα προσβολής της με έφεση, το δικαστήριο διατάσσει επανάληψη της συζήτησης σύμφωνα με το άρθρο 254 ΠολΔ, 772
- Είναι παραδεκτή και βάσιμη η έφεση ενώπιον του συμβουλίου εφετών για τη μεταρρύθμιση του βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών, αν με προσβαλλόμενο βούλευμα γίνεται δεκτό το αίτημα του εγκλείστου των φυλακών για απόλυσή του, όμως με την προσθήκη πολύ επαχθούς όρου, και μάλιστα όρου που δεν περιείχετο στην καταδικαστική απόφαση, όπως είναι ο όρος της απέλασής του από τη χώρα ως αλλοδαπού, αν και έχει διαβατήριο, είναι νυμφευμένος με Ελληνίδα και έχει αποκτήσει μαζί της παιδιά. Όμως το συμβούλιο απέχει προσωρινώς από του να δικάσει ώσπου να του υποβληθεί σχετική πρόταση επί της ουσίας της υπόθεσης από τον αρμόδιο εισαγγελέα, 815
- Απορρίπτεται ως απαράδεκτη κατ' εφαρμογή της αρχής της οικονομίας της δίκης η έφεση που ασκήθηκε ενώπιον του αναρμόδιου μονομελούς πρωτοδικείου Πειραιώς αφού, από παραδρομή, στο δικόγραφο της έφεσης αναγράφηκε πως η πρωτόδικη απόφαση εκδόθηκε από το δικαστήριο αυτό, αντί του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, 910
- Αν κρίνεται αγωγή με αίτημα που στηρίζεται σε περισσότερες βάσεις, τότε κατά παραδοχή ως βάσιμου του λόγου έφεσης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξετάζει όλα τα ζητήματα που υποβλήθηκαν πρωτόδικα, δικάζοντας πλέον την αγωγή κι όχι την έφεση. Το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν περιορίζεται στις πληττόμενες με την έφεση διατάξεις της εκκληθείσας απόφασης, αλλά εκτείνεται και στις βάσεις της αγωγής που δεν εξετάσθηκαν πρωτόδικα. Διαφορετικά η εκδοθησομένη απόφαση καθίσταται αναιρετέα βάσει του άρθρου 559 αρ.8 ΠολΔ, λόγω παράλειψης λήψης υπόψη πραγμάτων προταθέντων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, 1140
Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας
- Υπάγεται στην αρμοδιότητα του εφετείου Δυτικής Μακεδονίας η εκδίκαση εφέσεως που εκκρεμεί πριν από την ίδρυσή του στο αρμόδιο τότε δικαστήριο, η δικάσιμός της όμως ορίστηκε σε ημερομηνία μεταγενέστερη της ισχύος του π.δ. που ίδρυσε το εφετείο Δυτικής Μακεδονίας. Η απόφαση παραπομπής της υπόθεσης στο αρμόδιο δικαστήριο είναι οριστική και πρέπει να περιλαμβάνει διάταξη ρυθμιστική των δικαστικών εξόδων, 157
ΕυρΣΔΑ
- Συγχώνευση της Επιτροπής και του Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σε ένα δικαιοδοτικό όργανο, 119
- Η δραστικότητα της ατομικής προσφυγής ενώπιον των οργάνων της ευρΣΔΑ ιδίως κατά το ελληνικό δίκαιο, 717
Θανατική ποινή
- Αξίωση για εκτελεστότητα των δικαστικών αποφάσεων (2§3 εδ.γ') - Απαγόρευση προσωπικής κράτησης για συμβατικά χρέη (11) - Κατάργηση της ποινής του θανάτου (1 του δεύτερου προαιρετικού πρωτοκόλλου), 451
Ιδιοκτησία
- Εμπράγματες αγωγές - Παρεμβάσεις στις συζητήσεις του 23ου συνεδρίου της Ένωσης Ελλήνων Δικονομολόγων, 1235
Ικανότητα δικαίου
- Ικανότητα δικαίου και δικαιοπρακτική ικανότητα ενώσεων προσώπων που δέν έχουν νομική προσωπικότητα, 5
Ιστορική βάση αγωγής
- Για το ορισμένο της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής ιδιώτη κατά του ελληνικού Δημοσίου σχετικά με αγρό ή λιβάδι που βρίσκεται στις «νέες χώρες», πρέπει ν' αναφέρεται σ' αυτήν ότι ο συγκεκριμένος δικαιοπάροχος, άμεσος ή απώτερος του ενάγοντα, είχε δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης του επίδικου ή να παρατίθενται συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι το επίδικο υπαγόταν σε μία από τις κατηγορίες ιδιόκτητων γαιών του άρθρου 2 του οθωμανικού νόμου περί γαιών (ν. 297/1915, οθωμανικός ν. 7 Ραμαζάν 1856, ν. 79/1913, ν. 147/1914, π.δ. 11/12.11.1929), 491
Κανόνας ουσιαστικού δικαίου
- Τα άρθρα 660§1, 914 και 940 ΠολΔ ως κανόνες ουσιαστικού δικαίου, 469
- Έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου, 614
Κατάθεση
- Η ακυρωτική αίτηση που απευθύνεται ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας ασκείται με την κατάθεση του σχετικού δικογράφου είτε στη γραμματεία του, είτε σε οποιαδήποτε άλλη δημόσια αρχή, περιλαμβανομένης και της γραμματείας άλλου διοικητικού δικαστηρίου. Στην πρώτη περίπτωση αρκεί η καταχώριση του δικογράφου σε ειδικό βιβλίο που τηρεί η γραμματεία του ΣτΕ και υπογράφει ο καταθέτης,ενώ στη δεύτερη περίπτωση καταχωρείται το δικόγραφο στο πρωτόκολλο εισερχομένων της αρχής και συντάσσεται πράξη κατάθεσης, στην οποία μνημονεύεται ο αριθμός πρωτοκόλλου και η χρονολογία, και υπογράφεται από τον υπάλληλο που παρέλαβε το δικόγραφο και από τον καταθέτη. Αν ασκηθεί ακυρωτική αίτηση, απευθυνόμενη στο ΣτΕ, με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία άλλου διοικητικού δικαστηρίου, δίχως να συνταχθεί η προαναφερόμενη πράξη κατάθεσης, τότε η κατάθεση είναι άκυρη και η ακυρωτική αίτηση αποβαίνει απαράδεκτη (πλειοψ.), 678
- Απορρίπτεται ως απαράδεκτη κατ' εφαρμογή της αρχής της οικονομίας της δίκης η έφεση που ασκήθηκε ενώπιον του αναρμόδιου μονομελούς πρωτοδικείου Πειραιώς αφού, από παραδρομή, στο δικόγραφο της έφεσης αναγράφηκε πως η πρωτόδικη απόφαση εκδόθηκε από το δικαστήριο αυτό, αντί του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, 910
Καταπατητής
- Εμπράγματες αγωγές - Παρεμβάσεις στις συζητήσεις του 23ου ετήσιου συνεδρίου της Ένωσης Ελλήνων Δικονομολόγων, 1235
Κατάσχεση
- Θεμελιακά ζητήματα της κατάσχεσης χρηματικών απαιτήσεων στα χέρια τρίτου, 399
- Αυτοδίκαιη ακυρότητα υποθήκης μετά την εγγραφή κατάσχεσης κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ, 857
Κατάταξη
- Για το ελληνικό Δημόσιο η προθεσμία προς άσκηση ανακοπής για τη μεταρρύθμιση πίνακα διανομής πλειστηριάσματος δέν είναι οκτώ, αλλά τριάντα ημερών, και αναστέλλεται κατά το διάστημα των δικαστικών διακοπών. Σε περίπτωση πτώχευσης του οφειλέτη, η διετία προνομιακής κατάταξης απαιτήσεων από σχέση εξαρτημένης εργασίας υπολογίζεται από την ημέρα κήρυξης της πτώχευσης. Όμως, αν ειδικός προνομιούχος πιστωτής επισπεύδει εγκύρως πλειστηριασμό στο πλαίσιο ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης, τότε η προαναφερόμενη διετία προνομιακής κατάταξης αρχίζει όχι από την ημέρα της κήρυξης της πτώχευσης, αλλά από την ημέρα αρχικού ορισμού για τη διενέργεια του πλειστηριασμού που επακολούθησε. Από το προνόμιο τούτο καλύπτονται οι απαιτήσεις, όχι μόνο για την καταβολή του οφειλόμενου μισθού και όλων των επιδομάτων, αλλά και οι απαιτήσεις από μισθούς υπερημερίας, από αδικαιολόγητο πλουτισμό , από αποζημίωση εξ αιτίας αδικήματος ή για στέρηση αδείας, και γενικώς κάθε απαίτηση από την παροχή εξηρτημένης εργασίας. Η προνομιακή κατάταξη των απαιτήσεων από σχέση εξαρτημένης εργασίας εκτείνεται και στην παρεπόμενη απαίτησή τους για τόκους. Ειδικώς η απαίτηση αποζημίωσης εξ αιτίας άκυρης καταγγελίας της σχέσης εξαρτημένης εργασίας κατατάσσεται προνομιακώς στο σύνολό της, και μάλιστα ακόμη και αν η καταγγελία έγινε μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού, με την επιφύλαξη όμως ότι η αναγγελία αυτής της απαίτησης έγινε μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από τον πλειστηριασμό (ΠολΔ 972§1). Η προνομιακή κατάταξη στον πίνακα διανομής του πλειστηριάσματος δέν είναι στοιχείο της ασφαλιζόμενης απαίτησης, αλλά αφορά την κατά το χρόνο της κατάταξης στάθμιση των απαιτήσεων περισσότερων δανειστών που έχουν αναγγελθεί, έτσι ώστε να εφαρμόζεται ο νόμος που ισχύει κατά το χρόνο της κατάταξης. Η δυσμενέστερη μεταχείριση των ενυπόθηκων απαιτήσεων διαμέσου νεότερου νόμου δέν ανατρέπει το χαρακτήρα των υποθηκών ως εμπράγματων δικαιωμάτων, ούτε αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της προστασίας της ιδιοκτησίας (Σ 17) και της ισότητας ενώπιον του νόμου (Σ 4). Σε περίπτωση διανομής της αποζημίωσης που κατατέθηκε εξαιτίας αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ενυπόθηκου ακινήτου (ΑΚ 1288), η προαναφερόμενη διετία υπολογίζεται με αφετηρία την ημέρα παρακατάθεσης της αποζημίωσης τούτης, 47
- Στην ειδική διαδικασία εκκαθάρισης του άρθρου 46α ν. 1892 (και ν. 1892/1990) εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 972 ΠολΔ μόνο ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου της αναγγελίας, όχι όμως και ως προς την προθεσμία, η οποία ρυθμίζεται ειδικώς. Το έγγραφο της αναγγελίας αρκεί να περιγράφει και εξατομικεύει την αναγγελλόμενη απαίτηση, κατά τρόπο που να μήν υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης με άλλη απαίτηση, δίχως να χρειάζεται να αναφέρει λεπτομερώς τα παραγωγικά της γεγονότα. Σε αναγγελία δικαιούται και δανειστής, του οποίου η χρηματική απαίτηση δέν αποδεικνύεται εγγράφως κατά το χρόνο της αναγγελίας. Ο δανειστής που ανήγγειλε εμπρόθεσμα την απαίτησή του, αλλά δέν κατέθεσε εμπρόθεσμα τα έγγραφα που την αποδεικνύουν, περιάγεται δικονομικώς στη θέση του δανειστή που έχει αμφίβολη απαίτηση και συνεπώς κατατάσσεται, όπως κι εκείνος τυχαίως. Απαιτήσεις, που γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης της επιχείρησης, είναι ομαδικά πιστώματα, με αποτέλεσμα να μήν είναι απαραίτητο ν' αναγγελθούν, επειδή δέν υπόκεινται στη διαδικασία της εκκαθάρισης, αλλ' ικανοποιούνται πριν και ανεξάρτητα από τη διανομή του πλειστηριάσματος. Η ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης στρέφεται κατά των δανειστών εκείνων, των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη. Για το λόγο τούτο είναι απαράδεκτη όταν στρέφεται κατά του καθ' ού η εκτέλεση- οφειλέτη ή κατά των δανειστών που ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους, αλλά δέν κατατάχθηκαν. Ως λόγοι της ανακοπής παραδεκτών προτείνονται σφάλματα της διαδικασίας της κατάταξης, περιλαμβανομένων και των σφαλμάτων αναφορικά με τα έξοδα της εκτέλεσης και γενικότερα της εκκαθάρισης. Ως λόγος ανακοπής αρκεί η γενική άρνηση της ισχύος της απαίτησης, της οποίας η κατάταξη προσβάλλεται. Αντιθέτως πρέπει να προσδιορίζονται με σαφήνεια τα παραγωγικά γεγονότα της απαίτησης του ανακόπτοντα, η οποία στηρίζει τη νομιμοποίησή του προς άσκηση της ανακοπής. Η ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46α ν. 1892 έχει το χαρακτήρα συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης, που ρυθμίζουν συγγενικούς θεσμούς και ιδίως την πτώχευση. Αν συντρέχουν περισσότερες ομαδικές απαιτήσεις που εμπίπτουν στην ίδια τάξη, δεν κατατάσσονται συμμέτρως, αλλά κατα σειρά ανάλογη προς εκείνη που ορίζει το άρθρο 975 ΚΠολΔ. Είναι παράνομη η κατάταξη χρηματικών ποσών, τα οποία η εκκαθαρίστρια εταιρία έλαβε από ορισμένη τράπεζα για την κάλυψη των δαπανών λειτουργίας της υπό εκκαθάριση επιχείρησης, δίχως όμως να προσκομίζονται οι αναγκαίες αποδείξεις ότι τα σχετικά χρηματικά ποσά διατέθηκαν όντως για το σκοπό αυτό. Η αναγγελλόμενη απαίτηση τράπεζας, που προέρχεται από εκχώρηση προνομιούχων απαιτήσεων των εργαζομένων της υπό εκκαθάριση επιχείρησης, ύστερα από πρόωρη ικανοποίησή τους από το προϊόν αντίστοιχης πίστωσης που χορήγησε η εκδοχέας τράπεζα, είναι εξοπλισμένη με το προνόμιο που είχαν εξ αρχής οι εκχωρηθείσες απαιτήσεις των εργαζομένων (ΑΚ 458). Το δικαστήριο, ακυρώνοντας τον πίνακα στο σύνολό του, δεν έχει εξουσία να προχωρήσει στην εξ υπαρχής σύνταξη αυτού και κατάταξη των δανειστών που αναγγέλθηκαν σύμφωνα με όσα προέκυψαν από την εκδίκαση της ανακοπής, κάτι που ανάγεται στα έργα του υπαλλήλου του πλειστηριασμού και σε περίπτωση ειδικής εκκαθάρισης του εκκαθαριστή, 171
- Η εγγραφή της ενυπόθηκης απαίτησης ως τοκοφόρας για την προνομιακή κατάταξη και των τόκων, 471
- Προνομιακή κατάταξη του Δημοσίου αν μετά την πτώχευση του οφειλέτη του κατασχέθηκε και πλειστηριάστηκε εγκύρως ενυπόθηκο ακίνητό του, 858
Κατάχρηση δικαιώματος
- Εμπράγματες αγωγές - Παρεμβάσεις στις συζητήσεις του 23ου ετήσιου συνεδρίου της Ένωσης Ελλήνων Δικονομολόγων, 1235
ΚΕΔΕ
- Η νομική φύση των οργάνων διοίκησης του Αγίου Όρους και η είσπραξη των προστίμων που εκείνη επιβάλλει κατά τον ΚΕΔΕ, 547
- Το πρόγραμμα πλειστηριασμού κατά τον ΚΕΔΕ και το ν.δ. της 17.7/13.8.1923 περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών, 558
- Η έκταση του δικαστικού ελέγχου σε περίπτωση προσβολής πράξεων της διοικητικής εκτέλεσης, 817
- Αυτοδίκαιη ακυρότητα υποθήκης μετά την εγγραφή κατάσχεσης κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ, 857
- Προνομιακή κατάταξη του Δημοσίου αν μετά την πτώχευση του οφειλέτη του κατασχέθηκε και πλειστηριάστηκε εγκύρως ενυπόθηκο ακίνητό του, 857
- Η τρίμηνη προθεσμία του άρθρου 75§2 εδ. β' ΚΕΔΕ για την άσκηση ανακοπής από τον οφειλέτη, στον οποίον δεν κοινοποιήθηκε έγκυρα το πρόγραμμα πλειστηριασμού ή δεν έλαβε γνώση αυτού, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική, γιατί θίγει στην ουσία το δικαίωμα που κατοχυρώνει το άρθρο 20§1 Σ, 952
Κληρονομικές διαφορές
- Διεθνής δικαιοδοσία ελληνικών δικαστηρίων για κληρονομικές διαφορές, 749
Κλήση
- Παράλειψη νόμιμης κλήσης του ήδη ηττώμενου διαδίκου στην αποδεικτική διαδικασία, 467
Κοινωφελής σκοπός - Δεδικασμένο και εκτελεστότητα της απόφασης για επωφελέστερη αξιοποίηση ή διάθεση αντικειμένων κληροδοτημάτων ή δωρεών υπέρ κοινωφελών σκοπών, 115
Κρατικό συμβόλαιο
- Η διάταξη του ν. 2298/1995 με την οποία ερμηνεύτηκε αυθεντικώς το άρθρο 102§1 ν. 670/1977 «περί κώδικος συμβολαιογράφων», είναι γνήσιος ερμηνευτικός. Συνακόλουθα έχει αναδρομική ισχύ και υποχρεώνει τους συμβολαιογράφους, σε περιπτώσεις αναγκαστικών εκτελέσεων, που εμπίπτουν στις διατάξεις για τα «κρατικά συμβόλαια», ν' αποδώσουν τα οριζόμενα ποσοστά στο κοινό ταμείο του οικείου συμβολαιογραφικού συλλόγου, καθώς και στο ΤΑΣ, και από τις αμοιβές που είχαν εισπράξει για τη χορήγηση περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου, ακόμη και αν ο υπερθεματιστής, που τους κατέβαλε αυτήν την αμοιβή, δέν έχει ιδιότητα νομικού προσώπου που να στηρίζει το χαρακτηρισμό αυτής της περίληψης ως «κρατικού συμβολαίου», 1180
Κυριότητα
- Για το ορισμένο της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής ιδιώτη κατά του ελληνικού Δημοσίου σχετικά με αγρό ή λιβάδι που βρίσκεται στις «νέες χώρες», πρέπει ν' αναφέρεται σ' αυτήν ότι ο συγκεκριμένος δικαιοπάροχος, άμεσος ή απώτερος του ενάγοντα, είχε το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης του επίδικου ή να παρατίθενται συγκεκριμένα περιστατικά , από τα οποία να προκύπτει ότι το επίδικο υπαγόταν σε μία από τις κατηγορίες ιδιόκτητων γαιών του άρθρου 2 του οθωμανικού νόμου μερί γαιών (ν. 297/1915, οθωμανικός ν. 7 Ραμαζάν 1856 ν. 79/1913, ν. 147/1914, π.δ. 11/12.11.1929), 491
- Εμπράγματες αγωγές - Παρεμβάσεις στις συζητήσεις του 23ου ετήσιου συνεδρίου της Ένωσης Ελλήνων Δικονομολόγων, 1235
Κώδικας δικηγόρων
- Νέες τροποποιήσεις των δικονομιών όλων των κλάδων και του οργανισμού δικαστηρίων, 579
Κώδικας οργανισμού δικαστηρίων
- Νέες τροποποιήσεις των δικονομιών όλων των κλάδων και του οργανισμού δικαστηρίων, 579
Κώδικας συμβολαιογράφων
- Η διάταξη του ν. 2298/1995, με την οποία ερμηνεύθηκε αυθεντικώς το άρθρο 102§1 ν. 670/1977 «περί κώδικος συμβολαιογράφων» είναι γνήσιος ερμηνευτικός. Συνακόλουθα έχει αναδρομική ισχύ και υποχρεώνει τους συμβολαιογράφους, σε περιπτώσεις αναγκαστικών εκτελέσεων, που εμπίπτουν στις διατάξεις για τα «κρατικά συμβόλαια», ν' αποδώσουν τα οριζόμενα ποσοστά στο κοινό ταμείο του οικείου συμβολαιογραφικού συλλόγου, καθώς και στο ΤΑΣ , και από τις αμοιβές που είχαν εισπράξει για τη χορήγηση περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου, ακόμη και αν ο υπερθεματιστής, που τους κατέβαλε αυτήν την αμοιβή, δέν έχει ιδιότητα νομικού προσώπου που να στηρίζει το χαρακτηρισμό αυτής περίληψης ως «κρατικού συμβολαίου», 1180
- Στις περιπτώσεις που επισπεύθηκε αναγκαστική κατάσχεση και πλειστηριασμός κατά τις διατάξεις του ν.δ. 17.7/13.8.1923 περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών, ο συμψηφισμός εκείνου του μέρους του πλειστηριάσματος που αντιστοιχεί στην κατάταξη, στον πίνακα διανομής του πλειστηριάσματος, της υπερθεματίστριας τράπεζας, ως πρώτης ενυπόθηκης δανείστριας, δέν επιβαρύνεται με ανάλογη αμοιβή του συμβολαιογράφου που συνέταξε την πράξη συμψηφισμού, ούτε με αναλογικά τέλη χαρτοσήμου και αναλογικά δικαιώματα τρίτων (πλειοψηφία). Μειοψηφία δύο μελών του δικαστηρίου και παραπομπή στην τακτική ολομέλεια του Αρείου Πάγου, 1185
Λευκή Ψήφος
- Από την αρχή της ελεύθερης και ανόθευτης εκδήλωσης της λαϊκής θέλησης, ως έκφρασης της λαϊκής κυριαρχίας που κατοχυρώνεται από το άρθρο 52 του Συντ., συνάγεται επίσης ότι το εκλογικό σώμα, στα πλαίσια της υποχρεωτικής άσκησης του εκλογικού του δικαιώματος, είτε η υποχρεωτικότητα προβλέπεται από το Σύνταγμα είτε επιβάλλεται από το νόμο, πρέπει να έχει και τη δυνατότητα αποδοκιμασίας όλων των κατερχομένων στις εκλογές υποψηφίων, γιατί αποτελεί και αυτή μορφή εκδήλωσης της λαϊκής κυριαρχίας. Δεδομένου δε ότι μόνο με τη λευκή ψήφο εκφράζεται γνήσια η βούληση του εκλογέα να αποδοκιμάσει όλους τους υποψήφιους, πρέπει να γίνει δεκτό ότι από το άρθρο 52 του Συντ. απορρέει και η υποχρέωση παροχής στον εκλογέα της δυνατότητας να εκφράσει τη βούλησή του αυτή με τη ρίψη στη κάλπη λευκού ψηφοδελτίου, 685
Λίμνη
- Διάταξη και εκτίμηση πραγματογνωμοσύνης από το ΣτΕ, κατά την άσκηση της ακυρωτικής του αρμοδιότητας, επί τεχνικής φύσεως ζητήματος που απαιτεί γνώσεις ειδικής επιστήμης. Η μικρή λίμνη Βρωμόλιμνος της νήσου Σκιάθου, δεν αποτελεί προέκταση της θάλασσας στην ξηρά «κατά τας μεγίστας πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων» και συνεπώς όχι νομίμως περιλήφθηκε μέσα στην οριογραμμή του αιγιαλού, 1030
Λογοδοσία
- Η λογοδοσία από τους διαχειριστές πολυκατοικίας, 907
- Ζητήματα των ειδικών διατάξεων για τη λογοδοσία, 1264
Μάρτυρας
- Χαρακτήρας απόφασης για χορήγηση νέας προθεσμίας προς εξέταση μαρτύρων, 973
Μεταβολή πραγματικών περιστατικών
- Η απόφαση του προέδρου του διοικητικού πρωτοδικείου, που εκδόθηκε κατα τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΠολΔ και έδωσε άδεια προσωπικής κράτησης του οφειλέτη του Δημοσίου, υπόκειται σε ανάκληση κατα το άρθρο 696 § 3 ΠολΔ άν πιθανολογείται μεταβολή των πραγματικών περιστατικών, στα οποία είχε στηριχθεί η αρχική απόφαση. Ως μεταβολή των πραγμάτων, που δικαιολογεί την ανάκληση, νοούνται και εκείνα τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία δέν είχαν τεθεί υπο την κρίση του προέδρου, ο οποίος, με βάση αυτά, θα είχε εκδώσει εξ αρχής διαφορετική απόφαση, 430
Μεταπληρεξουσιότητα
- Παύση πληρεξουσιότητας και μεταπληρεξουσιότητας αμετάκλητη και μεταθανάτια ή κληρονομητή πληρεξουσιότητα, 691
Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης
- Ποινική Δίκη και Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, 79
Μεταρρύθμιση απόφασης
- Μεταρρύθμιση τελεσίδικης απόφασης που καταδίκασε σε περιοδικές παροχές, 467
Μίσθιο
- Η ισχύς του άρθρου 651 § 2 ΚΠολΔ υπό το σημερινό δικονομικό καθεστώς, 512
- Περιορισμένο δεδικασμένο της εξωτερικής απόφασης, 1120
- Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 16 ΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο, δεχόμενο λαθεμένα την ύπαρξη δεδικασμένου, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, και όχι όταν, δεχόμενο και πάλι λαθεμένα την ύπαρξη δεδικασμένου, απέρριψε ως απαράδεκτη την τριτανακοπή προς ακύρωση της τελεσίδικης εξωστικής απόφασης. Ο μισθωτής δεσμεύεται από το δεδικασμένο της εξωστικής απόφασης που εκδόθηκε ύστερα από αγωγή του κυρίου του ακινήτου κατά του εκμισθωτή, στον οποίο με πράξη της αρχής είχε παραχωρηθεί η εκμετάλλευση του μίσθιου καταστήματος μέσα σε νοσοκομείο. Ο δεσμευόμενος από το δεδικασμένο τρίτος δεν έχει δικαίωμα να τριτανακόψει τη βλαπτική γι' αυτόν απόφαση παρά μόνον εξαιτίας δόλου του νικητή διαδίκου ή συμπαιγνίας και των δύο αρχικών διαδίκων, 1259
Νέες Χώρες
- Για το ορισμένο της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής ιδιώτη κατά του ελληνικού Δημοσίου σχετικά με αγρό ή λιβάδι που βρίσκεται στις «νέες χώρες», πρέπει ν' αναφέρεται σ' αυτήν ότι ο συγκεκριμένος δικαιοπάροχος, άμεσος ή απώτερος του ενάγοντα, είχε δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης του επίδικου ή να παρατίθενται συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι το επίδικο υπαγόταν σε μία από τις κατηγορίες ιδιόκτητων γαιών του άρθρου 2 του οθωμανικού νόμου περί γαιών (ν. 297/1915, οθωμανικός ν. 7 Ραμαζάν 1856, ν.79/1913, ν. 147/1914, π.δ. 11/12.11.1929), 491
Νομέας
- Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ο μισθωτής ζητεί προσωρινή δικαστική προστασία έναντι του υπερθεματιστή, ο οποίος άλλαξε τις κλειδαριές του μισθίου και εμποδίζει το μισθωτή να κάνει ελεύθερη χρήση του μισθίου, απορρίπτεται ως αόριστη, αν δέν περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν και ορισμένο αίτημα. Τέτοια αοριστία υπάρχει αν δέν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά κατα τέτοιο τρόπο, ώστε άν αμφισβητούνται, να μπορεί το δικαστήριο να τάξει το αντίστοιχο θέμα απόδειξης. Ο νόμος δέν επιτρέπει προστασία της κατοχής κατά του νομέα, 303
Νομιμοποίηση
- Η νομιμοποίηση του πληρεξουσίου στην διοικητική δίκη, 536
- Επιτρέπεται στον πτωχό να ζητήσει τη λήψη επειγόντων δικαστικών μέτρων, όπως προς αντιμετώπιση βραχυχρόνιων παραγραφών, προς αναστολή επισπευδόμενης εκτέλεσης, προς άσκηση ανακοπής του άρθρου 933 κ.λπ., αλλά μόνο αν αδρανεί ο σύνδικος και εφόσον τα μέτρα αυτά αποβλέπουν στην προστασία της πτωχευτικής περιουσίας προς όφελος και των πιστωτών. Αν ο σύνδικος αντιθέτως δεν αδρανεί, αλλά αντιτίθεται στη λήψη των μέτρων, ο πτωχός μόνο την αντικατάσταση του συνδίκου μπορεί να ζητήσει ή και αποζημίωση, όχι όμως να τον υποκαταστήσει, 664
- Μόνο εξαιρετικά, αν υπάρχει κίνδυνος μη επανορθώσιμης βλάβης από την αναβολή και αδρανεί ο σύνδικος, νομιμοποιείται ο πτωχός να ασκήσει ένδικο βοήθημα, όχι όμως και να παραστεί στη συζήτηση, όπου νομιμοποιείται μόνο ο σύνδικος, που θα έχει στο μεταξύ ενημερωθεί. Δεν μπορεί να γίνει όμως λόγος για αδράνεια του συνδίκου, αν υπάρχει εκδηλωμένη διάσταση απόψεων μεταξύ αυτού και του πτωχού και ο σύνδικος κρίνει ότι δεν είναι σκόπιμο ή αναγκαίο να ασκηθεί το συγκεκριμένο ένδικο βοήθημα, οπότε η παρά ταύτα άσκησή του από τον ίδιο τον πτωχό είναι απαράδεκτη, 666
- Και πάλι: Η λύση του προβλήματος της νομιμοποιήσεως στην διοικητική δίκη από το Συμβούλιο της Επικρατείας, 920
- Νομιμοποιούνται ενεργητικά ν' ασκήσουν έφεση για την εξαφάνιση πρωτόδικης απόφασης επί ενστάσεως κατά του κύρους των εκλογών και τρίτοι, όπως κάθε εκλογέας δήμου ή κοινότητας ανεξαρτήτως από το αν άσκησε ένσταση ή όχι. Όμως η δικαιοδοτική εξουσία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου περιορίζεται στα ζητήματα που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως με την ένσταση και κατά συνέπεια ο τρίτος-εκκαλών δεν μπορεί να προβάλει νέους ισχυρισμούς με την έφεσή του, 1193
Ν.Π.Δ.Δ.
- Διαταγή πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις εναντίον του Δημοσίου και των νομικών προσώπων του δημοσίου, 506
Ομοδικία
- Εμπράγματες αγωγές - Παρεμβάσεις στις συζητήσεις του 23ου ετήσιου συνεδρίου της Ένωσης Ελλήνων Δικονομολόγων, 1235
Ομόρρυθμη εταιρία
- Ικανότητα ως ενάγουσας ομόρρυθμης εταιρίας που λύθηκε εξαιτίας πτώχευσης εταίρου της (υποστατό και της δικαστικής απόφασης που εκδίδεται σχετικώς. ΠολΔ 313 § Ι εδ. δ'), 611
Οροφοκτησία
- Για τη θεμελίωση της υλικής αρμοδιότητας του μονομελούς πρωτοδικείου, αναφορικά με διαφορές ανάμεσα σε ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων από τη σχέση της συνιδιοκτησίας απαιτείται η συνδρομή των ακόλουθων δύο βασικών προϋποθέσεων, πρώτο, οι διάδικοι να είναι κύριοι ορόφων ή διαμερισμάτων της ίδιας οικοδομής και, δεύτερο, η διαφορά να προέρχεται από τη σχέση οροφοκτησίας, ανεξάρτητα από το αν αφορά τις χωριστές ιδιοκτησίες τους ή τους κοινούς χώρους της οικοδομής. Τέτοια διαφορά είναι και εκείνη από την αυθαίρετη κατασκευή στεγάστρου στον εξώστη διαμερίσματος. Σ' αυτές τις περιπτώσεις το μονομελές πρωτοδικείου έχει υλική αρμοδιότητα έχει υλική αρμοδιότητα να δικάσει και την αντίστοιχη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, 369
Παραγραφή
- Δικονομικά ζητήματα από την αγωγή του διοικητικού δικονομικού δικαίου - Διακοπή παραγραφής και αυτοτέλεια του ένδικου βοηθήματος, 55
- Εμπράγματες αγωγές - Παρεμβάσεις στις συζητήσεις του 23ου ετήσιου συνεδρίου της Ένωσης Ελλήνων Δικονομολόγων, 1235
Παραίτηση
- Παραίτηση από ένδικο μέσο με εξώδικη δήλωση, 613
- Η ανάκληση της αγωγής (παραίτηση από το δικόγραφο) ανατρέπει μεν τις έννομες συνέπειες που είχε επιφέρει η άσκηση της αγωγής ως διαδικαστικής πράξης, όμως δε θίγει εκείνες τις έννομες συνέπειες, τις οποίες είχε προκαλέσει ως πράξη του ιδιωτικού δικαίου, και ειδικότερα ως όχληση. Για το λόγο τούτο διατηρείται και μετά την ανάκληση της αγωγής η υπερημερία του εναγόμενου οφειλέτη και η υποχρέωσή του για καταβολή τόκων, 1137
Παραπομπή
- Υπάγεται στην αρμοδιότητα του εφετείου Δυτικής Μακεδονίας η εκδίκαση εφέσεως που εκκρεμεί πριν από την ίδρυσή του στο αρμόδιο τότε δικαστήριο, η δικάσιμός της όμως ορίστηκε σε ημερομηνία μεταγενέστερη της ισχύος του π.δ. που ίδρυσε το εφετείο Δυτικής Μακεδονίας. Η απόφαση παραπομπής της υπόθεσης στο αρμόδιο δικαστήριο είναι οριστική και πρέπει να περιλαμβάνει διάταξη ρυθμιστική των δικαστικών εξόδων, 157
- Οριοθέτηση του αντικειμένου της δίκης μετά την αναίρεση της απόφασης και την παραπομπή της διαφοράς στο δικαστήριο που είχε εκδώσει αυτήν την απόφαση, 857
Παρέμβαση
- Επίδοση προγράμματος πλειστηριασμού στο Δημόσιο ως ενυπόθηκο δανειστή και παρέμβαση αυτού στην εκτελεστική δίκη, 33
Παρεμπίπτοντα ζητήματα
- Η ισχύς του άρθρου 651 § 2 ΚΠολΔ υπό το σημερινό δικονομικό καθεστώς, 512
Περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης
- Η διάταξη του ν. 2298/1995, με την οποία ερμηνεύθηκε αυθεντικώς το άρθρο 102 § 1 ν. 670/1977 «περι κώδικος συμβολαιογράφων», είναι γνήσιος ερμηνευτικός. Συνακόλουθα έχει αναδρομική ισχύ και υποχρεώνει τους συμβολαιογράφους, σε περιπτώσεις αναγκαστικών εκτελέσεων, που εμπίπτουν στις διατάξεις για τα «κρατικά συμβόλαια», ν' αποδώσουν τα οριζόμενα ποσοστά στο κοινό ταμείο του οικείου συμβολαιογραφικού συλλόγου, καθώς και στο ΤΑΣ, και απο τις αμοιβές που είχαν εισπράξει για τη χορήγηση περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου, ακόμη και άν ο υπερθεματιστής, που τους κατέβαλε αυτήν την αμοιβή, δέν έχει ιδιότητα νομικού προσώπου που να στηρίζει το χαρακτηρισμό αυτής της περίληψης ως «κρατικού συμβολαίου», 1180
Πίνακας
- Η άσκηση ανακοπής, με την οποία προσβάλλεται η κατάταξη δανειστή στον πίνακα διανομής του πλειστηριάσματος, αναστέλλει τη διανομή του πλειστηριάσματος, αναφορικά με τον καθού η ανακοπή δανειστή, μέχρι τελεσιδικίας της απορριπτικής απόφασης, 529
Πλειστηριασμός
- Επίδοση προγράμματος πλειστηριασμού στο Δημόσιο ως ενυπόθηκο δανειστή και παρέμβαση αυτού στην εκτελεστική δίκη, 33
- Ο πλειστηριασμός ακινήτου στο πλαίσιο της ειδικής εκκαθάρισης προβληματικής επιχείρησης είναι αυτοδικαίως άκυρος αν το ΣτΕ ακυρώσει την υπουργική απόφαση, με την οποία η προβληματική επιχείρηση τέθηκε υπό ειδική εκκαθάριση. Ο υπερθεματιστής απαραδέκτως προτείνει ένσταση επίσχεσης, με την έννοια της μη απόδοσης του ακινήτου που ακύρως του κατακυρώθηκε, ώσπου να του επιστραφεί το πλειστηρίασμα. Και τούτο, επειδή αυτή η ένσταση είναι αόριστη, εφόσον το πλειστηρίασμα, του οποίου αξιούται η προηγούμενη (ή ταυτόχρονη) επιστροφή κάλυπτε την αξία όχι μόνον του ακινήτου, αλλά και πολλών κινητών, που πλειστηριάστηκαν μαζί του, έτσι ώστε να είναι απαραίτητος ο προσδιορισμός εκ μέρους του ενισταμένου της αξίας των κινητών που πρέπει ν' αφαιρεθεί από το συνολικό πλειστηρίασμα για να προσδιοριστεί το πλειστηρίασμα που αναλογεί στο ακίνητο, του οποίου η πλειστηρίαση κρίνεται άκυρη, ενώ η αναγνωριστική αγωγή για τη διάγνωση της κυριότητας του καθού η εκτέλεση στα κινητά είναι απορριπτέα ως αόριστη, επειδή δεν προσδιορίζει με ακρίβεια τα κινητά τούτα, 289
- Η άσκηση ανακοπής, με την οποία προσβάλλεται η κατάταξη δανειστή στον πίνακα διανομής του πλειστηριάσματος, αναστέλλει τη διανομή του πλειστηριάσματος, αναφορικά με τον καθού η ανακοπή δανειστή, μέχρι τελεσιδικίας της απορριπτικής απόφασης, 529
- Η τρίμηνη προθεσμία του άρθρου 75 § 2 εδ. β' ΚΕΔΕ για την άσκηση ανακοπής από τον οφειλέτη, στον οποίον δεν κοινοποιήθηκε έγκυρα το πρόγραμμα πλειστηριασμού ή δεν έλαβε γνώση αυτού, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική, γιατί θίγει στην ουσία το δικαίωμα που κατοχυρώνει το άρθρο 20 § 1 Σ, 952
- Στις περιπτώσεις που επισπεύθηκε αναγκαστική κατάσχεση και πλειστηριασμός κατα τις διατάξεις του ν.δ. 17.7/13.8.1923 περι ειδικών διατάξεων επι ανωνύμων εταιριών, ο συμψηφισμός εκείνου του μέρους του πλειστηριάσματος, που αντιστοιχεί στην κατάταξη, στον πίνακα διανομής του πλειστηριάσματος, της υπερθεματίστριας τράπεζας, ως πρώτης ενυπόθηκης δανείστριας, δέν επιβαρύνεται με αναλογική αμοιβή του συμβολαιογράφου που συνέταξε την πράξη συμψηφισμού, ούτε με αναλογικά τέλη χαρτοσήμου και αναλογικά δικαιώματα τρίτων (πλειοψηφία). Μειοψηφία δύο μελών του δικαστηρίου και παραπομπή στην τακτική ολομέλεια του Αρείου Πάγου, 1185
Πληρεξούσιος
- Νομιμοποίηση του πληρεξουσίου στην διοικητική δίκη, 536
Πληρεξουσιότητα
- Παύση πληρεξουσιότητας και μεταπληρεξουσιότητας αμετάκλητη και μεταθανάτια ή κληρονομητή πληρεξουσιότητα, 691
- Η δικαστική πληρεξουσιότητα στην πολιτική δίκη, 879
- Πληρεξουσιότητα και οργανική εκπροσώπηση εμπορικών εταιριών, 1052
Πλοίο
- Η διατήρηση ή συνέχιση της συντηρητικής κατάσχεσης παρά την αυτοδίκαιη άρση της κατά το άρθρο 715 § 5 ΠολΔ, λόγω μη εμπρόθεσμης άσκησης αγωγής για την κύρια απαίτηση, δημιουργεί διαφορά που αφορά την εκτέλεση απόφασης που διατάζει ασφαλιστικά μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 702 § 1 ΠολΔ Σ' αυτήν την περίπτωση ο οφειλέτης και κάθε τρίτος που έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει με ανακοπή την ακύρωση της παρανόμως συνεχιζόμενης συντηρητικής κατάσχεσης στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων μέσα σε εξάμηνη προθεσμία από την επιβολή της άκυρης κατάσχεσης, σύμφωνα με το άρθρο 934 § 1 εδ. γ' σε συνδ. το άρθρ. 700 § 1 και § 2 ΠολΔ, δηλ. από την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας των 30 ημερών για την άσκηση της κύριας αγωγής. Με την επίδοση της απόφασης, που διατάσσει το ασφαλιστικό μέτρο, προς τον οφειλέτη επιβάλλεται η συντηρητική κατάσχεση σύμφωνα με τα άρθρ. 700 § 2 και 713 § 1 εδ. α' ΠολΔ. Οποιαδήποτε πλημμέλεια της παραγγελίας για την επίδοση αντιγράφου της απόφασης που διατάζει τη συντηρητική κατάσχεση, ως προς τον προσδιορισμό του ποσού, για το οποίο γίνεται η συντηρητική κατάσχεση από τον επισπεύδοντα, δεν μπορεί ν' αποβεί σε βάρος του καθού η συντηρητική κατάσχεση-οφειλέτη. Η προθεσμία του άρθρου 715 § 5 ΠολΔ είναι δικονομική και διαφέρει από την προθεσμία της παραγραφής, 298
Πλοιοκτήτης
- Η κατα το άρθρο 90 § 3 ΚΙΝΔ δήλωση του πλοιοκτήτη οτι παραχωρεί το πλοίο και τον μεικτό ναύλο, προκειμένου ν' απαλλαγεί (ΚΙΝΔ 85) απο την ενοχή που διαφορετικά έχει, αναφορικά με τις δικαιοπραξίες και αδικοπραξίες του πλοιάρχου κατα την εκτέλεση των καθηκόντων του (ΚΙΝΔ 84), καθώς και αναφορικά με τις ζημιές που προκλήθηκαν απο ναυάγιο του πλοίου κατα το άρθρο 89 ΚΙΝΔ, εισάγει διαφορά, που εκδικάζεται, απο το μονομελές πρωτοδικείο, ύστερα απο κλήση των διαδίκων, κατα τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αλλά με δυνατότητα άσκησης ένδικων μέσων κατά της εκδιδόμενης απόφασης. Η έφεση είναι απαράδεκτη άν έχει ήδη περάσει τριετία απο τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης πρωτόδικης απόφασης. Αίτηση ανάκλησης της απορριπτικής απόφασης, που εκδόθηκε κατα τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δέν είναι βάσιμη, ενώ εξ άλλου, και άν ακόμη ερμηνευθεί ως έφεση, αναρμοδίως παραπέμπεται στο πολυμελές πρωτοδικείο, το οποίο δέν έχει εξουσία να δικάζει εφέσεις κατά των αποφάσεων του μονομελούς πρωτοδικείου, 413
Πολιτική Δικονομία
- Νέες τροποποιήσεις των δικονομιών όλων των κλάδων και του οργανισμού δικαστηρίων, 579
Πολλαπλότητα δικών
- Προβλήματα πολλαπλότητας δικών, 139
Ποινική απόφαση
- Η αιτιολογία των ποινικών αποφάσεων (Μια προσπάθεια προσεγγίσεως του προβλήματος από την πλευρά ενός δικαστή), 198
- Αιτιολογίες ποινικών αποφάσεων σε συσχετισμό με τον ορισμό του εγκλήματος άρθρου 10 Ποινικού Κώδικα, 1320
- Εφάπαξ χρήση κάθε ένδικου μέσου εναντίον ποινικής απόφασης ή Βουλεύματος, 1327
Ποινική δίκη
- Ποινική Δίκη και Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, 79
- Στη φρόνιμη κρίση του (πρωτοβάθμιου ή δευτεροβάθμιου) δικαστηρίου απόκειται να διατάξει ύστερα από αίτηση διαδίκου ή αυτεπαγγέλτως την αναβολή της συζήτησης της ιδιωτικής διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του αν εκκρεμεί παραλλήλως ποινική δίκη για ψευδομαρτυρία, στην οποία στηρίχθηκε το διατακτικό της εκκαλούμενης απόφασης. Βεβαίως η ποινική απόφαση δε δεσμεύει το πολιτικό δικαστήριο, αναφορικά με την αλήθεια ή μη των πραγματικών γεγονότων, τα οποία εκείνο έκανε δεκτά ως αληθινά, όμως και πάλι στη φρόνιμη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου απόκειται η συνεκτίμηση της ποινικής απόφασης. Η απόφαση για την αναβολή, ως μη οριστική, υπόκειται σε ανάκληση, η οποία μπορεί να γίνει και σιωπηρώς με την έκδοση οριστικής απόφασης επί της διαφοράς, 767
- Αναίρεση σε περίπτωση απόρριψης αιτήματος για αναβολή, 1119
Ποινική δικονομία
- Νέες τροποποιήσεις των δικονομιών όλων των κλάδων και του οργανισμού δικαστηρίων, 579
Ποινικός κώδικας
- Νέες τροποποιήσεις των δικονομιών όλων των κλάδων και του οργανισμού δικαστηρίων, 579
Πραγματογνωμοσύνη
- Το δικαστήριο υποχρεούται να διορίσει πραγματογνώμονα μόνον όταν αυτό ζητηθεί από κάποιο διάδικο και κατά την κρίση του πρόκειται για θέμα, για την αντίληψη του οποίου απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης, 904
Πρόγραμμα πλειστηριασμού
- Παραδεκτή λόγω επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (ΠολΔ 152 και ΚΕΔΕ 89) εκπρόθεσμη ανακοπή για την ακύρωση προγράμματος πλειστηριασμού, που είχε επιδοθεί ακύρως με τη διαδικασία της άγνωστης διαμονής, 436
- Το πρόγραμμα πλειστηριασμού κατά τον ΚΕΔΕ και το ν.δ. της 17.7/13.8.1923 περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών, 558
Προθεσμία
- Η προθεσμία ασκήσεως πρόσθετων λόγων ανακοπής κατά διαδικαστικών πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως, 378
- Προθεσμία για την άσκηση πρόσθετων αναιρετικών λόγων, 854
- Χαρακτήρας απόφασης για χορήγηση νέας προθεσμίας προς εξέταση μαρτύρων, 973
Προμηθευτής
- Η ένωση καταναλωτών που έχει περισσότερα από 500 ενεργά μέλη νομιμοποιείται να ασκήσει συλλογική αγωγή ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας εναντίον προμηθευτή και να ζητήσει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει χρηματικό ποσό προς ανόρθωση της ηθικής βλάβης των καταναλωτών, όπως επίσης να ζητήσει την καταδίκη του εναγόμενου προμηθευτή σε παράλειψη των παραπλανητικών διαφημίσεών του στο μέλλον με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης. Εφόσον ο εναγόμενος προμηθευτής είναι νομικό πρόσωπο, η απειλή τούτη απευθύνεται εναντίον του συνεναγόμενου νόμιμου εκπροσώπου του. Το αίτημα για κήρυξη της απόφασης προσωρινώς εκτελεστής δέν είναι βάσιμο, αν δέν πιθανολογείται κίνδυνος σημαντικής ζημίας του ενάγοντα από την καθυστέρηση της εκτέλεσης ή συνδρομή εξαιρετικών λόγων, που να επιβάλλουν την κήρυξη της καταδικαστικής απόφασης ως προσωρινώς εκτελεστής, 162
Προσδιορισμός παροχής
- Σε περίπτωση προσβολής της κρίσεως του διαιτητή-πραγματογνώμονα ως προφανώς άδικης ή μεροληπτικής, χωρεί η προσφυγή του άρθρου 371 ΑΚ, ώστε να γίνει από το δικαστήριο ο προσδιορισμός της παροχής, 1275
Πρόσθετη παρέμβαση
- Προβλήματα πολλαπλότητας δικών, 139
- Τρίτος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση πρωτοδίκως έχει δικαίωμα ν' ασκήσει νέα παρέμβαση και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Όμως η νέα τούτη παρέμβασή του πρέπει να γίνει με κατάθεση δικογράφου και επίδοση κατά το άρθρο 81 ΠολΔ, και μάλιστα ακόμη και αν πρωτοδίκως επιτρεπόταν ν' ασκηθεί με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, όπως λχ στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Δεν πάσχει ακυρότητα το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής από δημόσια δασική έκταση, μολονότι εκδόθηκε δίχως να δοθεί στον αποβαλλόμενο η προηγούμενη δυνατότητα υπεράσπισής του, αν το μέτρο της αποβολής του επιβλήθηκε με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που ανάγονται στο χαρακτήρα της έκτασης ως δασικής, της οποίας η αλλοίωση απαγορεύεται με συνταγματικές εγγυήσεις κατά τρόπο δέσμιο για την κρίση της αρμόδιας διοικητικής αρχής, 235
- Ο προσθέτως παρεμβαίνων ως αναιρεσίβλητος, 468
- Η άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, 490
Προσημείωση
- Η παράλειψη μνείας στην επιταγή προς εκούσια συμμόρφωση των περιστατικών που νομιμοποιούν τον επισπεύδοντα να στραφεί κατά του τρίτου διακατόχου του κατασχόμενου ακινήτου στηρίζει ανακοπή προς ακύρωσή της μόνο με την επίκληση και απόδειξη βλάβης, που δεν μπορεί ν' αποκατασταθεί παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. Ο προσημειούχος δανειστής δικαιούται να επισπεύσει εκτέλεση με αντικείμενο το βεβαρημένο ακίνητο, ακόμη και αν αυτό κατέχει τρίτος, μη ευθυνόμενος ενοχικώς, όπως λχ ο ειδικός διάδικος που απέκτησε τούτο, 1298
- Ο τρίτος κύριος του ενυπόθηκου κτήματος, εφόσον δεν έχει αναδεχθεί το χρέος ή από άλλο λόγο δέν ενέχεται προσωπικά γι' αυτό, υποχρεούται μόνο να υποκύψει στην αναγκαστική εκτέλεση και δεν υποχρεούται προσωπικά μέχρι της αξίας του κτήματος. Συνεπώς περιεχόμενο και αίτημα της προς τον τρίτο (κύριο του ενυπόθηκου κτήματος) απευθυνόμενης επιταγής δέν είναι η πληρωμή της προς τον ενυπόθηκο δανειστή οφειλόμενης (και με την υποθήκη ασφαλιζόμενης) απαιτήσεως, αλλά η υποχρέωσή του ν' ανεχθεί την εναντίον του (και σε βάρος του ενυπόθηκου κτήματος) επισπευδόμενη εκτέλεση. Ο δανειστής, υπέρ του οποίου έχει εγγραφεί προσημείωση υποθήκης σε ακίνητο, το οποίο μετά την εγγραφή της προσημείωσης μεταβιβάστηκε από τον οφειλέτη σε άλλον, δεν έχει κατά του νέου κυρίου του ακινήτου την εμπράγματη υποθηκική αγωγή -νοούμενη ως δικαίωμα (με αντίστοιχη του τρίτου υποχρέωση ανοχής) αναγκαστικής εκτελέσεως επί του ακινήτου λόγω υποθηκικής υπεγγυότητάς του- για την επίτευξη της εξόφλησης του χρέους, πρίν από την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη. Ο επισπεύδων δανειστής απαραδέκτως προτείνει με τις προτάσεις του κατα την εκδίκαση της ανακοπής πραγματικά γεγονότα, τα οποία στηρίζουν την παθητική νομιμοποίηση του ανακόπτοντα ως καθού η εκτέλεση, αν δέν είχε επικαλεστεί αυτά τα γεγονότα ήδη με την επιταγή που είχε απευθύνει στον ήδη ανακόπτοντα, 1300
Πρόσθετοι λόγοι
- Προθεσμία για την άσκηση πρόσθετων αναιρετικών λόγων, 854
Προσφυγή
- Η τυχόν εκδιδόμενη από το Νομάρχη μετά την άπρακτη πάροδο του τριμήνου ρητή απόφαση περί απορρίψεως της αίτησης θεραπείας δεν επάγεται έννομες συνέπειες για τον ανάδοχο του έργου και δεν μπορεί να προσβληθεί παραδεκτά με προσφυγή. Το άρθρο 12 § 5του ν. 1418/1984 που ορίζει ότι αίτηση θεραπείας μπορεί να ασκήσει και ο κύριος του έργου εφόσον δεν είναι το Δημόσιο εφαρμόζεται και στα έργα των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, 193
- Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η προσφυγή κατά αποφάσεως του μονομελούς πρωτοδικείου που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και κήρυξε εκτελεστή στην Ελλάδα απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου, επειδή ασκήθηκε στο μονομελές πρωτοδικείο και όχι στο αρμόδιο εφετείο, 616
- Η δραστικότητα της ατομικής προσφυγής ενώπιον των οργάνων της ευρΣΔΑ ιδίως κατά το ελληνικό δίκαιο, 717
- Σε περίπτωση προσβολής της κρίσεως του διαιτητή-πραγματογνώμονα ως προφανώς άδικης ή μεροληπτικής, χωρεί η προσφυγή του άρθρου 371 ΑΚ, ώστε να γίνει από το δικαστήριο ο προσδιορισμός της παροχής, 1275
Προσωπική κράτηση
- Αν το ελληνικό Δημόσιο ζητεί την προσωπική κράτηση του οφειλέτη του για την πληρωμή χρέους του από κατάπτωση εγγύησης, τότε, μολονότι έχει γίνει σχετική βεβαίωση του χρέους στο δημόσιο ταμείο, η απαίτηση έχει χαρακτήρα ιδιωτικού δικαίου, έτσι ώστε και το αίτημα της προσωπικής κράτησης για την αναγκαστική ικανοποίηση αυτής της ιδιωτικού απαίτησης να εισάγει ιδιωτική διαφορά, για την οποία έχουν δικαιοδοσία τα πολιτικά, και όχι τα διοικητικά δικαστήρια, 210
- Η απόφαση του προέδρου του διοικητικού πρωτοδικείου, που εκδόθηκε κατα τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΠολΔ και έδωσε άδεια προσωπικής κράτησης του οφειλέτη του Δημοσίου, υπόκειται σε ανάκληση κατα το άρθρο 696 § 3 ΠολΔ άν πιθανολογείται μεταβολή των πραγματικών περιστατικών, στα οποία είχε στηριχθεί η αρχική απόφαση. Ως μεταβολή των πραγμάτων, που δικαιολογεί την ανάκληση, νοούνται και εκείνα τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία δέν είχαν τεθεί υπο την κρίση του προέδρου, ο οποίος, με βάση αυτά, θα είχε εκδώσει εξ αρχής διαφορετική απόφαση, 430.
- Αξίωση για εκτελεστότητα των δικαστικών αποφάσεων (2 § 3 εδ. γ') - Απαγόρευση προσωπικής κράτησης για συμβατικά χρέη (11) - Κατάργηση της ποινής του θανάτου (1 του δεύτερου προαιρετικού πρωτοκόλλου) - νόμος 2462/1997 (ΦΕΚ 25Α' /26.2.1997) - Κύρωση του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και του Δευτέρου προαιρετικού Πρωτοκόλλου στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα σχετικού με την κατάργηση της ποινής τoυ θανάτου, 451
Προσωρινή απαγόρευση συμψηφισμού
- Προσωρινή απαγόρευση συμψηφισμού ως ασφαλιστικό μέτρο, 1279
Προσωρινή δικαστική προστασία
- Τα ασφαλιστικά μέτρα, που είναι μορφή προσωρινής δικαστικής προστασίας αναφορικά με κάποιο εριζόμενο δικαίωμα, δεν μπορούν να διαταχθούν από τα πολιτικά δικαστήρια, όταν πρόκειται διοικητική διαφορά ουσίας. Επί διοικητικών διαφορών δεν είναι κατά την κρατούσα γνώμη δεκτή η λήψη ασφαλιστικών μέτρων από τα πολιτικά δικαστήρια, αλλά ούτε και από τα διοικητικά με ανάλογη εφαρμογή των άρθρ. 682 επ. ΠολΔ, μολονότι η τελευταία αυτή λύση ενδείκνυται ήδη για την αντιμετώπιση του κενού, 8
- Οι αμφισβητήσεις που αφορούν το κύρος των συμβάσεων που καταρτίζονται μεταξύ του Δημοσίου ή του ΙΚΑ και των ιδιωτών, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτών, καθώς και τη νομιμότητα των διοικητικών πράξεων που εκδίδονται με βάση τους σχετικούς συμβατικούς όρους, υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία, συνεπώς, έχουν δικαιοδοσία για να διατάξουν και ασφαλιστικά μέτρα. Ένα τέτοιο ασφαλιστικό μέτρο, ως προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης, μπορεί να είναι και η απαγόρευση στο ΙΚΑ να διενεργήσει το διαγωνισμό που προκήρυξε για την προμήθεια αναλογικών - ορμονολογικών αναλυτών, 10
- Διεθνής δικαιοδοσία ελληνικών δικαστηρίων για προσωρινή και οριστική δικαστική προστασία, 17
- Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ο μισθωτής ζητεί προσωρινή δικαστική προστασία έναντι του υπερθεματιστή, ο οποίος άλλαξε τις κλειδαριές του μισθίου και εμποδίζει το μισθωτή να κάνει ελεύθερη χρήση του μισθίου, απορρίπτεται ως αόριστη, αν δέν περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν και ορισμένο αίτημα. Τέτοια αοριστία υπάρχει αν δέν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά κατα τέτοιο τρόπο, ώστε άν αμφισβητούνται, να μπορεί το δικαστήριο να τάξει το αντίστοιχο θέμα απόδειξης. Ο νόμος δέν επιτρέπει προστασία της κατοχής κατά του νομέα, 303.
- Η έννοια του «νέου στοιχείου» κατά την ανάκληση αποφάσεως προσωρινής δικαστικής προστασίας στην διοικητική δικονομία, 419
- Προσωρινή δικαστική προστασία επί διοικητικών διαφορών από τα πολιτικά δικαστήρια, 477
- Εμπράγματες αγωγές - Παρεμβάσεις στις συζητήσεις του 23ου ετήσιου συνεδρίου της Ένωσης Ελλήνων Δικονομολόγων, 1235
Προσωρινή ρύθμιση κατάστασης
- Υποκειμενικά και αντικειμενικά όρια της ισχύος απόφασης προσωρινής ρύθμισης κατάστασης, 1152
Προτάσεις
- Πότε αναγκαία η εμπρόθεσμη κατάθεση προτάσεων προς απόκρουση αναιρετικής αίτησης ως απαράδεκτης, 614
Πτώχευση
- Για το ελληνικό Δημόσιο η προθεσμία προς άσκηση ανακοπής για τη μεταρρύθμιση πίνακα διανομής πλειστηριάσματος δέν είναι οκτώ, αλλά τριάντα ημερών, και αναστέλλεται κατα το διάστημα των δικαστικών διακοπών. Σε περίπτωση πτώχευσης του οφειλέτη, η διετία προνομιακής κατάταξης απαιτήσεων απο σχέση εξαρτημένης εργασίας υπολογίζεται απο την ημέρα κήρυξης της πτώχευσης. Όμως, άν ειδικός προνομιούχος πιστωτής επισπεύσει εγκύρως πλειστηριασμό στο πλαίσιο ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης, τότε η προαναφερόμενη διετία προνομιακής κατάταξης αρχίζει όχι απο την ημέρα της κήρυξης της πτώχευσης, αλλά απο την ημέρα αρχικού ορισμού για τη διενέργεια του πλειστηριασμού που επακολούθησε. Απο το προνόμιο τούτο καλύπτονται οι απαιτήσεις, όχι μόνο για την καταβολή του οφειλόμενου μισθού και όλων των επιδομάτων, αλλά και οι απαιτήσεις απο μισθούς υπερημερίας, απο αδικαιολόγητο πλουτισμό, απο αποζημίωση εξ αιτίας αδικήματος ή για στέρηση αδείας, και γενικώς κάθε απαίτηση απο την παροχή εξηρτημένης εργασίας. Η προνομιακή κατάταξη των απαιτήσεων απο σχέση εξαρτημένης εργασίας εκτείνεται και στην παρεπόμενη απαίτησή τους για τόκους. Ειδικώς η απαίτηση αποζημίωσης εξ αιτίας άκυρης καταγγελίας της σχέσης εξαρτημένης εργασίας κατατάσσεται προνομιακώς στο σύνολό της, και μάλιστα ακόμη και άν η καταγγελία έγινε μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού, με την επιφύλαξη όμως οτι η αναγγελία αυτής της απαίτησης έγινε μέσα σε δεκαπέντε ημέρες απο τον πλειστηριασμό (ΠολΔ 972 § 1). Η προνομιακή κατάταξη στον πίνακα διανομής του πλειστηριάσματος δέν είναι στοιχείο της ασφαλιζόμενης απαίτησης, αλλά αφορά την κατα το χρόνο της κατάταξης στάθμιση των απαιτήσεων περισσότερων δανειστών που έχουν αναγγελθεί, έτσι ώστε να εφαρμόζεται ο νόμος που ισχύει κατα το χρόνο της κατάταξης. Η δυσμενέστερη μεταχείριση των ενυπόθηκων απαιτήσεων διαμέσου νεότερου νόμου δέν ανατρέπει το χαρακτήρα των υποθηκών ως εμπράγματων δικαιωμάτων, ούτε αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της προστασίας της ιδιοκτησίας (Σ 17) και της ισότητας ενώπιον του νόμου (Σ 4). Σε περίπτωση διανομής της αποζημίωσης που κατατέθηκε εξ αιτίας αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ενυπόθηκου ακινήτου (ΑΚ 1288), η προαναφερόμενη διετία υπολογίζεται με αφετηρία την ημέρα παρακατάθεσης της αποζημίωσης τούτης, 47
- Το δικαστήριο, δικάζοντας κατα την τακτική διαδικασία, έχει ευχέρεια ν' ακυρώσει τις πληρωμές που έκανε ο πτωχός κατα το διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της παύσης των άλλων πληρωμών του και της κήρυξης της πτώχευσης. Σ' αυτό το πλαίσιο ακυρώνεται η πώληση απο τον πτωχό ακινήτων του, άν ο αγοραστής ή εκείνος που κατέβαλε το τίμημα γνώριζε ότι ο πωλητής είχε παύσει τις πληρωμές του και διατελούσε σε πραγματική και μόνιμη αδυναμία ν' ανταποκριθεί γενικώς στις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του για εμπορικά χρέη. Για τη δικαστική τούτη ακύρωση της πώλησης απαιτείται επίσης συνδρομή βλάβης της ομάδας των δανειστών. Άν ακυρωθεί η πώληση, ο αγοραστής καθίσταται ομαδικός πιστωτής για το ποσό του τιμήματος που κατέβαλε, όχι όμως και στην περίπτωση που το τίμημα είχε συμψηφιστεί ενόλω ή εν μέρει με προγενέστερη ανταπαίτησή του κατά του πτωχεύσαντος, οπότε ο συμψηφισμός είναι αυτοδικαίως άκυρος (ΕμπΝ 537) ως προς την ομάδα των πιστωτών και ο αγοραστής θα καταταγεί απλώς ως πτωχευτικός πιστωτής για το ποσό της απαίτησης που συνεψήφισε, 184
- Ικανότητα ως ενάγουσας ομόρρυθμης εταιρίας που λύθηκε εξαιτίας πτώχευσης εταίρου της (υποστατό και της δικαστικής απόφασης που εκδίδεται σχετικώς. ΠολΔ 313 § Ι εδ. δ), 611
- Επιτρέπεται στον πτωχό να ζητήσει τη λήψη επειγόντων δικαστικών μέτρων, όπως προς αντιμετώπιση βραχυχρόνιων παραγραφών, προς αναστολή επισπευδόμενης εκτέλεσης, προς άσκηση ανακοπής του άρθρου 933 κ.λπ., αλλά μόνο αν αδρανεί ο σύνδικος και εφόσον τα μέτρα αυτά αποβλέπουν στην προστασία της πτωχευτικής περιουσίας προς όφελος και των πιστωτών. Αν ο σύνδικος αντιθέτως δεν αδρανεί, αλλά αντιτίθεται στη λήψη των μέτρων, ο πτωχός μόνο την αντικατάσταση του συνδίκου μπορεί να ζητήσει ή και αποζημίωση, όχι όμως να τον υποκαταστήσει, 664
- Σε περίπτωση που, παρά την αυτοδίκαιη αναστολή των ατομικών διώξεων κατά του πτωχού, πτωχευτικός πιστωτής άσκησε αγωγή απευθείας κατά του πτωχού προς διάγνωση χρηματικής του απαίτησης, ο σύνδικος δε νομιμοποιείται να προσβάλει την εκδιδόμενη απόφαση με ένδικα μέσα (πλειοψ.). Αντίθετη άποψη της μειοψηφίας, εφόσον με το ένδικο μέσο επιδιώκεται η εξαφάνιση της απόφασης, και όχι η επανεκδίκαση της διαφοράς επί της ουσίας. Παραπομπή στην ολομέλεια του Αρείου Πάγου λόγω οριακής πλειοψηφίας, 671
- Εξαιτίας σφαλερής διατύπωσης των αναιρετικών λόγων το δικαστήριο εμποδίζεται ν' αποφανθεί αν απολαύουν προνομιακής κατάταξης οι απαιτήσεις του Δημοσίου που καθίστανται ληξιπρόθεσμες έως την κήρυξη της πτώχευσης ή έως την κατάρτιση του πτωχευτικού συμβιβασμού, 676
- Προνομιακή κατάταξη του Δημοσίου αν μετά την πτώχευση του οφειλέτη του κατασχέθηκε και πλειστηριάσθηκε εγκύρως ενυπόθηκο ακίνητό του, 858
- Αναγκαστική εκτέλεση και πτωχευτική διαδικασία εναντίον δήμων και κοινοτήτων κατά το αυστριακό δίκαιο, 1121
Πτωχευτικό δίκαιο
- Νέες τροποποιήσεις των δικονομιών όλων των κλάδων και του οργανισμού δικαστηρίων, 579
Πτωχευτικός συμβιβασμός
- Εξαιτίας σφαλερής διατύπωσης των αναιρετικών λόγων το δικαστήριο εμποδίζεται ν' αποφανθεί αν απολαύουν προνομιακής κατάταξης οι απαιτήσεις του Δημοσίου που καθίστανται ληξιπρόθεσμες έως την κήρυξη της πτώχευσης ή έως την κατάρτιση του πτωχευτικού συμβιβασμού, 676
Πώληση
- Στην περίπτωση που καταρτίζεται τυπική σύμβαση, με το πρόσθετο σύμφωνο της εξάρτησης των εννόμων συνεπειών της από αίρεση, τότε ο τύπος που απαιτείται από το νόμο για την κύρια σύμβαση, απαιτείται και για το πρόσθετο σύμφωνο της αίρεσης. Αν όμως καταρτίστηκε κύρια σύμβαση πώλησης εικονικώς και με ιδιωτικό αντέγγραφο βεβαιώνεται ότι πώληση είναι εικονική και υπ' αυτήν υποκρύπτεται δωρεά, τότε το συμβολαιογραφικό έγγραφο που απαιτείται για τη δωρεά καλύπτεται από το συμβολαιογραφικό έγγραφο που συντάχθηκε για την εικονική πώληση, ενώ εξ άλλου για το πρόσθετο σύμφωνο της διαλυτικής αίρεσης, από την οποία εξαρτήθηκε η δωρεά, αρκεί το ιδιωτικό αντέγγραφο (πλειοψ.). Αντιθέτως μειοψηφία δύο δικαστών: για το πρόσθετο σύμφωνο της διαλυτικής αίρεσης απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο, αφού τούτο δεν αναπληρώνεται από το συμβολαιογραφικό έγγραφο της πώλησης. Το ζήτημα παραπέμπεται στην ολομέλεια, 1308
ΣτΕ
- Νέες τροποποιήσεις των δικονομιών όλων των κλάδων και του οργανισμού δικαστηρίων, 579
- Η ακυρωτική αίτηση που απευθύνεται ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας ασκείται με την κατάθεση του σχετικού δικογράφου είτε στη γραμματεία του, είτε σε οποιαδήποτε άλλη δημόσια αρχή, περιλαμβανομένης και της γραμματείας άλλου διοικητικού δικαστηρίου. Στην πρώτη περίπτωση αρκεί η καταχώριση του δικογράφου σε ειδικό βιβλίο που τηρεί η γραμματεία του ΣτΕ και υπογράφει ο καταθέτης, ενώ στη δεύτερη περίπτωση καταχωρείται το δικόγραφο στο πρωτόκολλο εισερχομένων της αρχής και συντάσσεται πράξη κατάθεσης, στην οποία μνημονεύεται ο αριθμός πρωτοκόλλου και η χρονολογία, και υπογράφεται από τον υπάλληλο που παρέλαβε το δικόγραφο και από τον καταθέτη. Αν ασκηθεί ακυρωτική αίτηση, απευθυνόμενη στο ΣτΕ, με κατάθεση στη γραμματεία άλλου διοικητικού δικαστηρίου, δίχως να συνταχθεί η προαναφερόμενη πράξη κατάθεσης, τότε η κατάθεση είναι άκυρη και η ακυρωτική αίτηση αποβαίνει απαράδεκτη (πλειοψ.), 678
- Και πάλι: Η λύση του προβλήματος της νομιμοποίησης στην διοικητική δίκη από το Συμβούλιο της Επικρατείας, 920
Συγκυριότητα
- Εμπράγματες αγωγές - Παρεμβάσεις στις συζητήσεις του 23ου ετήσιου συνεδρίου της Ένωσης Ελλήνων Δικονομολόγων, 1235
Συλλογική αγωγή
- Η ένωση καταναλωτών που έχει περισσότερα απο 500 ενεργά μέλη νομιμοποιείται να ασκήσει συλλογική αγωγή ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας εναντίον προμηθευτή και να ζητήσει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει χρηματικό ποσό προς ανόρθωση της ηθικής βλάβης των καταναλωτών, όπως επίσης να ζητήσει την καταδίκη του εναγομένου προμηθευτή σε παράλειψη των παραπλανητικών διαφημίσεών του στο μέλλον με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης. Εφόσον ο εναγόμενος προμηθευτής είναι νομικό πρόσωπο, η απειλή τούτη απευθύνεται εναντίον του συνεναγόμενου νόμιμου εκπροσώπου του. Το αίτημα για κήρυξη της απόφασης προσωρινώς εκτελεστής δέν είναι βάσιμο, αν δέν πιθανολογείται κίνδυνος σημαντικής ζημίας του ενάγοντα από την καθυστέρηση της εκτέλεσης ή συνδρομή εξαιρετικών λόγων, που να επιβάλλουν την κήρυξη της καταδικαστικής απόφασης ως προσωρινώς εκτελεστής, 162
Σύμβαση
- Στην περίπτωση που καταρτίζεται τυπική σύμβαση, με το πρόσθετο σύμφωνο της εξάρτησης των έννομων συνεπειών της από αίρεση, τότε ο τύπος που απαιτείται από το νόμο για την κύρια σύμβαση, απαιτείται και για το πρόσθετο σύμφωνο της αίρεσης. Αν όμως καταρτίστηκε κύρια σύμβαση πώλησης εικονικώς και με ιδιωτικό αντέγγραφο βεβαιώνεται ότι η πώληση είναι εικονική και υπ' αυτήν υποκρύπτεται δωρεά, τότε το συμβολαιογραφικό έγγραφο που απαιτείται για τη δωρεά καλύπτεται από το συμβολαιογραφικό έγγραφο που συντάχθηκε για την εικονική πώληση, ενώ εξ άλλου για το πρόσθετο σύμφωνο της διαλυτικής αίρεσης, από την οποία εξαρτήθηκε η δωρεά, αρκεί το ιδιωτικό αντέγγραφο (πλειοψ.). Αντιθέτως μειοψηφία δύο δικαστών: για το πρόσθετο σύμφωνο της διαλυτικής αίρεσης απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο, αφού τούτο δέν αναπληρώνεται από το συμβολαιογραφικό έγγραφο της πώλησης. Παραπομπή στης ολομέλεια, 1308
Σύμβαση Βρυξελλών
- Η αναγκαιότητα μιας αυτόνομης κοινοτικής ερμηνείας του άρθρου 5 σημείο 1 της Σύμβασης των Βρυξελλών, 478
Σύμβαση Δημόσιων έργων, κρατικών προμηθειών και υπηρεσιών
- Δικαστική προστασία κατά το στάδιο που προηγείται σύναψης συμβάσεως δημόσιων έργων, κρατικών προμηθειών και υπηρεσιών, σύμφωνα με την οδηγία 89/665 ΕΟΚ, 1228
Σύμβαση Λουγκάνο
- Κύρωση και ισχύς της Σύμβασης του Λουγκάνο για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, 835
Σύμβαση Χάγης
- Μή ολοκλήρωση της επίδοσης με μόνη την επίδοση στον εισαγγελέα, ύστερα από τη Σύμβαση της Χάγης, 463
Σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης (leasing)
- Σε περίπτωση σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, αν συμφωνήθηκε ότι για κάθε καθυστέρηση καταβολής μισθωμάτων ο εκμισθωτής έχει δικαίωμα ν' ασκεί σωρευτικώς και την αξίωση καταβολής των μελλοντικών μισθωμάτων και την παραλαβής των μίσθιων πραγμάτων, τότε η αξίωση για τα μελλοντικά μισθώματα υπόκειται σε δικαστική μείωση στο προσήκον μέτρο, σύμφωνα με το άρθρο 409 ΑΚ. Η δικαστική επιδίωξη της μείωσης τούτης στο προσήκον μέτρο παραδεκτώς γίνεται με την επίκληση σχετικού λόγου ανακοπής προς ακύρωση της αντίστοιχης διαταγής πληρωμής, 621
Συμβατικά χρέη
- Αξίωση για εκτελεστότητα των δικαστικών αποφάσεων (2§3 εδ.γ') - Απαγόρευση προσωπικής κράτησης για συμβατικά χρέη (11) - Κατάργηση της ποινής του θανάτου (1 του δεύτερου προαιρετικού πρωτοκόλλου), 451
Συμβόλαιο
- Το συμβόλαιο (έννοια, νομική φύση, λειτουργία και ακυρότητα), 87
Συμβολαιογραφική πράξη
- Άμεση αντιπροσωπεία και συμβολαιογραφική πρακτική - Σημασία και έκταση εφαρμογής της άμεσης αντιπροσωπείας (νόμιμης και εκούσιας) στη συμβολαιογραφική πράξη. Είδη συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων, 216
- Η άμεση αντιπροσώπευση, η εσωτερική σχέση αντιπροσώπου και αντιπροσωπευομένου και η σημασία της στη συμβολαιογραφική πράξη, 325
Συμβολαιογραφικό έγγραφο
- Συνοπτικά συμπεράσματα του Καθηγητή του Αστικού Δικαίου κ. Φ.Δωρή, ως Προέδρου κατά τη συζήτηση επί των θεμάτων της πρώτης ενότητας, με θέμα «Ακυρότητες του συμβολαιογραφικού εγγράφου» στο 4ο Πανελλαδικό Συνέδριο Συμβολαιογράφων (3,4 και 5 Μαϊου 1996) στην Αλεξανδρούπολη, 561
Συμβολαιογράφος
- Η ευθύνη του δικηγόρου και του συμβολαιογράφου μετά το ν. 2251/94, 559
- Παράλειψη μνείας στην απόφαση ότι συνεξετίμησε και την προσκομισθείσα ένορκη βεβαίωση ενώπιον συμβολαιογράφου, 1233
Συμφωνία διαιτητικής πραγματογνωμοσύνης
- Σε περίπτωση προσβολής της κρίσεως του διαιτητή- πραγματογνώμονα ως προφανώς άδικης ή μεροληπτικής χωρεί η προσφυγή του άρθρου 371 ΑΚ, ώστε να γίνει από το δικαστήριο ο προσδιορισμός της παροχής, 1275
Συμφωνία πιστωτών- επιχείρησης
- Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης απόφασης του εφετείου που επικυρώνει συμφωνία μεταξύ πιστωτών και επιχείρησης ακόμη και όταν εκδόθηκε ύστερα από τριτανακοπή δανειστή που δεν έλαβε μέρος στην αρχική δίκη, 308
Συμφωνία Σένγκεν
- Οι διαδικαστικές διατάξεις της Συμφωνίας του Σένγκεν (ν. 2514, ΦΕΚ Α' 140/27.6.1997), 1091
Συμψηφισμός
- Το δικαστήριο, δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία, έχει ευχέρεια ν' ακυρώσει τις πληρωμές που έκανε ο πτωχός κατά το διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της παύσης των άλλων πληρωμών του και της κήρυξης της πτώχευσης. Σ' αυτό το πλαίσιο ακυρώνεται η πώληση από τον πτωχό ακινήτων του, αν ο αγοραστής ή εκείνος που κατέβαλε το τίμημα γνώριζε ότι ο πωλητής είχε παύσει τις πληρωμές του και διατελούσε σε πραγματική και μόνιμη αδυναμία ν' ανταποκριθεί γενικώς στις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του για εμπορικά χρέη. Για τη δικαστική τούτη ακύρωση της πώλησης απαιτείται επίσης συνδρομή βλάβης της ομάδας των δανειστών. Αν ακυρωθεί η πώληση, ο αγοραστής καθίσταται ομαδικός πιστωτής για το ποσό του τιμήματος που κατέβαλε, όχι όμως και στην περίπτωση που το τίμημα είχε συμψηφιστεί ενόλω ή εν μέρει με προγενέστερη ανταπαίτησή του κατά του πτωχεύσαντος, οπότε ο συμψηφισμός είναι αυτοδικαίως άκυρος (ΕμπΝ 537) ως προς την ομάδα των πιστωτών και ο αγοραστής θα καταταγεί απλώς ως πτωχευτικός πιστωτής για το ποσό της απαίτησης που συνεψήφισε, 184
Σύνδικος
- Επιτρέπεται στον πτωχό να ζητήσει τη λήψη επειγόντων δικαστικών μέτρων, όπως προς αντιμετώπιση βραχυχρόνιων παραγραφών, προς αναστολή επισπευδόμενης εκτέλεσης, προς άσκηση ανακοπής του άρθρου 933 κλπ, αλλά μόνον αν αδρανεί ο σύνδικος και εφόσον τα μέτρα αυτά αποβλέπουν στην προστασία της πτωχευτικής περιουσίας προς όφελος και των πιστωτών. Αν ο σύνδικος αντιθέτως δεν αδρανεί, αλλά αντιτίθεται στη λήψη των μέτρων, ο πτωχός μόνο την αντικατάσταση του συνδίκου μπορεί να ζητήσει ή και αποζημίωση, όχι όμως να τον υποκαταστήσει, 664
- Μόνο εξαιρετικά, αν υπάρχει κίνδυνος μη επανορθώσιμης βλάβης από την αναβολή και αδρανεί ο σύνδικος, νομιμοποιείται ο πτωχός να ασκήσει ένδικο βοήθημα, όχι όμως και να παραστεί στη συζήτηση, όπου νομιμοποιείται μόνο ο σύνδικος που θα έχει στο μεταξύ ενημερωθεί. Δεν μπορεί να γίνει όμως λόγος για αδράνεια του συνδίκου, αν υπάρχει εκδηλωμένη διάσταση απόψεων μεταξύ αυτού και του πτωχού και ο σύνδικος κρίνει ότι δεν είναι σκόπιμο ή αναγκαίο να ασκηθεί το συγκεκριμένο ένδικο βοήθημα, οπότε η παρά ταύτα άσκησή του από τον ίδιο τον πτωχό είναι απαράδεκτη, 666
- Σε περίπτωση που, παρά την αυτοδίκαιη αναστολή των ατομικών διώξεων κατά του πτωχού, πτωχευτικός πιστωτής άσκησε αγωγή απευθείας κατά του πτωχού προς διάγνωση χρηματικής του απαίτησης, ο σύνδικος δέ νομιμοποιείται να προσβάλει την εκδιδόμενη απόφαση με ένδικα μέσα (πλειοψ.) Αντίθετη άποψη της μειοψηφίας, εφόσον με το ένδικο μέσο επιδιώκεται η εξαφάνιση της απόφασης και όχι η επανεκδίκαση της διαφοράς επί της ουσίας. Παραπομπή στην ολομέλεια του Αρείου Πάγου λόγω οριακής πλειοψηφίας, 671
Σύνταγμα
- Η διάταξη του άρθρ. 2§4 ν. 2233/1994, κατά το μέρος που με αυτήν θεσπίστηκε η αυτοδίκαιη παύση της ισχύος των πράξεων, με τις οποίες επετράπη στα μέλη του εκπαιδευτικού προσωπικού των ΑΕΙ και ΤΕΙ της χώρας η κατοχή δεύτερης οργανικής θέσεως στην εκπαίδευση, σε περίπτωση που δεν υποβάλλουν εντός ορισμένης προθεσμίας δήλωση για την θέση που επιλέγουν, μετά την κατάργηση με την ίδια ως άνω διάταξη της δυνατότητας κατοχής δεύτερης θέσης στην εκπαίδευση, είναι αντισυνταγματική, ως προσκρούουσα στις διατάξεις των άρθρων 16§4 Σ, καθόσον εμμέσως με τον τρόπο αυτό, θέτει εκτός υπηρεσίας τους κατέχοντες τέτοια θέση, χωρίς να αποφανθεί προς τούτο το αρμόδιο συμβούλιο (μειοψ.), 1068
- Άβατο δικαστικού ελέγχου για τις παραβάσεις του Συντάγματος κατά την ψήφιση των νόμων από τη βουλή, 1118
- Σκέψεις επί της συνταγματικότητας του άρθρου 12§3 εδ. β' ν. 1418/84 στην προδικασία των δημοσίων έργων, 1316
Συνταγματικότητα
- Προβλήματα ελέγχου συνταγματικότητας στις διοικητικές διαφορές ουσίας, 938
Συντηρητική κατάσχεση
- Η διατήρηση ή συνέχιση της συντηρητικής κατάσχεσης παρά την αυτοδίκαιη άρση της κατά το άρθρο 715 § 5 ΠολΔ, λόγω μη εμπρόθεσμης άσκησης αγωγής για την κύρια απαίτηση, δημιουργεί διαφορά που αφορά την εκτέλεση απόφασης που διατάζει ασφαλιστικά μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 702§1 ΠολΔ. Σ' αυτήν την περίπτωση ο οφειλέτης και κάθε τρίτος που έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει με ανακοπή την ακύρωση της παρανόμως συνεχιζόμενης συντηρητικής κατάσχεσης στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων μέσα σε εξάμηνη προθεσμία από την επιβολή της άκυρης κατάσχεσης, σύμφωνα με το άρθρο 934§1 εδ.γ' σε συνδ. με το άρθρ. 700§1 και §2 ΠολΔ δηλ. από την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας των 30 ημερών για την άσκηση της κύριας αγωγής. Με την επίδοση της απόφασης, που διατάσσει το ασφαλιστικό μέτρο, προς τον οφειλέτη επιβάλλεται η συντηρητική κατάσχεση σύμφωνα με τα άρθρ. 700§2 και 713§1 εδ.α' ΠολΔ. Οποιαδήποτε πλημμέλεια της παραγγελίας για την επίδοση αντιγράφου της απόφασης που διατάζει τη συντηρητική κατάσχεση από τον επισπεύδοντα, δεν μπορεί ν' αποβεί σε βάρος του καθού η συντηρητική κατάσχεση- οφειλέτη. Η προθεσμία του άρθρου 715§5 ΠολΔ είναι δικονομική και διαφέρει από την προθεσμία της παραγραφής, 298
- Αν ο δανειστής δεν ασκήσει αγωγή για την κύρια απαίτησή του μέσα σε τριάντα ημέρες από την επίδοση στον οφειλέτη του εγγράφου για την κατάσχεση, όπως ορίζει το άρθρο 715§5 ΠολΔ, αίρεται αυτοδίκαιο το ασφαλιστικό μέτρο. Ο θεσμός της αυτοδίκαιης άρσης του ασφαλιστικού μέτρου είναι διαφορετικός από το θεσμό της ανάκλησης της απόφασης που διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα (αρθρ. 696,697 και 698 ΠολΔ) και προϋποθέτει δικαστική παρέμβαση σε περίπτωση που ακολουθήσει ή προκύψει κάτι νέο που να δικαιολογεί κατά τον νόμο ή να επιβάλλει την ανάκληση. Η μη άσκηση κύριας αγωγής μέσα στη νόμιμη προθεσμία δεν μπορεί να θεωρηθεί νέο γεγονός που να δικαιολογεί την ανάκληση της απόφασης (άρθρ. 696§3 ΠολΔ). Όταν προκύπτει διαφορά για την εκτέλεση του ασφαλιστικού μέτρου, προσήκουσα ένδικη προστασία είναι εκείνη του άρθρ. 702 ΠολΔ, 374
Σχέδιο απόφασης
- Σε περίπτωση ασυμφωνίας μεταξύ των περιεχομένων του σχεδίου και του πρωτοτύπου της απόφασης, επικρατεί το σχέδιο, το οποίο και δημιουργεί τη νομική ύπαρξη της απόφασης, 147
Τόκοι
- Πρόσθετοι λόγοι ανακοπής προς ακύρωση επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης απαραδέκτως προβάλλονται με πρόσθετους λόγους έφεσης ή/και με τις προτάσεις ενώπιον του εφετείου, ακόμη και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 269 και 527 ΠολΔ. Η διαταγή πληρωμής του ποσού που οφείλεται ως κεφάλαιο, καθώς και των τόκων υπερημερίας, εφ' όσον δεν διατάσσει την καταβολή και τόκων των τόκων, δεν είναι εκτελεστός τίτλος ως προς αυτούς. Ανώνυμη τραπεζική εταιρία όμως νομίμως επισπεύδει αναγκαστική κατάσχεση και για το ποσό των τόκων των τόκων, όταν στηρίζεται στις ειδικές διατάξεις του ν.δ. της 17.7/13.8.1923, κατά το οποίο δεν απαιτείται η συνδρομή εκτελεστού τίτλου για την επίσπευση αναγκαστικής κατάσχεσης, 29
- Η εγγραφή της ενυπόθηκης απαίτησης ως τοκοφόρας για την προνομιακή κατάταξη και των τόκων, 471
- Είναι απορριπτέα η αγωγή για τόκους, που ασκείται παρεμπιπτόντως μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, με την οποία επιδικάστηκε μέρος της αξίωσης για το κεφάλαιο, βάσει της αρχικής κύριας αγωγής. Το δεδικασμένο καταψηφιστικής απόφασης καλύπτει, εκτός από το ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό (μείζονα - ελάσσονα σκέψη και κριθέν δικαίωμα) και τη διάταξη για την εκπλήρωση της παροχής, όπως αυτή περιγράφεται στην απόφαση ως προς το χρόνο, τόπο και τους λοιπούς όρους της εκπλήρωσης αυτής, μεταξύ των οποίων της τοκοδοσίας του επιδικασθέντος κεφαλαίου, 1257
- Στην περίπτωση που καταρτίζεται τυπική σύμβαση, με το πρόσθετο σύμφωνο της εξάρτησης των εννόμων συνεπειών της από αίρεση, τότε ο τύπος που απαιτείται από το νόμο για την κύρια σύμβαση, απαιτείται και για το πρόσθετο σύμφωνο της αίρεσης. Αν όμως καταρτίστηκε κύρια σύμβαση πώλησης εικονικώς και με ιδιωτικό αντέγγραφο βεβαιώνεται ότι πώληση είναι εικονική και υπ' αυτήν υποκρύπτεται δωρεά, τότε το συμβολαιογραφικό έγγραφο που απαιτείται για τη δωρεά καλύπτεται από το συμβολαιογραφικό έγγραφο που συντάχθηκε για την εικονική πώληση, ενώ εξ άλλου για το πρόσθετο σύμφωνο της διαλυτικής αίρεσης, από την οποία εξαρτήθηκε η δωρεά, αρκεί το ιδιωτικό αντέγγραφο (πλειοψ.). Αντιθέτως μειοψηφία δύο δικαστών: για το πρόσθετο σύμφωνο της διαλυτικής αίρεσης απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο, αφού τούτο δεν αναπληρώνεται από το συμβολαιογραφικό έγγραφο της πώλησης. Το ζήτημα παραπέμπεται στην ολομέλεια, 1308
Τριτανακοπή
- Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 16 ΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο, δεχόμενο λαθεμένα την ύπαρξη δεδικασμένου, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, και όχι όταν, δεχόμενο και πάλι λαθεμένα την ύπαρξη δεδικασμένου, απέρριψε ως απαράδεκτη την τριτανακοπή προς ακύρωση της τελεσίδικης εξωστικής απόφασης. Ο μισθωτής δεσμεύεται από το δεδικασμένο της εξωστικής απόφασης που εκδόθηκε ύστερα από αγωγή του κυρίου του ακινήτου κατά του εκμισθωτή, στον οποίο με πράξη της αρχής είχε παραχωρηθεί η εκμετάλλευση του μίσθιου καταστήματος μέσα σε νοσοκομείο. Ο δεσμευόμενος από το δεδικασμένο τρίτος δεν έχει δικαίωμα να τριτανακόψει τη βλαπτική γι' αυτόν απόφαση παρά μόνον εξαιτίας δόλου του νικητή διαδίκου ή συμπαιγνίας και των δύο αρχικών διαδίκων, 1259.
Τροποποίηση
- Οι νέες τροποποιήσεις της πολιτικής δικονομίας, 339
- Νέες τροποποιήσεις των δικονομιών όλων των κλάδων και του οργανισμού δικαστηρίων, 579
- Παρατηρήσεις γύρω από τις δικονομικές μεταρρυθμίσεις του ν. 2447/1996, 707
- Παρατηρήσεις γύρω από τις δικονομικές μεταρρυθμίσεις του ν. 2479/1997, 963
- Σε περίπτωση νομοθετικής μεταβολής στις εκκρεμείς δίκες που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών έχουν εφαρμογή οι καταργούμενες διατάξεις έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης εάν ο νέος νόμος δεν περιέχει σχετική ειδική μνεία. Κατά την παραπάνω ειδική διαδικασία εκδικάζονται και οι διαφορές που αφορούν διατροφή και επιμέλεια τέκνου, 1147
Τύπος
- Στην περίπτωση που καταρτίζεται τυπική σύμβαση, με το πρόσθετο σύμφωνο της εξάρτησης των εννόμων συνεπειών της από αίρεση, τότε ο τύπος που απαιτείται από το νόμο για την κύρια σύμβαση, απαιτείται και για το πρόσθετο σύμφωνο της αίρεσης. Αν όμως καταρτίστηκες κύρια σύμβαση πώλησης εικονικώς και με ιδιωτικό αντέγγραφο βεβαιώνεται ότι πώληση είναι εικονική και υπ' αυτήν υποκρύπτεται δωρεά, τότε το συμβολαιογραφικό έγγραφο που απαιτείται για τη δωρεά καλύπτεται από το συμβολαιογραφικό έγγραφο που συντάχθηκε για την εικονική πώληση, ενώ εξ άλλου για το πρόσθετο σύμφωνο της διαλυτικής αίρεσης, από την οποία εξαρτήθηκε η δωρεά, αρκεί το ιδιωτικό αντέγγραφο (πλειοψ.). Αντιθέτως μειοψηφία δύο δικαστών: για το πρόσθετο σύμφωνο της διαλυτικής αίρεσης απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο, αφού τούτο δεν αναπληρώνεται από το συμβολαιογραφικό έγγραφο της πώλησης. Το ζήτημα παραπέμπεται στην ολομέλεια, 1308
Υπηρεσιακή κατάσταση
- Συνταγματικότητα της ενιαίας κατάταξης των πτυχιούχων ΑΕΙ δικαστικών υπαλλήλων, με τους μη πτυχιούχους συναδέλφους τους, στην αυτή κατηγορία π.ε. (πανεπιστημιακής εκπαιδεύσεως), με τη χρήση ως μοναδικού κριτηρίου, του χρόνου διορισμού των τελευταίων στην υπηρεσία. Πλειοψηφία: Η σχετική διάταξη του άρθρου 10 § 6 ν. 2331/1995 που προβλέπει την ενιαία αυτή κατάταξη, δεν αντίκειται στα άρθρα 4 § 1 και 5 § 1 Σ λόγω της εξελίξεως του νομικού καθεστώτος που αναφέρεται στην υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών υπαλλήλων, καθώς και των ιδιαιτέρων σε σχέση με τους λοιπούς δημόσιους υπαλλήλους χαρακτηριστικών των καθηκόντων τους, ως υπαλλήλων οι οποίοι υπό την εποπτεία δικαστικών λειτουργών παρέχουν στους τελευταίους γραμματειακή απλώς υποστήριξη, όπως και των χρονικών προϋποθέσεων που η εν λόγω διάταξη τάσσει. Μειοψηφία: Η επίμαχη διάταξη του άρθρου 10 § 6 του ν. 2331/1995, εισάγουσα ανεπίτρεπτη εξαίρεση στον κανόνα του αρθρ. 18 § 1 ν. 1586/1986 που επέβαλε και για τους υπαλλήλους της γραμματείας των δικαστηρίων την κατάταξή τους σε κατηγορίες θέσεων αντίστοιχες προς το επίπεδο των σπουδών τους, σύμφωνα με όσα ισχύουν παγίως για τους λοιπούς δημοσίους υπαλλήλους, συνεπαγόμενη μάλιστα για τους μη πτυχιούχους δικαστικούς υπαλλήλους, ταχύτερη βαθμολογική εξέλιξη, δεν εναρμονίζεται με τις συνταγματικές αρχές της ισότητας (αρθρ. 4 § 1) και της σταδιοδρομίας καθενός, ανάλογα με την προσωπική του αξία (αρθρ. 5 § 1), 929
Υποθήκη
- Οριοθέτηση του αντικειμένου της δίκης μετά την αναίρεση της απόφασης και την παραπομπή της διαφοράς στο δικαστήριο που είχε εκδώσει αυτήν την απόφαση, 857
- Εμπράγματες αγωγές - Παρεμβάσεις στις συζητήσεις του 23ου ετήσιου συνεδρίου της Ένωσης Ελλήνων Δικονομολόγων, 1235.
- Η παράλειψη μνείας στην επιταγή προς εκούσια συμμόρφωση των περιστατικών που νομιμοποιούν τον επισπεύδοντα να στραφεί κατά του τρίτου διακατόχου του κατασχόμενου ακινήτου στηρίζει ανακοπή προς ακύρωσή της μόνο με την επίκληση και απόδειξη βλάβης, που δεν μπορεί ν' αποκατασταθεί παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. Ο προσημειούχος δανειστής δικαιούται να επισπεύσει εκτέλεση με αντικείμενο το βεβαρημένο ακίνητο, ακόμη και αν αυτό κατέχει τρίτος, μη ευθυνόμενος ενοχικώς, όπως λχ ο ειδικός διάδικος που απέκτησε τούτο, 1298
- Ο τρίτος κύριος του ενυπόθηκου κτήματος, εφόσον δεν έχει αναδεχθεί το χρέος ή από άλλο λόγο δέν ενέχεται προσωπικά γι' αυτό, υποχρεούται μόνο να υποκύψει στην αναγκαστική εκτέλεση και δεν υποχρεούται προσωπικά μέχρι της αξίας του κτήματος. Συνεπώς περιεχόμενο και αίτημα της προς τον τρίτο (κύριο του ενυπόθηκου κτήματος) απευθυνόμενης επιταγής δέν είναι η πληρωμή της προς τον ενυπόθηκο δανειστή οφειλόμενης (και με την υποθήκη ασφαλιζόμενης) απαιτήσεως, αλλά η υποχρέωσή του ν' ανεχθεί την εναντίον του (και σε βάρος του ενυπόθηκου κτήματος) επισπευδόμενη εκτέλεση. Ο δανειστής, υπέρ του οποίου έχει εγγραφεί προσημείωση υποθήκης σε ακίνητο, το οποίο μετά την εγγραφή της προσημείωσης μεταβιβάστηκε από τον οφειλέτη σε άλλον, δεν έχει κατά του νέου κυρίου του ακινήτου την εμπράγματη υποθηκική αγωγή -νοούμενη ως δικαίωμα (με αντίστοιχη του τρίτου υποχρέωση ανοχής) αναγκαστικής εκτελέσεως επί του ακινήτου λόγω υποθηκικής υπεγγυότητάς του- για την επίτευξη της εξόφλησης του χρέους, πρίν από την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη. Ο επισπεύδων δανειστής απαραδέκτως προτείνει με τις προτάσεις του κατα την εκδίκαση της ανακοπής πραγματικά γεγονότα, τα οποία στηρίζουν την παθητική νομιμοποίηση του ανακόπτοντα ως καθού η εκτέλεση, αν δέν είχε επικαλεστεί αυτά τα γεγονότα ήδη με την επιταγή που είχε απευθύνει στον ήδη ανακόπτοντα, 1300
Υπουργός
- Στη δίκη, που ανοίγει με αγωγή αποζημίωσης κατά το άρθρο 105 ΕνΑΚ, εναγόμενος (διάδικος) είναι το ελληνικό Δημόσιο, όπου απλώς εκπροσωπείται από τον αρμόδιο υπουργό. Αν στη δίκη παραστεί το εναγόμενο Δημόσιο με αναρμόδιο υπουργό, τότε το δικαστήριο διατάσσει την αποβολή του και την κλήτευση του αρμόδιου υπουργού, όχι ως διαδίκου, αλλ' ως εκπροσώπου του Δημοσίου, που είναι ο αληθινός διάδικος (πλειοψ.) Κατά την μειοψηφήσασα γνώμη (του εισηγητή) το Δημόσιο, αν δεν εκπροσωπείται από τον αρμόδιο υπουργό, δικαιούται να προσβάλει την εκδιδόμενη πρωτόβαθμη απόφαση για το λόγο τούτο μόνον αν ο υπουργός, που το είχε εκπροσωπήσει αναρμοδίως στην πρωτόδικη δίκη είχε προτείνει το σχετικό ελάττωμα της διαδικασίας, και ο ισχυρισμός του είχε απορριφθεί κατά παράβαση του νόμου, ήδη δε επικαλείται δικονομική βλάβη του, 72
Φορολογικά στοιχεία
- Το αξιόποινον της εκδόσεως ή αποδοχής πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, 441
Φορολογική δικονομία
- Νέες τροποποιήσεις των δικονομιών όλων των κλάδων και του οργανισμού δικαστηρίων, 579
Φόρος κληρονομίας
- Το απαράδεκτο της αγωγής εξαιτίας μη προσκομιδής βεβαίωσης για τη δήλωση φόρου κληρονομίας, 876
Χρησικτησία
- Εμπράγματες αγωγές - Παρεμβάσεις στις συζητήσεις του 23ου ετήσιου συνεδρίου της Ένωσης Ελλήνων Δικονομολόγων, 1235.
|