18/05/2013
ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ   ΚΕΝΤΡΟ ΔΙΚΑΝΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ   Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ   LOGIN   ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ



Αναζήτηση

Περιοδικό Δίκη
Παλαιά Τεύχη (1/00 - 12/04) > Τόμος 2001 > Οκτώβριος 2001 > Μελέτες και παρατηρήσεις στη νομολογία > Α. Πανταζόπουλος - Η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων επί κληρονομικών διαφορών

Εκτύπωση

ΠολΔ 3 και 30

Η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων επί κληρονομικών διαφορών

Αθανάσιος Π. Πανταζόπουλος

Δικηγόρος

Εισαγωγή

Στο δικονομικό δίκαιο ορίζεται[1] ως διεθνής δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων "η εξουσία αυτών προς απονομή δικαιοσύνης επί των ιδιωτικών διεθνών διαφορών ή υποθέσεων", δηλαδή επί υποθέσεων που εμφανίζουν κάποιο στοιχείο αλλοδαπότητας.

Περαιτέρω, ως κληρονομικές διαφορές θα πρέπει να ορίσουμε[2] τις διαφορές που προκύπτουν δυνάμει της κληρονομικής διαδοχής, της μεταβίβασης δηλαδή της κληρονομιάς από τον άνθρωπο που πέθανε, τον κληρονομούμενο, στον ένα ή τους περισσότερους κληρονόμους (1710 Α.Κ).

Πρέπει λοιπόν να ερευνηθεί το εάν και υπό ποιες προϋποθέσεις έχουν τα ελληνικά πολιτικά δικαστήρια δικαιοδοσία προκειμένου να επιλύσουν μια διαφορά από κληρονομική αιτία, η οποία εμφανίζει κάποιο στοιχείο αλλοδαπότητας.

Νομοθετικό πλαίσιο

Η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων ρυθμίζεται από τη Σύμβαση των Βρυξελλών και από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Ενόψει όμως του ότι η πρώτη είναι διεθνής σύμβαση ενώ ο δεύτερος απλά τυπικός νόμος, θα αναπτύξει ο τελευταίος ισχύ εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν εφαρμόζεται η Σύμβαση των Βρυξελλών,[3] κανόνας που προκύπτει άμεσα από το άρθρο 28 του ελληνικού Συντάγματος.

Το εάν στην περίπτωση των κληρονομικών διαφορών εφαρμόζεται η Σύμβαση των Βρυξελλών ορίζεται από την ίδια και μάλιστα στο πρώτο άρθρο, το οποίο ρητά εξαιρεί τις κληρονομικές διαφορές[4] από το πεδίο εφαρμογής της Σύμβασης (αρ.1 περ. γ). Ratio legis αυτής της εξαίρεσης είναι ό,τι στις νομοθεσίες των διαφόρων χωρών - μελών της Ευρώπης - και συμβαλλομένων στη σύμβαση - υφίσταται αποκλίνουσα ρύθμιση του συνδέσμου που θα ορίσει τον εφαρμοστέο κανόνα κληρονομικού δικαίου αλλά και ευρύτερα το ουσιαστικό τους δίκαιο[5] στα συγκεκριμένα ζητήματα απέχουν παρασάγγας το ένα από το άλλο. Επίσης, τα συμβαλλόμενα κράτη δεν ήθελαν μια σύμβαση συντρέχουσας εφαρμογής με το σε κάθε συμβαλλόμενο κράτος ισχύον δίκαιο αλλά μια σύμβαση αποκλειστικής εφαρμογής, η οποία θα διευκολύνει την ελεύθερη κυκλοφορία των δικαστικών αποφάσεων στον κοινοτικό χώρο.[6]

Όπου λοιπόν τα πράγματα δεν ήταν ώριμα λόγω αποκλίνουσας ρύθμισης δεν είχαμε και δικονομική ενοποίηση αλλά ρητή εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της Σύμβασης, ενόψει βέβαια και των συνεπειών (κυρίως της αντίφασης) που θα είχε το να θεμελιώνεται η μεν δικαιοδοσία στο σύνδεσμο της κατοικίας, το δε εφαρμοστέο δίκαιο στο σύνδεσμο της ιθαγένειας (ελληνικό παράδειγμα).

Το άρθρο 1 περ. 1 εξαιρεί τις "κληρονομικές σχέσεις" χωρίς να κάνει διάκριση κι έτσι θα πρέπει να εξαιρεθούν όλες οι διαφορές που αφορούν την κληρονομική διαδοχή.[7] Πάντως, απόφαση του ΔΕΚ που να ορίζει τις κληρονομικές σχέσεις δεν υφίσταται. Από τη νομολογία όμως εθνικών δικαστηρίων[8] προκύπτει ότι αυτά τείνουν να περιορίζουν το εύρος της εξαίρεσης όταν το αντικείμενο της διαφοράς είναι ακίνητο. Στη θεωρία υποστηρίζεται ότι όμοια η αγωγή διανομής ακινήτου που ανήκει εξ αδιαιρέτου σε περισσότερους κληρονόμους και που δε συνιστά διανομή ολόκληρης της κληρονομιάς εκπίπτει της εξαίρεσης και επομένως αναπτύσσει ισχύ η Σύμβαση των Βρυξελλών[9] και ειδικά εν προκειμένω το άρθρο 16 περ.1[10]. Η θέση αυτή είναι ορθή, αφού θα κριθεί μια εμπράγματη σχέση και όχι μια κληρονομική [11].

Συγκεκριμένα, η δίκη διανομής ακινήτου που ανήκει εξ αδιαιρέτου σε περισσότερους κληρονόμους και που δεν αφορά τη διανομή ολόκληρης της κληρονομιάς θα έχει ως κύριο αντικείμενο της το εάν θα γίνει η διανομή ή όχι[12]. Περαιτέρω, θα ελεγχθεί η συγκυριότητα η οποία θα έχει ως αιτία της την κληρονομική διαδοχή, όπως θα μπορούσε να έχει την πώληση, για παράδειγμα.

Αντίθετα, στην περίπτωση που η διανομή του ακινήτου συνιστά τη διανομή της κληρονομιάς στο σύνολο της θα κριθεί μια διαφορά από κληρονομική σχέση κατά την έννοια του αρ. 1 περ.1.

Τα ίδια βέβαια με την περίπτωση της διανομής ακινήτου που συνιστά απλώς τμήμα της κληρονομιάς ισχύουν α minor ad majus με την περίπτωση όπου ζητείται η διανομή ακινήτου που αποκτήθηκε μόνο εν μέρει με αιτία την κληρονομική διαδοχή.

Τέλος, μια μερίδα της θεωρίας[13] με τις ίδιες σκέψεις κρίνει ότι δεν καταλαμβάνεται η αγωγή περί κλήρου από την εξαίρεση του αρ.1 περ.1 της Σύμβασης των Βρυξελλών εάν κατά το ουσιώδες μέρος της η αγωγή αυτή θα έχει, κατά το οικείο δίκαιο, τα χαρακτηριστικά διεκδικητικής ή άλλης αγωγής του εμπραγμάτου δικαίου.

Ως προς το ελληνικό δίκαιο η παραπάνω άποψη θα πρέπει να αποκρουστεί αφού θεμελιώδης διαφορά - αλλά και χαρακτηριστικό - της αγωγής περί κλήρου σε σχέση με τη διεκδικητική ή άλλες συναφείς αγωγές του εμπραγμάτου δικαίου είναι το ότι η πρώτη βασίζεται στο κληρονομικό δικαίωμα και αναφέρεται σε καθολική αξίωση και όχι σε εμπράγματο δικαίωμα επί συγκεκριμένου πράγματος[14].

Συμπέρασμα των παραπάνω αναπτύξεων είναι το ότι στην περίπτωση των κληρονομικών διαφορών δεν εφαρμόζεται η Σύμβαση των Βρυξελλών αλλά το αυτόνομο ελληνικό δίκαιο εκτός από ορισμένες ακραίες περιπτώσεις.

Η ρύθμιση της κατά τόπο αρμοδιότητας
επί κληρονομικών διαφορών στον κώδικα πολιτικής δικονομίας

Δυνάμει του άρθρου 3 ΚΠολΔ η ρύθμιση της κατά τόπο αρμοδιότητας στο ελληνικό δικονομικό δίκαιο καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και τη διεθνή δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων.

Βασική διάταξη ως προς την αμφισβητούμενη δικαιοδοσία είναι το άρθρο 30 ΚΠολΔ.

Αναφορικά με το θέμα της ratio του άρθρου 30 Κ.Πολ.Δ έχουν διατυπωθεί δύο απόψεις. Σύμφωνα με την πρώτη[15], η δωσιδικία αυτή καθιερώθηκε προκειμένου να είναι πιο εύκολη η συλλογή του αποδεικτικού υλικού. Κατά άλλη άποψη[16], η δωσιδικία αυτή θεσπίστηκε από το νομοθέτη ως αποκλειστική, προκειμένου να επιτευχθεί η συγκέντρωση όλων των κληρονομικών διαφορών στο ίδιο δικαστήριο, συνιστά δηλαδή μια περίπτωση "ειδικής συνάφειας", όπου θεμελιώνεται αποκλειστική ειδική δωσιδικία.

Η παραπάνω ρύθμιση έχει τα εξής γενικά χαρακτηριστικά:

* Με το άρθρο 30 ΚΠολΔ καθιερώνεται αποκλειστική[17] και ειδική δωσιδικία της κληρονομιάς[18].

* Γίνεται διάκριση μεταξύ των διαφορών που αναφέρονται αμέσως στο κληρονομικό δικαίωμα καθαυτό και σε απαιτήσεις τρίτων εξαιτίας χρεών της κληρονομιάς ή του κληρονομούμενου, "που γεννώνται δηλαδή με αφορμή την κληρονομική διαδοχή, αλλά δεν πηγάζουν από το κληρονομικό δίκαιο."[19] Για τις μεν πρώτες, η σχετική δωσιδικία του άρθρου 30 ΚΠολΔ θεμελιώνεται χωρίς χρονικό περιορισμό ενώ για τις δεύτερες και συγκεκριμένα για τις απαιτήσεις μεταξύ των κληρονόμων τίθεται ως πρώτο όριο η διανομή, για όλες δε τις διαφορές της διαφορές της διατάξεως του άρθρου 30 § 2 Κ.Πολ.Δ διαγράφεται ως απώτατο όριο η διετία[20].

Στη θεωρία έχει υποστηριχθεί η άποψη[21] ότι για τις απαιτήσεις μεταξύ κληρονόμων δεν ισχύει ως απώτατο χρονικό όριο η διετία αλλά το πότε έγινε η διανομή και επομένως διατηρείται η δωσιδικία της κληρονομιάς μέχρι την τέλεση της διανομής. Ως αιτιολογία η άποψη αυτή προβάλλει το ότι οι τρίτοι δεν γνωρίζουν το εάν έγινε η διανομή ή όχι σε αντίθεση με τους κληρονόμους που το γνωρίζουν. Η άποψη αυτή αποκρούεται από την κρατούσα άποψη με το σκεπτικό ότι η ρύθμιση του άρθρου 30 § 2 ΚΠολΔ δεν οφείλεται στην αδυναμία γνώσης των τρίτων σε αντίθεση με τους κληρονόμους αλλά στην ευχέρεια συλλογής του αποδεικτικού υλικού, ratio η οποία δεν συντρέχει πέραν της διετίας[22].

* Οι υποθέσεις του άρθρου 30 § 1 ΚΠολΔ αφορούν και ακίνητα ενώ οι υποθέσεις του άρθρου 30 § 2 ΚΠολΔ αφορούν μόνο κινητά περιουσιακά στοιχεία[23].

Στο ρυθμιστικό πεδίο του άρθρου 30 § 1 ΚΠολΔ εμπίπτουν οι ακόλουθες διαφορές[24]:

α) Διαφορές που αφορούν την αναγνώριση κληρονομικού δικαιώματος, από νόμο ή από διαθήκη, για παράδειγμα αναγνωριστική αγωγή για αναγνώριση κληρονομικού δικαιώματος, αγωγή για ακύρωση διαθήκης, για κήρυξη αναξιότητας κλπ.

β) Διαφορές που αφορούν τη διανομή κληρονομιάς, για παράδειγμα η αγωγή του 1887 Α.Κ., αγωγή για ακύρωση εκούσιας διανομής που έγινε μεταξύ συγκληρονόμων.

Στη συγκεκριμένη κατηγορία διαφορών υφίσταται διχογνωμία ως προς τη σχέση της δωσιδικίας του άρθρου 30 ΚΠολΔ (δωσιδικία κληρονομιάς) με εκείνη του άρθρου 29 ΚΠολΔ (δωσιδικία της τοποθεσίας του ακινήτου).

Η πρώτη άποψη[25] δέχεται ότι η διάταξη του άρθρου 30 ΚΠολΔ εφαρμόζεται όταν το ακίνητο του οποίου ζητείται η διανομή συνιστά ολόκληρη την κληρονομιά. Αντίθετα, όταν ζητείται η διανομή ακινήτου το οποίο συνιστά τμήμα απλώς της κληρονομιάς ή το ακίνητο αυτό προήλθε εν μέρει δυνάμει κληρονομικής διαδοχής και εν μέρει από άλλη αιτία εφαρμόζεται η 29 ΚΠολΔ Την άποψη αυτή συμμερίζεται και η νομολογία[26].

Η δεύτερη άποψη δέχεται ότι μετά την εισαγωγή του Αστικού κώδικα η αγωγή διανομής της κληρονομιάς σε τίποτα δε διαφέρει από την αγωγή διανομής κοινού πράγματος. Το μόνο που αλλάζει είναι το ότι εν προκειμένω βάση της κοινωνίας είναι το κληρονομικό δικαίωμα. Από αυτό προκύπτει ότι κι αν ακόμα ζητείται η διανομή τμήματος κληρονομιάς - το οποίο είναι ακίνητο - και πάλι πρόκειται για αγωγή διανομής κληρονομιάς[27].

Στην τελευταία αυτή άποψη θα μπορούσε κάποιος να προσθέσει και ακόλουθα επιχειρήματα : Το πρώτο είναι γραμματικό αφού το άρθρο 30 § 1 ΚΠολΔ κάνει λόγο για "διανομή κληρονομιάς" και όχι για διανομή "ολόκληρης" ή "αμιγούς κληρονομιάς". Το δεύτερο είναι ότι το άρθρο 29 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις διανομής ακινήτου (εμπράγματες) εκτός από αυτή που πηγάζει από κληρονομική αιτία οπότε το ακίνητο που διανέμεται συνιστά "διανομή κληρονομιάς". Οι δύο αυτές περιπτώσεις τελούν σε σχέση γενικού προς ειδικό αντίστοιχα και επομένως το τελευταίο θα πρέπει να υπερισχύσει.

Εντούτοις, ορθότερη είναι η πρώτη άποψη. Και τούτο διότι στην αμφισβητούμενη περίπτωση της διανομής ακινήτου το οποίο συνιστά τμήμα της κληρονομιάς έχουμε μια αγωγή στην οποία προέχει ο εμπράγματος χαρακτήρας. Στη δίκη διανομής "η κρίση του δικαιώματος της κυριότητας συνιστά αληθώς αναγκαία προϋπόθεσιν ταύτης"[28] και ως προδικαστικό ζήτημα θα ερευνηθεί και το κληρονομικό δικαίωμα στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως θα ερευνούσε το δικαστήριο ενδεχομένως άλλες περιπτώσεις διαδοχής (π.χ. πώληση, δωρεά).Το γεγονός αυτό όμως δεν αρκεί προκειμένου να υπερισχύσει μια δωσιδικία έναντι μιας άλλης με όμοιο χαρακτήρα.

Αντίθετα, κρίσιμο στοιχείο είναι το κύριο αντικείμενο της δίκης, το οποίο θα καταδείξει και την προέχουσα, ως ειδικότερη έναντι των άλλων ειδικών, δωσιδικία. Και τούτο είναι το εάν θα γίνει η διανομή του συγκεκριμένου ακινήτου[29] και όχι ο τρόπος κτήσης της συγκυριότητας. Κατά συνέπεια θα υπερισχύσει η δωσιδικία του άρθρου 29 ΚΠολΔ

γ) Απαιτήσεις κληρονόμου κατά κατόχου ή νομέα της κληρονομιάς, όπως για παράδειγμα η αγωγή περί κλήρου, αρκεί βέβαια να ζητείται η κληρονομιά και όχι απλώς πράγμα που αποκτήθηκε από κληρονομική αιτία, οπότε, προφανώς, η αγωγή είναι διεκδικητική[30].

δ) Απαιτήσεις από κληροδοτήματα, δηλαδή αγωγές με αντικείμενο το δικαίωμα από την κληροδοσία, όπως για παράδειγμα η ενοχικού χαρακτήρα αγωγή του 1995 ΑΚ και η εμπραγμάτου χαρακτήρα αγωγή του 1996 ΑΚ[31].

ε) Απαιτήσεις από άλλες αιτία θανάτου διατάξεις, όπως για παράδειγμα αγωγή για εκτέλεση του τρόπου (Α.Κ. 2014), για ακύρωση δωρεάς αιτία θανάτου.

ς) Απαιτήσεις από διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη νόμιμη μοίρα, για παράδειγμα η αγωγή για μέμψη άστοργης δωρεάς.

ζ) Απαίτηση κατά εκτελεστών της διαθήκης για εκτέλεση της τελευταίας (αγωγή του άρθρου 2020 § 1 ΑΚ).

Κατά μία άποψη[32], στη δωσιδικία του άρθρου 30 ΚΠολΔ υπάγεται και η αγωγή με αίτημα τη λογοδοσία του εκτελεστή της διαθήκης ενώ έχει διατυπωθεί και άλλη γνώμη[33]. Υποστηρίζεται μάλιστα ότι εδώ η περίπτωση υπάγεται στη δωσιδικία που καθιερώνει το άρθρο 28 Κ.Πολ.Δ[34]. Αυτό όμως δεν είναι σωστό, αφού εν προκειμένω δεν έχουμε διαχείριση δυνάμει δικαστικής εντολής αλλά της ρητής ή σιωπηρής δήλωσης του διαθέτη[35]. Η αγωγή με αίτημα τη λογοδοσία του εκτελεστή της διαθήκης είναι και αυτή μια αξίωση εναντίον του και επομένως ορθό είναι να μη γίνεται διάκριση, αφού ούτε ο ίδιος ο νόμος το πράττει, ούτε κάποιος σκοπός εξυπηρετείται. Αντίθετα, τελεολογικά ενδείκνυται και αυτή η περίπτωση να υπαχθεί στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 ΚΠολΔ

Στο ρυθμιστικό πεδίο του άρθρου 30 § 2 ΚΠολΔ υπάγονται οι ακόλουθες διαφορές:

α) Απαιτήσεις που δημιουργήθηκαν εξ αφορμής της κληρονομικής διαδοχής λόγω της δημιουργηθείσας σχέσης κοινωνίας μέχρι τη διανομή. Τέτοια είναι για παράδειγμα, η αγωγή για απόδοση των αναλογούντων ωφελημάτων στη μερίδα του συγκληρονόμου - ενάγοντα[36], όχι όμως η αξίωση του συγκληρονόμου για διανομή, η οποία όπως προαναφέρθηκε υπάγεται στο ρυθμιστικό πεδίο του άρθρου 30 § 1 ΚΠολΔ

β) Απαιτήσεις τρίτων για χρέη της κληρονομιάς ή του κληρονομούμενου. Ο όρος απαίτηση που χρησιμοποιεί η διάταξη θα πρέπει να ερμηνευθεί ως ενοχική αξίωση[37].

Επίσης, ως χρέη της κληρονομιάς χαρακτηρίζονται τα χρέη του κληρονομούμενου που είχαν δημιουργηθεί όσο αυτός ήταν εν ζωή, τα οποία αναλαμβάνει ο κληρονόμος ως καθολικός διάδοχος. Σ’ αυτά θα πρέπει να προστεθούν για παράδειγμα τα χρέη για κηδεία, τα οποία είναι χρέη της κληρονομιάς και υπάγονται και αυτά στη ρύθμιση της 30 § 2 ΚΠολΔ Η ίδια η κληρονομιά περαιτέρω καθαυτή μπορεί να δημιουργήσει και άλλα χρέη (π.χ. έξοδα για απογραφή ή για δικηγορικές υπηρεσίες [38]) για τα οποία ισχύει το ίδιο.

Πάντως, το άρθρο 30 § 2 ΚΠολΔ δεν αναπτύσσει ισχύ κι έτσι δεν υπάγονται σ’ αυτή οι ενοχικές αξιώσεις του κληρονομούμενου κατά τρίτων.

γ) Εμπράγματες απαιτήσεις για κινητά πράγματα που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 § 1 ΚΠολΔ Έτσι, ο κληροδόχος που διεκδικεί πράγμα - αντικείμενο του δικαιώματος της κληροδοσίας εκπίπτει από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 § 2 ΚΠολΔ , αφού υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 § 1 Κ.Πολ.Δ[39].

Βασική διάταξη ως προς την εκούσια δικαιοδοσία είναι το άρθρο 810 ΚΠολΔ Στο συγκεκριμένο άρθρο καθορίζεται παράλληλα με το άρθρο 120 ΕισΝ.Α.Κ.[40] το δικαστήριο της κληρονομιάς μόνο για τις υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας.

Η εξουσία αυτού του δικαστηρίου συνίσταται στο να διατάσσει ρυθμιστικά μέτρα ή να δέχεται δηλώσεις, ώστε να διαφυλαχθεί η κληρονομιά όταν οι κληρονόμοι αδρανούν. Ο κανόνας είναι ότι στο ρυθμιστικό πεδίο του άρθρου 810 ΚΠολΔ υπάγονται όλες οι κληρονομικές υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας εκτός από τις περιπτώσεις όπου άλλες ειδικότερες διατάξεις ή νόμοι ορίζουν διαφορετικά. Και αυτές είναι η δημοσίευση διαθήκης, για την οποία η αρμοδιότητα ρυθμίζεται εξαντλητικά στο άρθρο 807 ΚΠολΔ και η ερμηνεία διαθήκης υπέρ του κράτους ή κοινωφελούς σκοπού (αποκλειστικά αρμόδιο το Εφετείο Αθηνών, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 825 ΚΠολΔ ).

Ειδικά η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων
επί κληρονομικών διαφορών

Η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων στα πλαίσια του ελληνικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ρυθμίζεται από τον θεμελιώδη κανόνα του άρθρου 3 § 1 ΚΠολΔ , ενόψει του οποίου διαπιστώνεται ότι πλέον στο ελληνικό δίκαιο ισχύει η αρχή της εδαφικότητας και ειδικότερα ο κανόνας ότι όπου θεμελιώνεται κατά τόπο αρμοδιότητα των δικαστηρίων μας, είτε λόγω της γενικής ή ειδικής κατοικίας του εναγομένου, είτε γιατί θεμελιώνεται κάποια άλλη δωσιδικία, εκεί υφίσταται και διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων μας.

Συνέπεια όλων αυτών είναι το ότι το άρθρο 30 Κ.Πολ.Δ σε συνδυασμό με τα άρθρα 22, 23[41] ( ενδεχομένως και τα άρθρα 24, 26) Κ. Πολ.Δ. καθορίζουν και το πότε τα ελληνικά δικαστήρια έχουν διεθνή δικαιοδοσία κατά το ακόλουθο σχήμα.

Ερευνητέο κατά πρώτον θα είναι το εάν ο κληρονομούμενος είχε κατοικία στην Ελλάδα κατά τους ορισμούς του άρθρου 22 ΚΠολΔ Εάν δεν είχε κατοικία πουθενά, τότε θα συνδυάσουμε το άρθρο 30 και το άρθρο 23 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας για να θεμελιώσουμε διεθνή δικαιοδοσία, όπως το τελευταίο άρθρο ρητά επιτάσσει, δυνάμει του συνδέσμου της διαμονής.

Αντίθετα, εάν ο κληρονομούμενος είχε κατοικία στην αλλοδαπή και διέμενε απλώς στην ημεδαπή κατά το χρόνο του θανάτου του, τότε σε καμία περίπτωση δεν αποκτούν τα ελληνικά δικαστήρια δικαιοδοσία δυνάμει απλώς του γεγονότος ότι "συντρέχει" ο σύνδεσμος της διαμονής στη χώρα μας με το σύνδεσμο της κατοικίας στην αλλοδαπή[42].

Στη θεωρία έχει υποστηριχθεί[43] ότι εάν μεν ο κληρονομούμενος είναι ημεδαπός ή αλλοδαπός και "κατέλιπε κληρονομιαία στην Ελλάδα, είναι αρμόδιο το δικαστήριο της τοποθεσίας του ακινήτου (29 ΚΠολΔ ) ή της περιουσίας (40 ΚΠολΔ ) και ως προς τις κληρονομικές διαφορές, έστω και αν ο αποβιώσας δεν είχε κατά το χρόνο του θανάτου του κατοικία ή διαμονή στην Ελλάδα[44]. Εάν δε ο κληρονομούμενος είναι ημεδαπός - και υπό την προϋπόθεση ότι αυτός δεν άφησε περιουσία στην Ελλάδα ούτε είχε κατά το χρόνο του θανάτου του κατοικία ή διαμονή στην Ελλάδα - αποκτούν ως προς τις διαφορές του άρθρου 30 ΚΠολΔ αρμοδιότητα τα δικαστήρια της πρωτεύουσας του κράτους, με ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 24 ΚΠολΔ Την άποψη αυτή έχει υιοθετήσει η νομολογία σε δύο περιπτώσεις στο παρελθόν[45].

Η άποψη αυτή επικρίθηκε με το επιχείρημα ότι στα πλαίσια του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας - αναφορικά με το ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων - δεν παίζει ρόλο η ιθαγένεια αλλά το εάν υφίστατο κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου κατοικία ή διαμονή του στην Ελλάδα[46].

Από εκεί και πέρα το άρθρο 30 καθιερώνει αποκλειστική ειδική δωσιδικία και δε μπορεί να θεμελιωθεί in concreto τοπική αρμοδιότητα με βάση τα άρθρα 29 και 40 του ΚΠολΔ , άρα και διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων[47].

Από άλλους υποστηρικτές αυτής της άποψης[48] επισημαίνεται επίσης ότι η ratio της δωσιδικίας του άρθρου 24 ΚΠολΔ ήταν η αποφυγή της σε διεθνές επίπεδο αρνησιδικίας. Η περίπτωση αυτή όμως είναι εντελώς ειδική, ο δε σκοπός της εν προκειμένω δεν συντρέχει, οπότε δεν δικαιολογείται και η ανάλογη εφαρμογή της.

Η προεκτεθείσα δεύτερη άποψη επιβεβαιώθηκε και από τον Άρειο Πάγο[49] και είναι πλέον η κρατούσα στη θεωρία και νομολογία άποψη.

Ένα συναφές ζήτημα που έχει απασχολήσει τη θεωρία είναι η συνδυαστική εφαρμογή των άρθρων 30 και 23 εδ. β' ΚΠολΔ Συγκεκριμένα, υποστηρίζεται[50] ότι στην περίπτωση όπου ο τόπος κατοικίας του κληρονομούμενου που πέθανε στο εξωτερικό είναι άγνωστος στον ενάγοντα, τα ελληνικά δικαστήρια αποκτούν δικαιοδοσία με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 23 &1 εδ. β' ΚΠολΔ

Εντούτοις, το άρθρο 3 &1 ΚΠολΔ ορίζει ως μοναδικό γνώμονα της διεθνούς δικαιοδοσίας την αρμοδιότητα και μάλιστα την κατά τόπο[51]. Περαιτέρω, η προαναφερθείσα άποψη παραβλέπει ότι στο συγκεκριμένο ζήτημα η μόνιμη κατοικία στην αλλοδαπή υφίσταται. Απλώς, είναι άγνωστη στον ενάγοντα και επομένως δεν προκύπτει ούτε θεμελιώνεται διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων.

Επίσης, όπως ορθά επισημαίνεται[52], υφίστανται σοβαρές διαφορές αφού το άρθρο 23 &1εδ. β' ΚΠολΔ αναφέρεται στην άγνωστη διαμονή και όχι στην άγνωστη κατοικία. Ακόμη, το άρθρο 23 &1εδ. β' ΚΠολΔ αφορά ένα σπάνιο γεγονός της κοινωνικής ζωής, ενώ η - άγνωστη στον ενάγοντα - κατοικία στο εξωτερικό είναι κάτι συνηθισμένο και τέλος ότι στο συγκεκριμένο ζήτημα δεν υφίσταται νομοθετικό κενό, ώστε να καλυφθεί με αναλογική ερμηνεία άλλης διάταξης.

Ένα άλλο ζήτημα το οποίο έχει απασχολήσει τη θεωρία είναι η σχέση της αποκλειστικής δωσιδικίας του άρθρου 30 ΚΠολΔ με την επίσης αποκλειστική του άρθρου 31 ΚΠολΔ Το αποτέλεσμα της σύγκρουσης των δύο παραπάνω δωσιδικιών εν προκειμένω είχε ιδιαίτερη σημασία καθώς - κατά την άποψη που θα εκτεθεί αμέσως παρακάτω - θεμελιώνεται διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων για να επιλύσουν κληρονομική διαφορά, παρά το γεγονός ότι δεν πληρούνται στη συγκεκριμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις του άρθρου 30 Κ.Πολ.Δ[53].

Συγκεκριμένα, υποστηρίζεται ότι οι κληρονόμοι του διαθέτη έχουν δικαίωμα / έννομο συμφέρον κατ’ άρθρο 70 ΚΠολΔ να ασκήσουν αναγνωριστική αγωγή εναντίον εκείνου του τέκνου του διαθέτη που προέρχεται από ανυπόστατο πολιτικό γάμο με το αίτημα να διαγνωστεί ότι το εναγόμενο τέκνο δεσμεύεται από το δεδικασμένο αμετάκλητης απόφασης που έκρινε τον πολιτικό γάμο των γονέων του στο εξωτερικό ως ανυπόστατο, αφού κατά τον ίδιο λόγο το τέκνο έχει το δικονομικό δικαίωμα να ασκήσει τριτανακοπή κατά το άρθρο 587 ΚΠολΔ Γι’ αυτήν, αποκλειστική αρμοδιότητα έχει το εκδόσαν την εναντίον της η τριτανακοποή απόφαση. Άρα και για την αντίστροφη περίπτωση, όπου δηλαδή ασκείται αναγνωριστική αγωγή των κληρονόμων για δέσμευση από το δεδικασμένο, έχει αρμοδιότητα το ίδιο δικαστήριο. Κυρίως όμως έχει αρμοδιότητα λόγω του ότι η αναγνωριστική αυτή αγωγή τελεί σε σχέση παρεπόμενου προς κύριο ζήτημα (απόφαση που έκρινε ανυπόστατο τον πολιτικό γάμο) και λόγω του άρθρου 31 ΚΠολΔ

Περαιτέρω, οι κληρονόμοι έχουν δικαίωμα να ασκήσουν άλλη μια αναγνωριστική αγωγή επίσης συναφή με την πρώτη αναγνωριστική, η οποία (και) λόγω συνάφειας θα εκδικαστεί από το ίδιο δικαστήριο. Αντικείμενο της θα είναι το να αναγνωριστεί περαιτέρω το ότι, ως τέκνο γεννημένο από ανυπόστατο πολιτικό γάμο που δεσμεύεται από το δεδικασμένο της πρώτης απόφασης που τον έκρινε ανυπόστατο (αντικείμενο της πρώτης αναγνωριστικής αγωγής), δεν έχει περαιτέρω κληρονομικό δικαίωμα λόγω ειδικών νομοθετικών διατάξεων.Κατά την ίδια άποψη και αυτή λόγω συνάφειας θα κριθεί από το ίδιο δικαστήριο, δηλαδή από ελληνικό δικαστήριο, παρά το ότι δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 30 ΚΠολΔ , δυνάμει του άρθρου 31 ΚΠολΔ

Ακόμη, επισημαίνεται ότι κατά την κρατούσα άποψη[54] η δωσιδικία του άρθρου 31 Κ.Πολ.Δ, υπερισχύει εκείνης του άρθρου 30 ΚΠολΔ και τονίζει ότι και στη συγκεκριμένη περίπτωση η ratio αυτής της υπεροχής (κίνδυνος αντιφατικών αποφάσεων - οικονομία της δίκης) συντρέχει. Άρα και σ’ αυτή την περίπτωση τα ελληνικά δικαστήρια αποκτούν δικαιοδοσία.

Εναντίον αυτής της άποψης θα μπορούσαν να προβληθούν τα εξής: το ζήτημα δημιουργείται από τη στιγμή που η δωσιδικία του άρθρου 31 ΚΠολΔ δεν απαιτεί - με το γράμμα του τουλάχιστον - η δεύτερη συναφής αγωγή να ασκείται όσο είναι εκκρεμής η πρώτη συναφής αγωγή. Ο ίδιος δε ο συγγραφέας[55] έχει επικρίνει, ορθά, την ερμηνεία της παραπάνω διάταξης αποκλειστικά με βάση το γράμμα της[56].

Επίσης, όπως τονίστηκε και στα πλαίσια της διάκρισης / σύγκρουσης των δωσιδικιών που καθιερώνονται στα άρθρα 29 και 30 ΚΠολΔ , εκείνο το στοιχείο που έχει καθοριστική σημασία είναι η αναγνώριση κληρονομικού δικαιώματος. Για τις δίκες με αυτό το αντικείμενο ο νομοθέτης θέσπισε τη δωσιδικία του άρθρου 30 ΚΠολΔ και αυτή θα αναπτύξει ισχύ εν προκειμένω, όχι όμως αυτή που καθορίζεται εμμέσως, με ενδιάμεσο σύνδεσμο δηλαδή το άρθρο 31 ΚΠολΔ , για κάποιο προδικαστικό ζήτημα της κύριας δίκης.

Τέλος, η παραπάνω άποψη δε λαμβάνει υπόψη την επιλογή του νομοθέτη, όπως αυτή αποτυπώνεται στο άρθρο 3 ΚΠολΔ , όπου επιλέγεται η αρχή της εδαφικότητας εν γένει και σε συνδυασμό με το άρθρο 30 ΚΠολΔ για τις κληρονομικές διαφορές. Και τούτο, γιατί δίνοντας προβάδισμα στη δωσιδικία του άρθρου 31 ΚΠολΔ επιλέγει στο συγκεκριμένο ζήτημα ουσιαστικά τον σύνδεσμο της ιθαγένειας, ο οποίος ισχύει κατ’ εξαίρεση για τις γαμικές διαφορές και τις σχέσεις γονέων - τέκνων, προκειμένου να αποκτήσουν τα ελληνικά δικαστήρια διεθνή δικαιοδοσία. Ο σύνδεσμος αυτός δε επανέρχεται μέσα από το "όχημα" της συνάφειας.

Για τους λόγους αυτούς, ορθότερο θα ήταν να μη γίνει δεκτή η παραπάνω άποψη.

Ένα άλλο ζήτημα το οποίο τίθεται είναι το εάν μπορούν τα ελληνικά δικαστήρια να αποκτήσουν δικαιοδοσία στις κληρονομικές διαφορές δυνάμει παρέκτασης ή και αντίστροφα, να καταργήσουν οι διάδικοι τη δικαιοδοσία των ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων στις συγκεκριμένες διαφορές. Η απάντηση της θεωρίας[57] και της νομολογίας[58] επί του ζητήματος είναι καταφατική υπό τον όρο όμως ότι υφίσταται ρητή συμφωνία των διαδίκων και όχι σιωπηρή, αφού όπως παραπάνω τονίστηκε η δωσιδικία του άρθρου 30 ΚΠολΔ είναι αποκλειστική.

Αναφορικά με το ζήτημα της παρέκτασης αλλά και γενικότερα με το σύστημα της διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων επί των κληρονομικών διαφορών - και όχι μόνο - θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο αποκλεισμός της δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων είτε ex lege είτε συμβατικά δεν θα πρέπει να οδηγεί σε διεθνή αρνησιδικία[59]. Σε αυτή την περίπτωση για λόγους δημόσιας τάξης και προκειμένου να μην τεθεί ζήτημα άρνησης του φυσικού δικαστή[60] τα ελληνικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία κατά παρέκκλιση των παραπάνω ορισμών του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ο οποίος θα πρέπει να "ορίζει" και όχι να καταργεί - έστω έμμεσα - το δικαίωμα δικαστικής προστασίας.

Η τελευταία ομάδα περιπτώσεων που θα ερευνηθεί είναι εκείνη των κληρονομικών υποθέσεων που δεν συνιστούν κληρονομικές διαφορές και που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Οι ρυθμίσεις της τελευταίας συναρτώνται με τις σχετικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα και άλλων ειδικών νόμων και έτσι πρέπει να ερμηνεύονται. Ενόψει αυτών, η θεωρία τονίζει ότι ερμηνευτική αφετηρία είναι "η του άρθρου 3 § 1 ΚΠολΔ διάταξις και η δι’ αυτής αναγωγή εις τας περί αρμοδιότητος διατάξεις, πρωτίστως μεν της εκουσίας δικαιοδοσίας, δευτερευόντως δε, και εφ’ όσον είναι προσαρμόσιμοι της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας."[61]. Έτσι, τα ελληνικά δικαστήρια γενικά για τις υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας αποκτούν δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου σε συνδυασμό με το εάν υφίσταται κατά τόπον αρμοδιότητα, εφόσον οι πρώτες έχουν κάποιο στοιχείο αλλοδαπότητας[62]. Όπως προαναφέρθηκε, κρίσιμη διάταξη όπου ρυθμίζεται - και - η κατά τόπο αρμοδιότητα είναι εκείνη του 810 ΚΠολΔ , ισχύουν όμως για ειδικά ζητήματα αποκλειστικά οι δωσιδικίες των 807, 825 ΚΠολΔ Περαιτέρω, ως προς τη διάταξη του 810 ΚΠολΔ αυτή θα ερμηνευτεί συνδυαστικά με εκείνη του άρθρου 23 ΚΠολΔ , κατά το ίδιο σχήμα που και το άρθρο 30 συστηματικά ερμηνεύθηκε, κατά μία άποψη[63] διαφοροποιημένα, ως προς το σύνδεσμο της διαμονής.

Στη θεωρία[64] όμως και στη νομολογία[65] υποστηρίζεται η άποψη ότι στην περίπτωση που ο κληρονομούμενος που άφησε κληρονομιαία στην Ελλάδα ήταν αλλοδαπός και ουδέποτε είχε κατοικία ή διαμονή στη χώρα μας, θεμελιώνεται διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 40 ΚΠολΔ Σύμφωνα με μία δεύτερη γνώμη, στις υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας θα πρέπει να θεμελιώνεται διεθνής δικαιοδοσία, όποτε υφίσταται ανάγκη αντίληψης ή προνοίας[66].

Τρίτη άποψη[67] - και ειδικά για την έκδοση κληρονομητηρίου - υποστηρίζει ότι τα ελληνικά δικαστήρια θα πρέπει να αποκτούν δικαιοδοσία και να εκδίδουν κληρονομητήριο, παρότι δεν είχε ο αποβιώσας κληρονομούμενος κατοικία ή διαμονή στην Ελλάδα, προκειμένου να διευκολυνθούν οι συναλλαγές στη χώρα μας.

Τέταρτη τέλος άποψη[68], φαίνεται να δέχεται ότι επί κληρονομικών υποθέσεων εκούσιας δικαιοδοσίας θεμελιώνεται διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων στην περίπτωση όπου συντρέχει ο σύνδεσμος των υφισταμένων κληρονομιαίων στη χώρα μας, ανεξαρτήτως του εάν συντρέχει κατοικία ή διαμονή του αποβιώσαντος στην αλλοδαπή.

Οι παραπάνω απόψεις έχουν ως κοινό γνώρισμα ότι "επεκτείνουν" τη δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων όταν αυτά επιλαμβάνονται κληρονομικών υποθέσεων εκούσιας δικαιοδοσίας σε σχέση με τις υποθέσεις της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, ερμηνεύοντας τις σχετικές διατάξεις είτε ευθέως τελεολογικά είτε τελεολογικά και με ανάλογη εφαρμογή άλλων διατάξεων.

Εντούτοις, η γραμματική ερμηνεία του 810 ΚΠολΔ δείχνει ότι ο Έλληνας νομοθέτης παραμένει στην αρχή της εδαφικότητας και καλύπτει μόνο ακραίες περιπτώσεις, όπου δεν συντρέχει καθόλου ο σύνδεσμος της κατοικίας ή της διαμονής (και που δε μπορεί να αφορά Έλληνες πολίτες, αφού οι τελευταίοι πάντοτε έχουν κατοικία[69], με βάση τη ρύθμιση του αστικού κώδικα).

Επίσης, συστηματικά ερμηνευόμενες οι σχετικές διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας καταδεικνύουν ότι επί υποθέσεων εκούσιας δικαιοδοσίας όπου ο νομοθέτης ήθελε τα ελληνικά δικαστήρια να έχουν οπωσδήποτε δικαιοδοσία το έπραξε όπως στα άρθρα 807, 825 ΚΠολΔ

Τέλος, και με βάση την τελεολογική ερμηνεία, αν δεχθούμε ότι οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας ουσιαστικά δεν είναι τίποτα άλλο παρά περιπτώσεις αντικατάστασης της διοικητικής λειτουργίας, όπου ο νομοθέτης αντικαθιστά το τεκμήριο νομιμότητας των διοικητικών πράξεων με έναν a priori δικαστικό έλεγχο νομιμότητας των προϋποθέσεων λήψης ενός μέτρου ή διάγνωσης μιας κατάστασης[70] που γίνεται από ένα τρίτο ανεξάρτητο πρόσωπο το οποίο προστατεύει έννομα συμφέροντα με διαπλαστικές ή αναγνωριστικές ενέργειες, μάλλον θα πρέπει, ειδικά στις περιπτώσεις αυτές, να αποκτούν δικαιοδοσία αυστηρά όπου ο νόμος το ορίζει.

Ενόψει όλων αυτών, ορθότερο είναι να δεχθούμε την προσήλωση στο γράμμα των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες θα πρέπει να ερμηνεύονται συνδυαστικά με τον θεμελιώδη κανόνα - προκειμένου για διεθνή δικαιοδοσία των ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων - του άρθρου 3 ΚΠολΔ.



[1] Γ. Μητσόπουλος, "Πολιτική Δικονομία", τ. Α', σελ. 142, έτσι και Κ. Κεραμεύς "Αστικό Δικονομικό Δίκαιο", Γενικό Μέρος, σελ.1.

[2] Ν. Παπαντωνίου, "Κληρονομικό Δίκαιο", 5η έκδ., σελ. 31

[3] Για τη νομική ισχύ της Σύμβασης των Βρυξελλών σε σχέση με τις αντίστοιχες ρυθμίσεις του εθνικού δικαίου και συναφών διεθνών συμβάσεων μεταξύ των συμβαλλομένων κρατών σχετικές οι Εφ. Θεσ. 2253 / 1994, Αρμ. 1995. Σ. 204, Μ.Π.Θεσ. 511 / 1994, Αρμ. 1995, σελ. 208 (σύντομη έκθεση των παραπάνω αποφάσεων σε Ν. Νίκα, "Η Σύμβαση των Βρυξελλών", 2η έκδ. 1998, σ. 33).

[4] Συγκεκριμένα, το γαλλικό κείμενο εξαιρεί τις υποθέσεις από "διαθήκες και κληρονομικές διαδοχές" ( les testaments et les successions), ενώ στο ελληνικό κείμενο χρησιμοποιείται ο όρος "κληρονομικές σχέσεις". Σχετικά, Σ. Γκιάφης, "Προϋποθέσεις αναγνώρισης δικαστικών αποφάσεων μεταξύ των κρατών της ΕΟΚ", σελ. 78.

[5] Σ. Γκιάφης, ο.π., σελ. 73

[6] Κεραμεύς / Κρεμλής / Ταγαράς, "Η Σύμβαση των Βρυξελλών", Ερμηνεία κατ’ άρθρο, σελ. 2

[7] Κεραμεύς / Κρεμλής / Ταγαράς, ο.π. σελ. 28

[8] Κεραμεύς / Κρεμλής / Ταγαράς, ο.π. σελ. 28

[9] Κεραμεύς / Κρεμλής / Ταγαράς, ο.π. σελ. 29

[10] Κεραμεύς / Κρεμλής / Ταγαράς, ο.π. σελ. 125

[11] Αυτό φαίνεται να επισημαίνει και ο Γκιάφης στη μελέτη του, ο.π. σ. 79

[12] Κ. Κεραμεύς, "Καθ’ ύλην αρμοδιότης επί αγωγή διανομής", Νομ. Μελέτες 1, σελ. 21 επ

[13] Γκιάφης, ο.π. σελ. 79

[14] Ειδικά για τη συγκεκριμένη διάκριση, Ν. Παπαντωνίου, ο.π.,§33δ, σ. 202επ

[15] Γ.Μητσόπουλος, ο.π., σελ. 224, Σινανιώτης - Δεληκωστόπουλος, ο.π. σελ. 54

[16] Κ. Μπέης, "Ερμηνεία Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας", τόμος 1, σελ. 206

[17] Β. Νικόπουλος, "Περί της δωσιδικίας της κληρονομιάς", Αρμενόπουλος 1973, σελ. 351. Από την πλέον πρόσφατη νομολογία για τον αποκλειστικό και ειδικό χαρακτήρα της 30 Κ. Πολ.Δ. χαρακτηριστικές οι ΑΠ 583 / 1995, Ελληνική Δικαιοσύνη 37 (1996), σελ 595 και ΜΠΑ 5730 / 1996, Αρμενόπουλος 1997, σελ. 541

[18] Υπό το προϊσχύσαν δίκαιο της Πολ.Δ. 1834 η δωσιδικία της κληρονομιάς απέκλειε μεν τη γενική δωσιδικία της κατοικίας, πλην όμως ήταν συντρέχουσα με τις ειδικές δωσιδικίες του αρ.22 Πολ.Δικ. και αποκλειόμενη από των άρθρων 19 αυτής ( εδ. 2 - 5),20 και 21. Α. Λαναράς, "Σχεδίασμα της δωσιδικίας της κληρονομιάς", (διατ.) 1834, σελ. 14 επ., όπου και κριτική της τότε ρύθμισης.

[19] Κ. Κεραμεύς, Αστικό Δικονομικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, σελ. 59

[20] Γ. Μητσόπουλος, ο.π. σελ. 228, Κ. Μπέης, "Ερμηνεία Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας", τόμος 1, σελ. 214.

[21] Τ. Οικονομόπουλος, "Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας", τόμος Α', σελ 124, Β. Νικόπουλος, ο.π. σελ. 351

[22] Γ. Μητσόπουλος, ο.π., σημ. 101

[23] Κ. Μπέης, ο.π. σελ. 211

[24] Στα πλαίσια πάντως της διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων η απαρίθμηση που ακολουθεί δεν είναι - και δε μπορεί να είναι - "αποκλειστική" αφού η αναγνώριση κληρονομικού δικαιώματος μπορεί να αφορά δικαιικούς θεσμούς άγνωστους στη χώρα μας, όπως για παράδειγμα η δικαιοπραξία σύστασης εμπιστεύματος ( επί του συγκεκριμένου ζητήματος Κ. Κεραμεύς, "Διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων επί διαφορών από κληρονομικό καταπίστευμα"), (γνωμοδότηση), Ελ. Δικ. 36, σελ. 1995.

[25] Κ. Κεραμεύς, ο.π., σελ. 59, Β. Νικόπουλος, ο.π., σελ. 358

[26] Ε.Α. 2472 / 69, Αρμενόπουλος, 1970, σελ. 244, Πολ. Πρ, Πειραιά 983 / 79, ΝοΒ 28, σελ. 884, Πολ. Πρ. Αθ. 3941 / 77, ΝοΒ. 1977, σελ. 571, Ε.Α. 8559 / 78, ΝοΒ 27, σελ. 596, η οποία θέτει ως κριτήριο τη διανομή "αμιγούς" της κληρονομιάς. Η Α.Π. 583 / 1995 δεν φαίνεται να παίρνει θέση στο συγκεκριμένο ζήτημα

[27] Κ. Μπέης, ο.π., σελ. 212 με παραπομπή και στον Μπαλή, "Κληρονομικό Δίκαιο", σελ. 362. Με την άποψη αυτή σύμφωνος και ο Ι. Καρακατσάνης, "Αστικός Κώδικας", κάτω από το άρθρο 1887

[28] Κ. Κεραμεύς, "Ουσιαστικό δεδικασμένο περί προδικαστικών ζητημάτων", σελ. 145

[29] Κ.Κεραμεύς, "Καθ’ ύλην αρμοδιότης επί αγωγής διανομής", Νομ. Μελέτες Ι, σελ 24

[30] Επίσης, κατά τη νομολογία "η περί κλήρου αγωγή που εγείρεται υπό του μεταγενεστέρου κληρονόμου κατά τινός των αρχικών κληρονόμων του αποβιώσαντος υπάγεται εις την κατά τον χρόνον του θανάτου κατοικίας του αρχικώς κληρονομουμένου." Ε.Α. 6678 / 1992, ΝοΒ 30, σελ. 1289.

[31] Κατά μία άποψη, ο όρος "απαίτηση" έχει μόνο και αυστηρά έννοια νομική έννοια και επομένως η αγωγή του 1996 Α.Κ. δεν υπάγεται στη ρύθμιση του άρθρου 30 § 1 ΚΠολΔ (βλ. σημείωση αρ. 39)

[32] Κ. Κεραμεύς, "Αστικό Δικονομικό Δίκαιο", Γενικό Μέρος, σελ. 59, ο οποίος περιλαμβάνει και την αγωγή με αίτημα τη λογοδοσία του εκτελεστή της διαθήκης, αφού δεν κάνει διάκριση αναφερόμενος στις υποχρεώσεις του εκτελεστή κατά τις 2020 - 2023 Α.Κ.

[33] Γ.Μητσόπουλος, ο.π., σελ. 227, Κ. Μπέης, ο.π. σελ. 214, ο οποίος μόνο αναλογικά δέχεται την εφαρμογή του άρθρου 30 Κ.Πολ.Δ

[34] Δεληκωστόπουλος - Σινανιώτης, Ερμηνεία ΚΠολΔ , αρθρο 30 &1

[35] Β. Νικόπουλος ο.π., σελ. 362

[36] Β. Νικόπουλος, ο.π., σελ. 362 αναλυτικά

Κ. Κεραμεύς, ο.π., σελ. 60, Β. Νικόπουλος, ο.π. σελ. 363[37]

[38] Μ.Π.Α. 164 / 1976, ΝοΒ. 1977, σελ. 1208

[39] Όμοια Κ. Μπέης, ο.π., σελ. 214, Γ. Μητσόπουλος, σελ. 229, σημ. 102. Αντίθετοι οι Δεληκωστόπουλος - Σινανιώτης, ερμηνεύοντας ακριβώς αντίθετα τις δύο παραγράφους του άρθρου 30 ΚΠολΔ , ο.π., άρθρο 30, ΙΙΙ, σελ. 94,οι ίδιοι, "Μαθήματα Πολιτικής Δικονομίας", σελ. 55.

[40] Β. Βαθρακοκοίλης, Ερμηνεία ΚΠολΔ , άρθρο 810, σελ 583. Για παράλληλη ρύθμιση κάνει λόγο και ο Κ. Μπέης, ο.π., άρθρο 810 ΚΠολΔ , τεύχος 19, σελ. 511

[41] Κ. Κεραμεύς, ο.π., σελ. 5, με παραπομπές στη νομολογία

[42] Γ. Μητσόπουλος, ο.π., σελ. 224

[43] Μαριδάκης, απόδοση της άποψης του σε Μητσόπουλο ο.π. σελ. 224

[44] Την ιθαγένεια θέτει ως σύνδεσμο και η Α.Π. 518 / 1985, ΝοΒ. 1986, σελ. 395, χωρίς ειδική αιτιολογία.

[45] Μ.Π.Γυθείου 4 / 1970, ΝοΒ 18, σελ. 589, Π.Π.Φλωρίνης 36 / 1970, Δ2, σελ. 321

[46] Ε.Α 5987 / 93, Ελ. Δικ. 36, 1995, σελ. 880

[47] Γ. Μητσόπουλος, ο.π. και χαρακτηριστική επί του προκειμένου Μ.Π.Λευκάδας 122 / 1989, Αρχείο Νομολογίας 40 (1989), σελ. 475

[48] Κ. Μπέης ο.π., σελ. 208

[49] ΑΠ 583 / 1995, Ελληνική Δικαιοσύνη 37 (1996), σελ. 595

[50] Δεληκωστόπουλος - Σινανιώτης, Μαθήματα Πολιτικής Δικονομίας, τόμος Ά, σελ. 54, Γ. Μητσόπουλος ο.π. σελ. 224. Τούτο φαίνεται να δέχεται και στο αιτιολογικό της η Π.Π.Φλώρινας 36 / 1970, Δίκη 2, σελ. 321, Τ. Οικονομόπουλος, ο.π. σελ 125 και αρχικά ο Κ. Μπέης σε σχόλιο του στην παραπάνω απόφαση.

[51] Κ. Κεραμεύς, ο.π. σελ. 5

[52] Κ. Μπέης, Ερμηνεία Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, τόμος Ια, σελ. 208, όμοια η Ε.Α. 7541 / 85, ΝοΒ. 33, σελ. 1210

[53] Κ.Μπέης, "Διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων για κληρονομικές διαφορές", (γνωμοδότηση), Δίκη 28, σελ 749 επ., απόδοση της οποίας επιχειρείται αμέσως παρακάτω

[54] Με παραπομπές από το συγγραφέα στους Μητσόπουλο, Ράμμο, Μπέη, Σταυρόπουλο

[55] Κ. Μπέης, Ερμηνεία Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, τόμος Ια, σελ. 216

[56] Σαφώς απαιτούν την εκκρεμοδικία οι Δεληκωστόπουλος - Σινανιώτης, Μαθήματα Πολιτικής Δικονομίας, τόμος Ά, σελ. 56

[57] Κ. Κεραμεύς, ο.π., σελ. 78 επ

[58] Ε.Α. 7541 / 85, ΝοΒ. 33, σελ. 1210

[59] Κ. Κεραμεύς, ο.π., σελ. 8

[60] Α.Π. 406 / 1966 ΝοΒ 15, σελ. 204, Ε.Α. 377 / 64, ΝοΒ 12, σελ 867, η οποία προϋποθέτει την προηγούμενη απόρριψη της αγωγής από το αλλοδαπό δικαστήριο, για έλλειψη αρμοδιότητας

[61] Γ. Μητσόπουλος, ο.π., σελ. 156 επ

[62] Κ.Ε. Μπέης, "Πολιτική Δικονομία", Ερμηνεία κατ’ άρθρο, τ.17, σελ. 80 επ., όπου και παράθεση της συζήτησης που υφίσταται τη γερμανική έννομη τάξη - αλλά και την ελληνική αναθεωρητική επιτροπή του Σχ. Κωδ. Πολ. Δικ. - όπου υποστηρίζεται η άποψη ότι μόνο εάν πρόκειται να εφαρμοστεί για την ουσία της υπόθεσης η lex causa από το δικαστήριο μιας πολιτείας έχει το ίδιο διεθνή δικαιοδοσία. Η ελληνική νομολογία πάντως εφαρμόζει το άρθρο 3 § 1 σε συνδυασμό με τις επί μέρους ρυθμίσεις για την κατά τόπο αρμοδιότητα, ανεξάρτητα από το εφαρμοζόμενο δίκαιο στην επίδικη έννομη σχέση (Α.Π. 108 / 1988, ελληνική Δικαιοσύνη 29, σελ. 1392, για τη θέση σε επιτροπεία αλλοδαπού, Ε.Α 3893 / 1983, Αρμενόπουλος 37, σελ. 981, ΜΠΑ 221/ 1990, Δίκη 21, σελ. 362, με - σύμφωνο - σχόλιο Κ.Παναγόπουλου).

[63] Γ. Μητσόπουλος, ο.π., σελ. 158 επ., κατά τον οποίο το στοιχείο της έλλειψης κατοικίας "δέον να νοείται ως έλλειψις κατοικίας ή ανυπαρξία

[64] Γ. Μητσόπουλος, ο.π., σελ.162, Ν. Παπαντωνίου, ο.π. σελ. 176

[65] Μ.Π.Θεσ. 876 / 1988, Αρμενόπουλος 1989 σελ 247, εκτενής παράθεση σχετικής νομολογίας σε Ε. Βασιλικάκη, "Χορήγηση κληρονομητηρίου σχετικά με ακίνητο που ανήκε σε Γάλλο κληρονομούμενο και βρίσκεται στην Ελλάδα - διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων - εφαρμοστέο δίκαιο στο οποίο δεν υπάρχει ο θεσμός του κληρονομητηρίου", (γνωμοδότηση), Αρμενόπουλος 1997, σελ. 455 επ.

[66] Κ. Μπέης, "Οι διαδικασίες ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου", σελ. 517 και "Ερμηνεία Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας", τόμος Ια, άρθρο 3, σελ. 149

[67] Μαριδάκης, Ιδ.διεθνές δίκαιο, ΙΙ, σελ. 269 και απόδοση της άποψης του σε Γ. Μητσόπουλο ο.π

[68] Ε. Βασιλακάκης, ο.π. σελ. 457

[69] Κ. Μπέης, "Ερμηνεία Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας", τόμος 19, άρθρο 810, σελ. 909

[70] Κ. Μπέης, "Ερμηνεία Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας", τόμος 17, σελ. 26, 29 επ. για τον εννοιολογικό προσδιορισμό των υποθέσεων εκούσιας δικαιοδοσίας, πρβ. Γ. Μητσόπουλο, "Πολιτική Δικονομία", σελ. 115 – 122









Powered by
ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ | ΚΕΝΤΡΟ ΔΙΚΑΝΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ | Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ | LOGIN | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

kostasbeys.gr 2006 All Rights Reseved.