 |
Περιοδικό Δίκη
Παλαιά Τεύχη (1/00 - 12/04) > Τόμος 2002 > Φεβρουάριος 2002 > Μελέτες και παρατηρήσεις στη νομολογία > Σ. Τρωιάνος - Οι ημέρες αργίας στα βυζαντινά δικαστήρια
Οι ημέρες αργίας στα βυζαντινά δικαστήρια*
Σπύρου Ν. Τρωιάνου ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών
Από τη μελέτη των διατάξεων που αφορούσαν τον χρόνο της λειτουργίας των δικαστηρίων σε κάθε εποχή μπορεί να συναχθούν σημαντικά συμπεράσματα για την οργάνωση του δημόσιου βίου, δοθέντος ότι η απονομή της δικαιοσύνης πάντοτε αποτελούσε μία από τις κυριότερες εκδηλώσεις του. Τα συμπεράσματα ωστόσο δεν περιορίζονται μόνον σε αυτόν τον τομέα, γιατί η έρευνα των κριτηρίων για την καθιέρωση των ημερών αργίας οδηγεί στην ανίχνευση των δομών και του ιδεολογικού προσανατολισμού της συγκεκριμένης κοινωνίας.
Στο ρωμαϊκό ημερολόγιο διακρίνονταν οι ημέρες από άποψη νομικής σημασίας σε δύο μεγάλες κατηγορίες, σε dies fasti και dies nefasti, ανάλογα με το αν, σύμφωνα με τις επιταγές η απαγορεύσεις του θείου δικαίου (fas), επιτρεπόταν κατ’ αυτές η επιχείρηση δικαιοπραξιών η η διενέργεια άλλων νομικών πράξεων δημόσιου η ιδιωτικού χαρακτήρα. Προβλέπονταν και κάποιες ημέρες, κατά τις οποίες ήταν δυνατή η επιχείρηση των παραπάνω πράξεων, αλλά μέσα σε περιορισμένα πλαίσια. Ενδιάμεση θέση ανάμεσα σε dies fasti και σε dies nefasti κατείχαν ένδεκα ημέρες. Στις οκτώ από αυτές αποκλειόταν κάθε νομική πράξη μόνο στη διάρκεια της πρώτης και της τελευταίας ώρας της ημέρας. Οι υπόλοιπες τρεις ημέρες ήσαν οι λεγόμενες dies fissi, κατά τις οποίες επιτρέπονταν ελεύθερα οι συναλλαγές, αφού όμως είχε προηγηθεί ειδική θρησκευτική τελετή. Το ρωμαϊκό έτος αποτελείτο πριν από τον Ιούλιο Καίσαρα από 355 ημέρες. Μετά λοιπόν την αφαίρεση αυτών των ένδεκα μικτού χαρακτήρα ημερών απέμεναν 344 ημέρες, από τις οποίες – σε μία χονδρική διάκριση – μόνον οι 235 ήσαν νομικώς αξιοποιήσιμες, ενώ οι 109 ήσαν απαγορευμένες.
Ειδικά για τη διάρκεια της ημέρας, ως μονάδας χρόνου, ίσχυε πάντοτε η παλαιά ρωμαϊκή συνήθεια, κατά την οποία όριο αποτελούσε το μεσονύκτιο . Η ημέρα άρχιζε και τελείωνε τα μεσάνυχτα. Ο,τιδήποτε είχε πραχθεί στη διάρκεια των δύο μισών νυκτών και της ολόκληρης ημέρας που μεσολαβούσε, λογιζόταν ότι είχε συντελεσθεί σε ώρα ημέρας (τεκμήριο).1
Με την ημερολογιακή του μεταρρύθμιση το 45 π.Χ. δεν επέφερε ο Ιούλιος Καίσαρ ουσιώδεις μεταβολές σε σχέση με τις εργάσιμες ημέρες. Παρά την έλλειψη ακριβών στοιχείων φαίνεται ότι οι ημέρες λειτουργίας των δικαστηρίων (dies iudiciarii) περιορίσθηκαν επί του Μάρκου Αυρηλίου (121-180 μ.Χ.) σε 230. Για τον καθορισμό των ημερών αργίας (dies feriati) βασικό κριτήριο υπήρξε ο χρόνος συγκομιδής, που εκτός Ρώμης καθοριζόταν ανάλογα με τις τοπικές συνθήκες από τους Διοικητές των επαρχιών. Από τον περιορισμό αυτό εξαιρούνταν επείγουσες περιπτώσεις, όπως π.χ. αν υπήρχε κίνδυνος να συμπληρωθεί στη διάρκεια των διακοπών ο χρόνος παραγραφής.2
Σημαντική διεύρυνση3 επέφερε στις «άπρακτες ημέρες», κατά την ορολογία που αργότερα διαμορφώθηκε, ο Μέγας Κωνσταντίνος με την προσθήκη της Κυριακής. Με διάταξη που εξέδωσε στις 3 Μαρτίου του έτους 321 όρισε τα παρακάτω: « Ολοι οι δικαστές και οι κάτοικοι των πόλεων, καθώς και όλοι οι τεχνίτες να αργούν κατά την ιερή ημέρα του Ηλίου. Όσοι όμως κατοικούν στους αγρούς μπορούν ελεύθερα και ανεμπόδιστα να επιδίδονται στις καλλιέργητικές τους εργασίες, επειδή συχνά συμβαίνει, να μην βρίσκεται πιο κατάλληλη ημέρα για να εμπιστευθούν το σιτάρι στα αυλάκια η τα αμπέλια στα ορύγματα, έτσι ώστε να μην χαθεί από μία στιγμιαία αφορμή η ευκαιρία που παρέχει η επουράνια πρόνοια».4 Ως προς την «ημέρα του Ηλίου» πρέπει να υπενθυμίσουμε, ότι ο Ήλιος δεν είχε πάψει να αποτελεί την κύρια θεότητα του ρωμαϊκού πανθέου, ενώ παράλληλα καταβάλλονταν προσπάθειες από χριστιανικής πλευράς να ταυτιστεί στο πεδίο των εορτασμών με τον Ιησού Χριστό.
Η παραπάνω διάταξη λόγω της γενικότερης σημασίας της περιλήφθηκε σε συνοπτική διατύπωση σε πολλά μεταγενέστερα συλλεκτικά η συμπιληματικά έργα. Ένα από τα πιο γνωστά είναι μία συλλογή που καταρτίσθηκε μεταξύ 577 και 619, ίσως γύρω στο 580, η οποία λόγω της δομής και του περιεχομένου της αποκλήθηκε Collectio tripartita η Collectio constitutionum ecclesiasticarum. Στη συλλογή αυτή η διάταξή μας εμφανίζεται σε δύο χωρία με ελάχιστες μεταξύ τους παρεκκλίσεις ως προς τη διατύπωση. Ιδού το κείμενο στην πληρέστερη μορφή του:
«Εν τη κυριακή πάντες οι δικασταί και το των πόλεων πλήθος και τα συστήματα των τεχνών πάσαν αργείτωσαν· γεωργοίς δε εξέστω ταις οικείαις εργασίαις προσκαρτε-ρειν».
Παρατηρούμε ότι εδώ έγινε αντικατάσταση της «ημέρας του Ηλίου» με τη λέξη «κυριακή», κάτι που δεν είχε θεωρήσει απαραίτητο να κάνει η συντακτική επιτροπή του ιουστινιάνειου Κωδικα.
Ευρύτερη είναι η περίληψη που τρεις αιώνες αργότερα καταχωρίστηκε στη μεγάλη κωδικοποίηση του Λέοντος ΣΤ , στην οποία δόθηκε η ονομασία «Βασιλικά»:
«Και οι δικασταί πάντες και οι δήμοι των πόλεων και οι τεχνίται πάντες εν τη κυριακή αργείτωσαν. Γεωργοί δε μόνοι εν τη ημέρα ταύτη γεωργείτωσαν, επειδή συμβαίνει πολλάκις αυτήν επιτηδειοτέραν ευρεθήναι προς αροτρίασιν η προς την των αμπέλων γεωργίαν, και άτοπόν εστιν αυτούς κωλύεσθαι της εκ των αέρων απολαύειν ευκαιρίας».6 Στην τελευταία αυτή φράση δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο ότι η κωνσταντίνεια διατύπωση commoditas caelesti provisione concessa, που σήμαινε την ευκαιρία την οποία παρείχε η ουράνια, δηλαδή η θεία πρόνοια, μεταφράστηκε κατά τρόπο που μετέβαλε ουσιαστικά το νόημα. Ο συντάκτης της διατάξεως του 4ου αιώνα ήθελε ακριβώς να τονίσει, ότι η παραβίαση της αργίας με την επιχείρηση γεωργικών εργασιών δεν αποτελούσε ασέβεια, γιατί αποσκοπούσε στην εκμετάλλευση μίας ευκαιρίας που η θεία πρόνοια είχε παραχωρήσει στους ανθρώπους και επομένως, σε τελική ανάλυση, συνιστούσε συμμόρφωση στο θείο θέλημα. Η διάταξη των «Βασιλικών», όπως είναι φυσικό, επαναλαμβά-νεται στα παράγωγά τους.
Κατά τον 4ο αιώνα φαίνεται πως επικρατούσε κάποια αβεβαιότητα ως προς τον χρόνο λειτουργίας των δημόσιων υπηρεσιών (άρα και των δικαστηρίων), την οποία επέτεινε ίσως η αυθαιρεσία των τοπικών διοικητών. Ετσι παραδίδεται στον ιουστινιάνειο Κώδικα 3.12.3(4) διάταξη του Μ. Κωνσταντίνου του Απριλίου 323, με την οποία επισημαίνεται στον αποδέκτη, ότι μόνος ο αυτοκράτωρ μπορεί να καθιερώνει νέες εορτές, επομένως και αργίες, όχι όμως και οι περιφερειακοί άρχοντες.7 Τον Μάιο του 369 οι αυτοκράτορες Ουαλεντινιανός, Ουάλης και Γρατιανός απαντούν με rescriptum (αντιγραφή) σε ερώτημα του Επάρχου της πόλεως (praefectus urbi) σχετικά με την εκδίκαση υποθέσεων του Δημοσίου και κατά τη διάρκεια των θερινών διακοπών. Αποσαφηνίζεται δε, ότι το ίδιο ισχύει και για τις δίκες των αρτοποιών, προφανώς λόγω της σημασίας των υποθέσεων αυτών για τη διατροφή του πληθυσμού (Cod. Just. 3.12.4). Η επανάληψη της ειδικής αυτής διατάξεως στα κείμενα της μέσης περιόδου, όπως θα δούμε, μαρτυρεί τη σπουδαιότητά της για την πρακτική. Οι ίδιοι αυτοκράτορες εξέδωσαν διάταξη τον Οκτώβριο του 380, με την οποία απαγόρευσαν τη διεξαγωγή κάθε ποινικής διαδικασίας τις 40 ημέρες πριν από το Πάσχα (Cod. Just. 3.12.5).
Ειδικά στην Κυριακή αναφέρεται νόμος των Γρατιανού, Ουαλεντινια-νου και Θεοδοσίου Α που εκδόθηκε τον Νοέμβριο 386. Σε αυτόν γίνεται χρήση του όρου «ημέρες του Ηλίου», αλλά προστίθεται η παρατήρηση «τις οποίες ορθώς οι πρόγονοί μας ονόμασαν κυριακές». Κατ’ αυτές απαγορεύεται η επιχείρηση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας η η επίλυση διαφορών, η δε παράβαση διώκεται ως ιεροσυλία. 8
Λίγο αργότερα, το 389, εξέδωσαν οι Ουαλεντινιανός, Θεοδόσιος Α και Αρκάδιος μία σημαντική διάταξη γενικού περιεχομένου: «Διατάσσουμε να είναι ένδικες όλες οι ημέρες. Είναι ωστόσο σύμφωνο με το θείο δίκαιο να παραμείνουν εορτάσιμες οι ημέρες των δύο μηνών που παραχωρήθηκαν κάθε χρόνο για ανάπαυση από τον κάματο, για να μετριάζεται ο καλοκαιρινός καύσωνας και για να συλλέγονται οι καρποί του φθινοπώρου. Αφήνουμε επίσης για ανάπαυση και τις συνηθισμένες ημέρες των Καλανδών του Ιανουαρίου. Σ’ αυτές προσθέτουμε τις γενέθλιες ημέρες των μεγίστων πόλεων Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως, κατά τις οποίες πρέπει να αργούν τα Δίκαια, γιατί από αυτές γεννήθηκαν, επί πλέον δε και τις επτά άγιες ημέρες που προηγούνται του Πάσχα και εκείνες που έπονται. Στον υπολογισμό περιλαμβάνουμε και τις ημέρες του Ηλίου, που επανέρχονται περιοδικώς μέσα στο έτος. Αναγκαίο επίσης είναι να απονέμεται ο ίδιος σεβασμός και στις ημέρες, στις οποίες συνέπεσε είτε η αρχή της ζωής μας, είτε η ανατολή της βασιλείας μας». 9
Εδώ επαναλαμβάνουμε, ότι η μη λειτουργία των δικαστηρίων κατά την εποχή της συγκομιδής των καρπών καθιερώθηκε από τον Μάρκο Αυρήλιο (βλ. πιο πάνω), όπως μας βεβαιώνουν αποσπάσματα από διάφορα έργα του Ουλπιανού στον Πανδέκτη (2.12.1-3). Ενδιαφέρον στη σχετική ρύθμιση είναι, ότι αν κάποιος δικαστής επιμένει να εκδικάσει μία υπόθεση από άγνοια η αδιαφορία, τότε η απόφασή του είναι ισχυρή, μόνον αν όλοι οι διάδικοι παραστούν κατά τη δικάσιμο οικειοθελώς, αλλιώς είναι ανίσχυρη, χωρίς την ανάγκη να προσβληθεί με ένδικο μέσο. 10
Εντύπωση βέβαια προκαλεί, ότι δεν περιλαμβάνεται στις αργίες, εκτός από τις ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας και της εβδομάδας της Διακαινησίμου, καμία από τις δεσποτικές η θεομητορικές εορτές. Ειδικά όμως για τις εορτές των Χριστουγέννων και των Θεοφανίων υπενθυμίζεται, ότι αυτές καθιερώθη-καν από την Εκκλησία με αρκετή καθυστέρηση.11 Όπως μαρτυρείται, εορτάσθηκαν τα Χριστούγεννα για πρώτη φορά στην Κωνσταντινούπολη το 379 η το 380, επί Γρηγορίου του Ναζιανζηνού, και στην Αντιόχεια το 386, όταν ο Ιωάννης Χρυσόστομος υπηρετούσε ακόμη εκεί ως πρεσβύτερος. Εν μέρει καλύφθηκε το κενό λίγο αργότερα (4 Φεβρουαρίου 400) με διάταξη των ίδιων αυτοκρατόρων που προέβλεπε μεν τις εορτές Χριστουγέννων και Θεοφανίων μαζί με τις τελευταίες ημέρες της Μ.Τεσσαρακοστής και εκείνες του Πασχα, όχι όμως ως δικαστικές αργίες, αλλά ως ημέρες χωρίς αγώνες και άλλα δημόσια θεάματα.12 Την ίδια απαγόρευση συναντάμε με πολύ ευρύτερη διατύπωση και σε νόμο των Ονωρίου και Θεοδοσίου Β της 1ης Φεβρουαρίου 425.13 Εκεί αναφέρονται οι Κυριακές ως η πρώτη ημέρα της εβδομάδος («Dominicos, qui septimanae totius primus est dies»).
Η απαγόρευση της επιχειρήσεως οποιασδήποτε πράξεως δημόσιας η ιδιωτικής στη διάρκεια των δεκαπέντε ημερών του Πασχα επαναλήφθηκε και με διάταξη του 392.14[1] Πρέπει όμως να τονισθεί, ότι στην καταχώριση της τελευταίας αυτής διατάξεως στον ιουστινιάνειο Κωδικα προστέθηκε μία σημαντική εξαίρεση: Δεν θα ίσχυε η αργία των δικαστηρίων, όταν επρόκειτο για απελευθέρωση δούλου η για παροχή αυτεξουσιότητας. 15
Οι εξαιρέσεις δεν υπαγορεύονταν ωστόσο πάντοτε από λόγους επιείκειας. Κάποτε λόγοι κοινωνικής η πολιτικής σκοπιμότητας επέβαλλαν την αντίθετη στάση. Ετσι το 408 οι αυτοκράτορες Ονώριος και Θεοδόσιος Β διέταξαν την έναρξη η και συνέχιση κάθε διαδικασίας σχετικά με τη δίωξη ληστών, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος των διακοπών. 16
Κατά την ένταξη της διατάξεως του θεοδοσιανού Κώδικα του έτους 389 στον ιουστινιάνειο (3.12.6) έγιναν ουσιαστικότατες προσθήκες κατά συγχώνευ-ση με τις διατάξεις του 386, του 400 και του 425, καθώς και άλλες συναφείς. Συγκεκριμένα μετά τη μνεία του Πάσχα αναφέρθηκαν τα Χριστούγεννα, τα Θεοφάνια και η εορτή της μνήμης του πάθους των Αποστόλων, σε σχέση με τις ημέρες του Ηλίου προστέθηκε η γνωστή διευκρίνηση για την ονομασία, την οποία τους είχαν προσδώσει οι πρόγονοι (βλ. πιο πάνω), 17 αποκλείσθηκαν τα οποιαδήποτε θεάματα κατά τις «άπρακτες» ημέρες18 και επεκτάθηκαν ορισμένες απαγορεύσεις, όπως η απαίτηση και είσπραξη φόρων και άλλων οφειλών προς το Δημόσιο η ιδιώτες κατά τις δεκαπέντε ημέρες των εορτών του Πάσχα.19[1] Αξίζει ωστόσο να σημειωθεί, ότι πριν από τον ιουστινιάνειο Κώδικα είχαν προστεθεί ως επίσημη αργία τα Χριστούγεννα ήδη από το 506 στη συλλογή με ρωμαϊκές διατάξεις που κατάρτισε ο Αλάριχος Β για τους Βησιγότθους, τη γνωστή ως Breviarium Alarici η ως Lex Romana Visigothorum.
Η παραπάνω διάταξη του 389 με τις ιουστινιάνειες προσθήκες περιλήφθηκε στα «Βασιλικά» 7.17.23. Δεν κρίνεται περιττή η παράθεση του κειμένου στη διαμόρφωσή του κατά τον 9ο αιώνα: «Πάσα ημέρα έμπρακτος έστω. Οι δε δύο μήνες καθ' έκαστον έτος προς ανάπαυσιν του καμάτου συγκεχώρηνται, τουτέστιν ο των θεριστικών και ο των τρυγητικών. Και εν τω Ιανουαρίω δε μηνί αι συνήθεις ημέραι έστωσαν άπρακτοι· και η γενεθλιακή εκατέρας Ρωμης ημέρα· χρη γαρ εν τοις δύο τούτοις γενεθλιακοίς αργείν τα δικαστήρια ως εκ των δύο τούτων πόλεων επινοηθέντα. Και αι επτά δε προ του πάσχα ημέραι και αι επτά μετά το πάσχα, και αι του γενεθλίου του σωτήρος ημών, και αι των επιφανίων, και ότε μνήμη το? πάθους των αγίων αποστόλων γίνεται, άπρακτοι έστωσαν και μηδεμία θέα επιτελείσθω. Και την κυριακήν δε ομοίως ταύταις ταις ημέραις προσήκει τιμάσθαι, και μηδέ παρά τοις άρχουσιν η χαμαιδικασταίς η παρ' ετέροις δικασταίς υπόθεσις γυμναζέσθω. Και η ημέρα δε η γενεθλιακή του βασιλέως, η καθ' ην ανηγορεύθη βασιλεύς, άπρακτος έστω. Εν δε ταις δεκαπέντε πασχαλίαις ημέραις μηδέ περί δημοσίων συντελειών μηδέ περί ιδιωτικών χρεών υπόμνησις προσαγέσθω τινί».20
Στις τελευταίες δεκαετίες του 6ου αιώνα συντάχθηκε ένα έργο με στόχο τη διευκόλυνση των εφαρμοστών του δικαίου. Ήταν ένα συμπίλημα ιουστινιά-νειων διατάξεων (των λατινικών σε ελληνική παράφραση) που είχαν σχέση με τη μέτρηση του χρόνου και είναι γνωστό ως αι «Ροπαί». Το αρχικό κείμενο δεν έχει περισωθεί, αλλά μόνο μεταγενέστερες μορφές που ανάγονται όλες σε μία επιτομή του 10ου αιώνα. Εκεί έχουν ενταχθεί οι βασικές από τις παραπάνω διατάξεις περί αργιών: «Η ημέρα της αγίας κυριακής και της Χριστού γεννήσεως και των επιφανίων άπρακτοι έστωσαν, ως βι. γ το? κωδ. τι. ιβ δι?τ. ς · των δε βασιλικών βι. ζ τ?. ιζ κεφ. κγ θ?μ. δ » (ΙΙΙ.7).- «Η ημέρα της εορτής του ναταλίου άπρακτός εστιν, ως βι. γ το? κωδ. τι. ιβ δι?τ. ς · των δε βασιλικών βι. ζ τ?. ιζ κεφ. κγ θ?μ. ε »(ΙΙΙ.10).- «Αι ζ ?μ?ραι αι προ του πάθους του Χριστού του Θεού ημών και αι μετά το πάθος ζ ?πρακτο? εισιν, ως βι. γ το? κωδ. τι. ιβ δι?τ. ς · των δε βασιλικών βι. ζ τ?. ιζ κεφ. κγ θ?μ. γ » (VΙ.2).- «Εν ταις ιε ?μ?ραις του πάσχα μήτε περί ιδιωτικών μήτε περί αννόνων μήτε περί δημοσίων αιτιών γινέσθω όχλησις, ως βι. γ το? κωδ. τι. ιβ δι?τ. ς · των δε βασιλικών βι. ζ τ?. ιζ κεφ. κγ θ?μ. ε » (ΙΧ.2).- «Εν τη αγία τεσσαρακοστή ου κινείται εγκληματικόν, υπεξηρημένων των ληστών. Τιμωρούνται γαρ και εν τη αγία νηστεία, ως βι. γ το? κωδ. τι. ιβ δι?τ. ε κα? η , των δε βασιλικών βι. ζ τ?. ιζ κεφ. κβ κα? κε » (ΧΙΙ.1).- «Κατά τους β μ?νας τους απράκτους αργεί τα δικαστήρια, περί δε των φισκαλίων ήτοι των δημοσίων και των του ταμιείου πραγμάτων και περί μαγκίπων ήτοι αρτοποιών και εν ταις απράκτοις ημέραις κινείται δικαστήριον, ως βι. γ το? κωδ. τι. ιβ δι?τ. δ κα? ς , των δε βασιλικών βι. ζ τ?. ιζ κεφ. κα κα? κγ » (ΧΙV.8).21 Είναι ολοφάνερο, ότι τόσο ο αρχικός συντάκτης του συμπιλήματος όσο και αυτοί που μεταγενέστερα το επεξεργά- σθηκαν έλαβαν κυρίως υπόψη τις ανάγκες της νομικής καθημερινότητας.
Η καθιέρωση της αργίας της Κυριακής από την πολιτειακή νομοθεσία είχε αντιστοιχία και στον εκκλησιαστικό χώρο, στο πλαίσιο μίας προσπάθειας συνδυασμού εβραϊκής παραδόσεως και χριστιανικής διδασκαλίας. Το σχετικό κείμενο απαντά σε ένα ανώνυμο συλλεκτικό έργο που εμφανίζει παλαιοδιαθη-κικές καταβολές σε ευρεία έκταση. Πρέπει να ολοκληρώθηκε γύρω στο 380 και είναι γνωστό υπό την ονομασία «Αποστολικαί Διαταγαί» η «Διαταγαί των αγίων Αποστόλων».22 Στο κεφάλαιο 33.1-9 του όγδοου βιβλίου αυτής της συλλογής γράφονται τα εξής: «1. 'Εγω Παύλος και εγώ Πετρος διατασσόμεθα. 2. Εργαζέσθωσαν οι δούλοι πέντε ημέρας, σάββατον δε και κυριακήν σχολαζέτωσαν τη εκκλησία δια την διδασκαλίαν της ευσεβείας· το μεν γαρ σάββατον είπομεν δημιουργίας λόγον έχειν, την δε κυριακήν αναστάσεως. 3. Την μεγάλην εβδομάδα πάσαν και την μετ' αυτήν αργείτωσαν οι δούλοι, ότι η μεν πάθους εστίν, η δε αναστάσεως και χρεία διδασκαλίας, τις ο αποθανών και αναστάς η τις ο συγχωρήσας η και αναστήσας. 4. Την ανάληψιν αργείτωσαν δια το πέρας της κατά Χριστόν οικονομίας. 5. Την πεντηκοστήν αργείτωσαν δια την παρουσίαν του αγίου Πνεύματος την δωρηθείσαν τοις πιστεύσασιν εις Χριστόν. 6. Την των γενεθλίων εορτήν αργείτωσαν δια το εν αυτή την απροσδόκητον χάριν δεδόσθαι ανθρώποις γεννηθήναι τον του Θεού Λογον Ιησούν τον Χριστόν εκ Μαρίας της παρθένου επί σωτηρία του κόσμου. 7. Την των επιφανίων εορτήν αργείτωσαν δια το εν αυτή ανάδειξιν γεγενήσθαι της του Χριστού θεότητος, μαρτυρήσαντος αυτώ του Πατρός εν τω βαπτίσματι και του παρακλήτου εν είδει περιστεράς υποδείξαντος τοις παρεστώσι τον μαρτυρηθέντα. 8. Τας ημέρας των αποστόλων αργείτωσαν· διδάσκαλοι γαρ υμών εις Χριστόν κατέστησαν και Πνεύματος υμάς ηξίωσαν αγίου. 9. Την ημέραν Στεφάνου του πρωτομάρτυρος αργείτωσαν και των λοιπών αγίων μαρτύρων των προτιμησάντων Χριστόν της εαυτών ζωής».23
Δεν χωρεί αμφιβολία, ότι το κείμενο αυτό επέδρασε κατά τη σύνταξη της αυτοκρατορικής νομοθεσίας του 5ου αιώνα, όπως προκύπτει από την απόδοση στους Αποστόλους της ιδιότητας των «διδασκάλων», που εμφανίζεται στον θεοδοσιανό (15.5.5) και, αργότερα, στον ιουστινιάνειο (3.12.6.3) Κωδικα (χωρίς να διατηρηθεί και στα «Βασιλικά» 7.17.23). Ενδιαφέρουσα είναι η έκδηλη τάση επεκτάσεως των αργιών, όχι μόνο με τη μνεία όλων των Αποστόλων (την οποία τάση δεν ακολούθησε ο κοσμικός νομοθέτης που περιορίσθηκε σε μία μόνον ημέρα, την του πάθους των Αποστόλων), αλλά κυρίως με τη γενική και αόριστη αναφορά (όλων;) των μαρτύρων. Τα παραπάνω χωρία απαντούν εν μέρει και στα παράγωγα της συλλογής, ιδίως στη λεγόμενη «Επιτομή του βιβλίου η των Διαταγών των Αποστόλων». Εκεί, στο 4ο μέρος που επιγράφεται «Πέτρου και Παύλου των αγίων Αποστόλων Διατάξεις», στο κεφάλαιο 23 υπό τον τίτλο «περί αργίας δούλων» περιέχεται ολόκληρο το παραπάνω απόσπασμα.24 Αλλά στην «Επιτομή» θα επανέλθουμε πιο κάτω. Πάντως πρέπει να σημειωθεί, ότι αργία των δικαστηρίων κατά την ημέρα του σαββάτου και τις άλλες ιουδαϊκές εορτές είχε εισαχθεί το 412 με νόμο των Ονωρίου και Θεοδοσίου Β με την αιτιολογία, ότι επαρκούσαν οι υπόλοιπες ημέρες για τη διεκπεραίωση όλων των υποθέσεων και των δικών.25
Το ίδιο συλλεκτικό έργο σε άλλο του χωρίο (βιβλίο Β 47.1) προβλέπει ειδικώς τα του χρόνου λειτουργίας των δικαστηρίων μέσα στις χριστιανικές κοινότητες: «Τα δικαστήρια υμών γινέσθω δευτέρα σαββάτων, όπως, εάν αντιλογία τη αποφάσει υμών γένηται, έως σαββάτου έχοντες άδειαν δυνηθείητε ευθύναι την αντιλογίαν και ειρηνεύσαι εις την κυριακήν τους διαφερομένους προς αλλήλους».26 Εξυπακούεται, ότι με τον πολλαπλασιασμό των μελών κάθε κοινότητας η επιταγή αυτή, να διεξάγονται οι δίκες τη δεύτερη ημέρα της εβδομάδας δεν ήταν δυνατό να εφαρμοσθεί.
Δεν είναι ίσως σύμπτωση, ότι την ίδια περίπου εποχή με την ολοκλήρωση των «Αποστολικών Διαταγών», δηλαδή περί το 380, επιτάσσει η σύνοδος της Λαοδικείας στον κανόνα 29: «Ότι ου δει χριστιανούς ιουδαΐζειν και εν τω σαββάτω σχολάζειν, αλλ' εργάζεσθαι αυτούς εν αυτή τη ημέρα, την κυριακήν προτιμώντας, ει γε δύναιντο, σχολάζειν ως χριστιανοί· ει δε ευρεθείεν ιουδαϊσταί, έστωσαν ανάθεμα παρά τω Χριστώ».27 Ειναι προφανές, ότι το κέντρο βάρους πέφτει όχι τόσο στην καθιέρωση της αργίας της Κυριακής, όσο στην κατάργηση της αργίας του σαββάτου.
Την αργία της Κυριακής συναντάμε και σε άλλη σύνοδο της πρώιμης περιόδου, τη σύνοδο στην Καρχηδόνα το 401, της οποίας μία απόφαση επικυρώθηκε σε άλλη σύνοδο της ίδιας πόλεως το 419 και περιλήφθηκε ως κανόνας 61 στον «Κωδικα κανόνων της Αφρικανικής Εκκλησίας». Στον κανόνα αυτό γίνεται λόγος μόνο για την απαγόρευση θεαμάτων, που η σύνοδος ζητά από την Πολιτεία να την καθιερώσει με νόμο: «Κακείνο έτι μην δει αιτήσαι, ίνα τα θεώρια των θεατρικών παιγνίων εν τη κυριακή και ταις λοιπαίς φαιδραίς της των χριστιανών πίστεως ημέραις κωλύονται· μάλιστα ότι εν τη ογδοάδι του αγίου πάσχα οι όχλοι μάλλον εις το ιπποδρόμιον η περ εις την εκκλησίαν συνέρχονται, (...)».28 Φαίνεται πως ο σχετικός νόμος που μόλις πριν ένα χρόνο είχε εκδοθεί, δεν έφθασε τόσο γρήγορα στην Αφρική.
Έναν ειδικό νόμο αφιερωμένο στον σεβασμό της αργίας της Κυριακής – κατά μία άποψη,29[1] επειδή είχε ατονήσει στο μεταξύ ο νόμος του Μ.Κωνσταντίνου – εξέδωσαν τον Δεκέμβριο του 469 οι αυτοκράτορες Λέων Α και Ανθέμιος με πολύ εκτεταμένες απαγορεύσεις. Από νομικής απόψεως αποκλείεται οποιαδή-ποτε διαδικαστική ενέργεια η πράξη εκτελέσεως και κάθε επαγγελματική απασχόληση των δικηγόρων. Επιτρέπεται όμως κάθε πράξη που οδηγεί σε επίλυση των διαφορών, όπως η σύναψη συμφώνων και συμβιβασμών.30[1] Χαρακτηριστικό της αυστηρότητας της διατάξεως είναι ότι επιβάλλει αναβολή του εορτασμού των γενεθλίων του αυτοκράτορος η της επετείου ανόδου του στον θρόνο, αν συμπέσουν ημέρα Κυριακή.
Το κείμενο του νόμου αποδόθηκε στα ελληνικά, πιθανότατα στο πλαίσιο της νομικής διδασκαλίας, με τις λέξεις «ότι εν αυτή (= τη κυριακή) ουχ υπομιμνήσκεταί τις, η εγγύας απαιτείται, η δημόσιον η ιδιωτικόν χρέος, ούτε δικάζεται, ούτε σκηνική θέα, η κυνήγια, η ιπποδρόμιον τελείται· αλλ' ει και φθάση βασιλέως νατάλιον εν κυριακή, υπερτίθεται το θεώριον. Ο δε θεωρών εν κυριακή αποστρατεύεται και δημεύεται, και ο εκβιβαστής παραβάς τον νόμον. Έξεστι δε πακτεύειν και διαλύεσθαι εν κυριακή». Η παραπάνω διατύπωση περιλήφθηκε στο κεφάλαιο 7.4 του Νομοκάνονα σε 14 τίτλους.31
Το σχετικό με τις έννομες σχέσεις απόσπασμα της παραπάνω διατάξεως καταχωρίστηκε στα «Βασιλικά» 7.17.27.1 με βάση την ιουστινιάνεια διατύπωση ως εξής: «Όθεν και η κυριακή ούτω τιμάσθω, ώστε μηδέ ένα προβαίνειν εκβιβασμόν εν αυτή μηδέ υπόμνησιν μηδέ εγγυών απαίτησιν· σιωπάν δε και τους ταξεώτας και τους δικολόγους και μηδέ τους κήρυκας κεχρήσθαι τη συνήθει φωνή, μήτε δικάζεσθαί τινα. Συμφωνα δε και διαλύσεις και εν κυριακή ποιείν εξέστω».32
Ο νόμος του Λέοντος και του Ανθεμίου έγινε, όπως φαίνεται, ευρύτερα γνωστός. Στη «Συρορωμαϊκή Νομόβιβλο», μία δικαϊκή συλλογή που, ίσως για την κάλυψη διδακτικών αναγκών, συντάχθηκε στην Ανατολή μάλλον στο δεύτερο μισό του 5ου αιώνα,33[1] γράφεται μεταξύ άλλων ότι: «Ο ευτυχής και πιστός βασιλεύς Λέων κατά τις ημέρες του τίμησε ιδαίτερα την ημέρα της αναστάσεως του Κυρίου μας, δηλαδή την Κυριακή, και απαγόρευσε στους δικαστές, στις αρχές και στους άρχοντες να κάνουν χρήση της εξουσίας τους. Ολοι όφειλαν αυτή την ημέρα να συγκεντρώνονται με ταπείνωση στην εκκλησία του Χριστού. Διέταξε κανείς να μην πλησιάζει άλλον την Κυριακή για να προβάλει μία απαίτηση για οποιοδήποτε πράγμα, ούτε λόγω χρέους η καταγγελίας μίας επαίσχυντης ενέργειας, ούτε για οποιαδήποτε άλλη αιτία».34 Στο σωζόμενο κείμενο της συριακής μεταφράσεως του (μη διασωθέντος) ελληνικού πρωτοτύπου γίνεται μνεία και του Μ.Κωνσταντίνου. Του αποδίδεται όμως η παροχή στην Εκκλησία και τον κλήρο προνομίων, που δεν επιβεβαιώνονται από άλλες πηγές.35[1] Ο συντάκτης του παραπάνω έργου παρασύρθηκε προφανώς από τη «Χρονογραφία» του Ιωάννη Μαλάλα που συντάχθηκε στην ίδια περιοχή στα χρόνια του Ιουστινιανού και γράφει σχετικώς: «Ο δε αυτός θειότατος Λεων βασιλεύς τας κυριακάς απράκτους είναι εκέλευσεν, εκφωνήσας περί τούτου θείον αυτού νόμον, ίνα μήτε αυλός η κιθάρα η άλλο τι μουσικόν λέγειν εν κυριακή, αλλά πάντας αργείν· (...)».36 Στη διήγησή του προβάλλει κυρίως ο Μαλάλας την απαγόρευση των (κοσμικών) εορταστικών εκδηλώσεων.
Στον ίδιο χώρο, την περιοχή της Συρίας, και την ίδια μάλλον εποχή, κατά τον 6ο αιώνα, φαίνεται ότι συντάχθηκε ένα κείμενο που λόγω της φύσης του προκαλεί πολλές συζητήσεις. Πρόκειται για τους λεγόμενους «Νόμους των Ομηριτών» που περιέχουν κυρίως διατάξεις (απώτερης ιουστινιάνειας προελεύσεως) διοικητικού και ποινικού δικαίου, με σκοπό την πολιτιστική και, μέσω αυτής, την πολιτική διείσδυση στη χώρα των Ομηριτών, τη σημερινή Υεμένη. Ανάμεσα στις διατάξεις αυτές υπάρχουν και πολλές που αφορούν την τήρηση των χριστιανικών εορτών, βεβαίως και της κυριακής αργίας, με αυστηρές, οικονομικές προ πάντων, κυρώσεις για τους παραβάτες.37 Για αργία των δικαστηρίων δεν γίνεται ειδικά λόγος, αλλά η διατύπωση της απαγορεύσεως, μεταξύ άλλων, και «φόρους ποιείν» μου δημιουργεί την εντύπωση ότι με τον όρο «φόρος» αποδόθηκε το forum υπό την έννοια του δικαστηρίου.38
Επί αρκετούς αιώνες δεν ασχολήθηκε η αυτοκρατορική νομοθεσία με τα θέματα του χρόνου λειτουργίας των δικαστηρίων και τις αργίες γενικώς. Στο μεταξύ το όλο θέμα προσέλκυσε την προσοχή του εκκλησιαστικού νομοθέτη. Έτσι στη σύνοδο που συνήλθε το 691/2 στην αίθουσα του Τρούλλου των ανακτόρων της πρωτεύουσας (Πενθέκτη σύνοδος) επαναλήφθηκε με τον κανόνα 66 η υποχρέωση αργίας των χριστιανών και αποχής από θεάματα κατά τις ημέρες του Πάσχα. Στην ίδια σύνοδο, με αφορμή τις διάφορες υποχρεώσεις των πιστών κατά τις εξαιρετέες ημέρες, τέθηκε το θέμα πότε αρχίζει εκκλησιαστικώς η ημέρα της Κυριακής, ορίσθηκε δε με τον κανόνα 90, ότι η έναρξη είναι «μετά την εν τω σαββάτω εσπερινήν των ιερωμένων προς το θυσιαστήριον είσοδον κατά το κρατούν έθος (...) μέχρι της εφεξής κατά την κυριακήν εσπέρας».39 Αυτό σημαίνει ότι δεν συνέπιπταν τα χρονικά όρια στο κανονικό και στο κοσμικό δίκαιο. Η διάταξη του Πανδέκτη, που παρατέθηκε παραπάνω, επαναλήφθηκε στα «Βασιλικά»: «Η ημέρα από εβδόμης ώρας της νυκτός έως πληρουμένης της έκτης ώρας της επομένης νυκτός ορίζεται· και το γινόμενον εν οιαδήποτε ώρα των είκοσι τεσσάρων ωρών εν ημέρα δοκεί γίνεσθαι».40 Στη νέα διατύπωση προσαρμόσθηκαν τα δεδομένα του Πανδέκτη στις συνθήκες που στο μεταξύ επικρατούσαν στο Βυζάντιο. Η διαφορά αυτή σημαίνει, ότι θεωρητικώς ήταν δυνατό να επιχειρηθεί μία διαδικαστική ενέργεια μέχρι τα μεσάνυχτα του Σαββάτου. Παρ' όλα αυτά η κατά το κοσμικό δίκαιο οριοθέτηση της ημέρας εμφανίζεται και στο κανονικό δίκαιο, ειδικότερα δε στον κανόνα 89 της ίδιας (Πενθέκτης) συνόδου. Εκεί πρόκειται για το όριο ανάμεσα στο Μ. Σαββατο και στην Κυριακή της Αναστάσεως, που τοποθετείται στο μεσονύκτιο (όπως και στον Πανδέκτη). Σχολιάζοντας ο Θεόδωρος Βαλσαμών τη διαφορά ανάμεσα στους δύο κανόνες της Πενθέκτης συνόδου, τον 89ο και τον 90ο, παρατηρεί ότι δεν υπάρχει αντίφαση, γιατί σε καθεμία περίπτωση εξυπηρετεί ο χρονικός καθορισμός διαφορετικό (εκκλησιαστικό) σκοπό.41
Στα τέλη του 9ου αιώνα, παράλληλα προς τις εργασίες της επιτροπής, στην οποία είχε ανατεθεί η ανακωδικοποίηση του ιουστινιάνειου νομοθετικού έργου, εκδίδονταν από τον Λέοντα ΣΤ τον Σοφό νέοι νόμοι, οι Νεαρές,42 για την κάλυψη κενών, την άρση αντιφάσεων και γενικώς τη διευκόλυνση του έργου της επιτροπής.
Σε μία από τις Νεαρές αυτές, εκείνη που έχει ενταχθεί στη «Συλλογή των 113 Νεαρών» με αριθμό 54 έθεσε ο Λεων πάλι επί τάπητος το θέμα της κυριακής αργίας με αφορμή τις ρυθμίσεις του νόμου του Μ. Κωνσταντίνου. Παραθέτουμε στη συνέχεια το κείμενο της Νεαράς, όχι γιατί επιφέρει κάποια μεταβολή στις δικαστικές αργίες, αλλά λόγω της ενδιαφέρουσας αιτιολογίας για την αλλαγή που εισάγει: «'Αριστη μεν η σπουδή των προς έκθεσιν επιδεδωκότων εαυτούς των όσα τω βίω συμφέρει εντάλματα, και άξιον αυτούς εν οις ορώνται προς την ωφέλειαν των υποχειρίων όλην την φροντίδα συντείνοντες αποδέχεσθαι της φιλοστοργίας και τα τεθέντα τηρείν ευλαβώς. Άξιον δε πολύ πλέον εκείνοις μάλλον την τοιαύτην απονέμειν ευλάβειαν οι πλέον ώφθησαν και υπέρ της των ανθρώπων σωτηρίας οία πάσης της γης νομοθέται αναδεξάμενοι μέριμναν, και ους έθεντο νόμους τούτους επίπροσθεν άγειν των άλλων νόμων· ου μόνον δε δι' όπερ είπον, ότι πλέον εις την των ανθρώπων ωφέλειαν, μάλλον δε ασύγκριτον ανεδέξαντο και εισενέγκαντο πρόνοιαν, αλλ' ότι και θείω εχάραξαν τα δόγματα πνεύματι.
Επεί ουν τω νόμω των κορυφαίων μαθητών ος πάντας επιτρέπει αργία τιμάν την ημέραν της δεσποτικής αναστάσεως, οράται νόμος αντιφθεγγόμενος, εν ω μη πάντας ομοίως κωλύειν εργάζεσθαι, αλλ' ενίοις άνετον την εργασίαν δίδοσθαι - φησί γαρ· «Δικασταί μεν και δήμοι των πόλεων και οι εκ τεχνών βιούντες αργείτωσαν εν κυριακή, μόνοι δε γεωργοί εργαζέσθωσαν». Και η αιτία της λύσεως της τιμής της ημέρας άλογος· δοκεί γαρ σωτηρίας είναι των καρπών, εστί δε αληθώς ουδέν. Ου γαρ το σπουδαίον της γεωργίας, αλλά του καρποδότου ο έλεος επειδάν δοκή την ευθηνίαν παρέχεται των καρπών - αλλά γαρ επεί τοιούτός τις εις γένεσιν ήλθε νόμος, ολιγωρών μεν της του δεσπότου τιμής, αντιδογματίζων δε τοις κατά πάντων εναντίων παρά του αγίου πνεύματος λαβούσι τα νικητήρια, ορίζομεν και ημείς α τω αγίω έδοξε πνεύματι και τοις υπ' αυτού μεμυημένοις αποστόλοις, ώστε πάντας εν τη θεία και την αφθαρσίαν ημίν εγκαινισαμένη ημέρα σχολάζειν αργία και μήτε γεωργόν μήτε τινά έτερον άπτεσθαι έργων εν ταύτη των μη νενομισμένων. Ει γαρ οι πάλαι τας σκίας και τους τύπους τιμώντες δια τοσαύτης ήγον τιμής την του σαββάτου ημέραν, ως παντελεί αυτούς απραξία διδόναι, πως εικός ους η χάρις θεραπευτάς έχει και η αλήθεια, τούτους μη τιμάν την ημέραν η το τίμιον παρά του δεσπότου επλούτησεν και ημάς ηλευθέρωσε της εκ φθοράς ατιμίας; η πως ου παντελώς ασυνείδητον, επτά ημερών ουσών ων εις δεσποτικήν τιμήν ανείται μία, μη αρκείσθαι ημάς ταις εξ αποκεχρημένους εις έργα, και αναφαίρετον τω δεσπότη εκείνην τηρείν, αλλά και ταύτην κοινοποιείσθαι και των ημετέρων έργων νομίζειν καιρόν;».43
Η Νεαρά αυτή ανήκει σε μία ευρύτερη ομάδα νόμων του Λέοντος, με τους οποίους σκοπήθηκε η εναρμόνιση της πολιτειακής νομοθεσίας προς τους ιερούς κανόνες και γενικότερα τους κανόνες δικαίου εκκλησιαστικής προελεύ-σεως.44 Στα προοίμια των νόμων αυτών, των οποίων το κείμενο, κατά την κρατούσα άποψη, είχε τις πιο πολλές φορές συντάξει ο ίδιος ο Λέων,45 σε έντονο ύφος, όπως στην πιο πάνω Νεαρά, τονίζεται ότι το τεκμήριο της αρμοδιότητας – για να χρησιμοποιήσουμε ένα σύγχρονο όρο – έχει στη ρύθμιση εκκλησιαστικών θεμάτων ο «κανονικός νομοθέτης» και, επομένως, δεν επιτρέ-πεται παρέκκλιση από τους ορισμούς του, ανεξάρτητα από την τυπική τους μορφή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση επικαλείται ο Λέων τον «νόμο των κορυφαίων μαθητών» που επιβάλλει σε όλους να τιμούν, απέχοντας από κάθε εργασία, την ημέρα της δεσποτικής Αναστάσεως. Το κείμενο που είχε υπόψη του ο Λέων δεν μπορούσε να είναι άλλο από τα σχετικά χωρία των «Αποστολικών Διαταγών» η της «Επιτομής» του όγδοου βιβλίου, για την οποία έγινε λόγος πιο πάνω.46
Είναι ωστόσο πολύ πιθανότερο, δοθέντος ότι στο μεταξύ η Πενθέκτη Σύνοδος (βλ. πιο πάνω) είχε αποδοκιμάσει με τον κανόνα 2 το κείμενο των «Αποστολικών Διαταγών» λόγω αλλοιώσεων από επεμβάσεις αιρετικών,47 πως ο συντάκτης της Νεαράς με τον όρο «νόμος των κορυφαίων μαθητών» υπονοούσε ένα άλλο κείμενο, υπό την επικεφαλίδα «Των αγίων αποστόλων Πετρου και Παύλου κανόνες ιζ », που είχε ευρεία διάδοση, Το κείμενο αυτό παραδίδεται στο πλαίσιο της λεγόμενης «Συνόψεως του Αριστηνού» - δυστυχώς ακόμη κριτικώς ανέκδοτης48 - και περιέχει μεταξύ άλλων συνοπτική διατύπωση (με κάποιες φραστικές αλλαγές) των χωρίων των «Αποστολικών Διαταγών» που παρατέθηκαν πιο πάνω: «α . Πεντε ημέρας οι λαοί εργαζέσθωσαν, σαββάτω δε και κυριακή τη εκκλησία σχολαζέτωσαν, διδασκόμενοι την ευσέβειαν· το μεν γαρ δημιουργίας έχει τρόπον, η δε, Αναστάσεως. β . Την μεγάλην εβδομάδα και την μετ' αυτήν αργείτωσαν· η μεν γαρ, πάθους, η δε, Αναστάσεως· και διδασκέσθωσαν, τις ο παθών και αναστάς. γ . Και την Ανάληψιν, πέρας γαρ της κατά Χριστόν οικονομίας. δ . Και την Πεντηκοστήν, δια την του αγίου Πνεύματος επιφοίτησιν. ε . Και την των γενεθλίων εορτήν, δια την εκ Παρθένου του Κυρίου γέννησιν. ς . Και την των Θεοφανίων, δια την ανάδειξιν της θεότητος· Πατήρ γαρ εμαρτύρησε τω Υιώ, και το Πνεύμα εν είδει περιστεράς εφάνη. ζ . Και τας ημέρας των Αποστόλων και διδασκάλων, και Στεφάνου του πρωτομάρτυρος, και των λοιπών αγίων μαρτύρων, των της ζωής Χριστόν προτιμησάντων».49
Η έκδοση της Νεαράς του Λεοντος δεν εμπόδισε, όπως είδαμε, τη συντακτική επιτροπή των «Βασιλικών» να περιλάβει τον νόμο του Μ. Κωνστα-ντίνου στο κείμενο της κωδικοποιήσεως – ίσως επειδή ενόμισε ότι η εξαίρεση των γεωργών αντισταθμιζόταν από τις πολύ γενικά διατυπωμένες απαγορεύ-σεις του νόμου των Λέοντος Α και Ανθεμίου, που επίσης καταχωρίστηκε στον ίδιο τίτλο. Πάντως η Νεαρά του Λέοντος του Σοφού δεν εξαφανίστηκε από την ερμηνευτική φιλολογία του κανονικού δικαίου, φαίνεται δε ότι η τήρησή της εξασφαλιζόταν μέσω του συστήματος αντίστοιχων απαγορεύσεων των ιερών κανόνων (βλ. πιο πάνω). Διαβάζουμε λοιπόν στο σχόλιο του Θεοδώρου Βαλσαμώνος στον κανόνα 66 της Πενθέκτης συνόδου: «Του δε κανόνος ταύτα διοριζομένου, ερωτήσει τις, όπως οι χειρωνάκται μετά την τρίτην της εβδομάδος ταύτης τα οικεία εργάζονται εργόχειρα; Νομίζω ουν, ότι κακώς τούτο ποιούσι· καν γαρ από του παρόντος κανόνος ου κολάζονται οι ούτω την εορτήν καταλύοντες, αλλ' από του ετέρου κανόνος του αφορίζοντος τους λαϊκούς, μη όντας γεωργούς, και κατά τας κυριωνύμους εργαζομένους, και ούτοι κολασθήσονται. Ζητει και την νδ νεαρ?ν του βασιλέως κυρού Λεοντος του σοφού, διαλαμβάνουσαν, μηδέ αυτούς τους γεωργούς κατά την κυριώνυμον εργάζεσθαι· ώστε απηγόρευται και αυτοίς κατά την όλην πασχάλιον εβδομάδα εργάζεσθαι, ως μιας κυριωνύμου λογιζομένης αυτής».50
Όπως προαναφέρθηκε, η «ανακωδικοποίηση» του νομοθετικού έργου του 6ου αιώνα συμπληρώθηκε πριν από το τέλος του 9ου (μάλλον μέσα στο 888). Τα «Βασιλικά», έτσι αποκλήθηκε το έργο αυτό, περιέλαβαν στον τίτλο 17 του βιβλίου 7 υπό την επικεφαλίδα «Περί απράκτων ήτοι σχολαζουσών ημερών και υπερθέσεων και διαφόρων χρόνων» όλες σχεδόν τις διατάξεις που αφορούσαν τις ημέρες αργίας των δικαστηρίων από τον Πανδέκτη (2.12.1-10) και τον ιουστινιάνειο Κώδικα (3.11.1-7 και 3.12.1-9). Μεγάλο μέρος από τις διατάξεις αυτές, πολλές από τις οποίες παρατέθηκαν πιο πάνω, επαναλήφθηκε στα παράγωγα των «Βασιλικών», κυρίως δε στη «Μεγάλη Σύνοψη».51
Όχι μόνο η πιο πάνω Νεαρά του Λεοντος, αλλά και άλλα νομοθετικά κείμενα της ίδιας εποχής χαρακτηρίζονται από την προσπάθεια του απόλυτου σεβασμού της Κυριακής και των άλλων εξαιρετέων ημερών. Υπονοείται εδώ το «Επαρχικόν βιβλίον»,52 ένα νομοθέτημα (η, ίσως, σχέδιο νομοθετήματος η, ακόμη, συλλογή κειμένων με κανονιστικό χαρακτήρα) του τελευταίου χρόνου της βασιλείας του Λεοντος του Σοφού (912), που οφείλει την ονομασία του στο ότι απευθυνόταν στον Επαρχο της πόλεως, αρμόδιο για την άσκηση εποπτείας στη λειτουργία των συντεχνιών («συστημάτων») και γενικά σε κάθε επαγγελ-ματική δραστηριότητα μέσα στην πρωτεύουσα. Στόχο είχε το κείμενο αυτό την απάλειψη του αθέμιτου ανταγωνισμού και τη διασφάλιση αδιατάρακτων οικονομικών σχέσεων ανάμεσα στους διάφορους επαγγελματικούς κλάδους. Δυο διατάξεις του «Επαρχικού βιβλίου» μας ενδιαφέρουν εδώ. Με την πρώτη τιμωρείται με πρόστιμο δύο χρυσών νομισμάτων όποιος παντοπώλης Κυριακή η άλλη ημέρα δεσποτικής εορτής εκθέτει το εμπόρευμά του έξω από το κατάστημά του (13.3).53 Με τη δεύτερη απαγορεύεται στους οινοπώλες να ανοίγουν την ταβέρνα τους και να προσφέρουν κρασί και μεζέδες σε ημέρες μεγάλων εορτών η Κυριακές πριν από τη δεύτερη ώρα της ημέρας (8η πρωινή).54 Κατά την αντίστοιχη δε βραδυνή ώρα είναι υποχρεωμένοι, ανεξαρτήτως εορτής, να κλείνουν (19.3).55 Από τις δύο αυτές διατάξεις ωστόσο συνάγεται, ότι παρά την ύπαρξη της Νεαράς 54 επιτρεπόταν – έστω υπό περιορισμούς – σε δύο τουλάχιστον56 επαγγελματικούς κλάδους, παντοπώλες (σαλδαμαρίους) και οινοπώλες (καπήλους) να εργάζονται την Κυριακή. Ανάμεσα στις διάφορες ερμηνείες που προτείνονται πιο πιθανή είναι εκείνη, σύμφωνα με την οποία η Νεαρά ναι μεν αφορούσε όλα τα επαγγέλματα, αλλά ο νομοθέτης είχε την πρόθεση να χαράξει μάλλον γενική κατεύθυνση, χωρις να αποβλέπει στην εισαγωγή απόλυτης απαγορεύσεως ανεξάρτητα από τις ιδιαίτερες συνθήκες του καθενός επαγγελματικού κλάδου. Έτσι, σύμφωνα πάντα με την άποψη αυτή, θα έπρεπε να ρυθμισθεί με ειδικότερες διατάξεις για κάθε επαγγελματική απασχόληση η εφαρμογή της κυριακής αργίας – ρύθμιση βέβαια που δεν θα μπορούσε να είναι απολύτως ομοιόμορφη.57
Η επιτροπή της κωδικοποιήσεως του 9ου αιώνα, κινούμενη μέσα στα πλαίσια που της είχε καθορίσει ο αυτοκράτωρ, προχώρησε σε αναθεώρηση ανάλογου έργου, που είχε συνταχθεί επί της βασιλείας του πατέρα του Λέοντος, του Βασιλείου Α και το οποίο δεν έχει περισωθεί. Κατά την αναθεωρημένη κωδικοποίηση, της οποίας καρπός υπήρξαν τα «Βασιλικά», συγκέντρωσε η επιτροπή όλη τη νομοθετική ύλη σε σχέση με τον χρόνο λειτουργίας των δικαστηρίων, στηριζόμενη στην ιουστινιάνεια κωδικοποίηση, στον τίτλο 17 του 7ου βιβλίου των «Βασιλικών» υπό την επικεφαλίδα «Περί απράκτων ήτοι σχολαζουσών ημερών και υποθέσεων κα? διαφόρων χρόνων». Εκεί των διατάξεων του Κώδικα, που παραθέσαμε πιο πάνω, προτάχθηκαν αποσπάσματα του Πανδέκτη, αναφερόμενα στην ερμηνεία και εφαρμογή του συνόλου της ρωμαϊκής νομοθεσίας ως προς τον χρόνο απονομής της δικαιοσύνης.
Το 1047, κατά τη μάλλον κρατούσα άποψη, εξέδωσε ο Κωνσταντίνος Θ ο Μονομάχος μία Νεαρά,58 με την οποία, αποβλέποντας σε κρατικοποίηση των νομικών σπουδών, ίδρυσε το «Διδασκαλείον των Νόμων» και το έθεσε υπό τη διεύθυνση του «Νομοφύλακος». Στις λεπτομερείς διατάξεις για τη λειτουργία της Σχολής προβλέπονταν και οι ημέρες των διακοπών, χωρίς όμως απαρίθμηση των ημερών αργίας, αλλά με απλή παραπομπή σε όσα ίσχυαν στις σχολές για την εγκύκλια παιδεία: «(...) εκείνων δηλονότι και μόνων των ημερών υμίν υπεξηρημένων, καθ' ας εστιν έθος και τοις γραμματικοίς σχολήν άγειν».59
Στα χρόνια της βασιλείας του Ιωάννη Β Κομνηνού, πιθανότατα το 1142, καταρτίσθηκε στην Κωνσταντινούπολη μία συλλογή από διατάξεις των «Βασιλικών», που στη σημερινή της μορφή περιορίζεται στα δέκα πρώτα τους βιβλία. Έτσι ονομάσθηκε στη νεώτερη έρευνα «Ecloga Basilicorum librorum I-X».60 Η παράθεση του κειμένου της κωδικοποιήσεως συνοδεύεται από πολλά σχόλια που αποτελούν σημαντική πηγή για τη διαπίστωση τόσο της ερμηνευτι-κης μεθόδου των νομικών του 12ου αιώνα όσο και της ακολουθούμενης πρακτικής κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας.Η εν λόγω Εκλογή ακολουθεί την εσωτερική διάρθρωση των «Βασιλικών». Στον τίτλο λοιπόν 7.17 παρατίθενται και ερμηνεύονται τα κεφάλαια 2, 3, 8, 9, 13, 18 και 22. Από αυτά μόνο τα τρία τελευταία προέρχονται από τον Κωδικα, ενώ τα υπόλοιπα αποδίδουν χωρία του Πανδέκτη. Τα κεφάλαια 2 και 3 (= Dig. 2.12.2-3) έχουν ως αντικείμενο τις εξαιρέσεις από τις ημέρες αργίας, πότε δηλαδή και για τη διεκπεραίωση ποιων υποθέσεων δεν λαμβάνονται υπόψη από τα δικαστήρια οι χρονικοί περιορισμοί που επιβάλλει ο νόμος.
Ιδιαίτερη θέση ανάμεσα στις εξαιρέσεις κατέχει μία ομάδα υποθέσεων που σήμερα ανήκει στην ύλη του οικογενειακού και εν μέρει του κληρονομικού δικαίου: Διορισμός και αντικατάσταση επιτρόπου, διορισμός εμβρυωρού, καθορισμός διατροφής, ορισμός κηδεμόνα σχολάζουσας κληρονομίας, ειδικές περιπτώσεις απελευθερώσεως δούλων, καθώς και η λήψη ασφαλιστικών μέτρων - αν καταφύγουμε και πάλι στη σημερινή ορολογία. Στα σχόλια της Εκλογής περιέχονται και πρακτικά παραδείγματα για την υποβοήθηση των εφαρμοστών του δικαίου. Παραθέτουμε ένα που είναι σχετικό με την περίπτωση των ασφαλιστικών μέτρων, όπου φαίνεται το προσωρινόν της ρυθμίσεως: «Ει δε και εμαστίχθη ήγουν εδάρη τις παρά τινος, την μ?ν περί ύβρεως αγωγήν ου δύναται γυμνάζειν εν ταις απράκτοις ημέραις, δείκνυσι δε τω δικαστή τας πληγάς αυτού, και αποτιμάται ούτως ο δικαστής την ύβριν αυτού, ήγουν τι εστιν άξιον ζημιωθήναι τ?ν τύψαντα αυτόν».61
Άλλη κατηγορία εξαιρέσεων περιλαμβάνει την πρόληψη της συμπλη-ρώσεως αποσβεστικών προθεσμιών η του χρόνου τακτικής η έκτακτης χρησικτησίας, η της παραγραφής αγωγών. Ιδού ένα παράδειγμα που αφορά τη συμπλήρωση χρησικτησ?ας: «Οίον ως επί του καλή πίστει νεμομένου το ακίνητον πράγμα του Πετρου και μέλλοντος δια τριετίας κτήσασθαι τούτο δεσποτικώς, εάν ουν επί του τοιούτου θέματος έλθη ο Πετρος εντός του τελευταίου μηνός της τριετίας - είη δε ούτος ο του θέρους - και κινή ο τοιούτος Πετρος κατά του νεμομένου το πράγμα αυτού και μέλλοντος, ει διέλθοι ο τοιούτος μην, κυριεύσαι αυτού, ου δίκαιόν εστι πάντως εξκουσευθήναι υπό του θέρους τον νεμόμενον το πράγμα του Πετρου, αλλά προκαταρχθήσεται μεν η υπόθεσις εν τω τοιούτω μηνί ώστε μη φθαρήναι αυτήν, μετά δε ταύτα τρακταϊσθήσεται».62 Από το παράδειγμα προκύπτει, ότι στην περίπτωση των δικαστικών διακοπών επιτρεπόταν μόνο η διενέργεια της διαδικαστικής εκείνης πράξεως, με την οποία επερχόταν διακοπή της παραγραφής η μη συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας, και όχι η έκδοση οριστικής αποφάσεως.
Κατά ανάλογο τρόπο αντιμετωπίζονται και οι περιπτώσεις των ποινικών αγωγών. Αν το θύμα έχει εγείρει αγωγή κατά του υπαιτίου, συνεχίζεται η δίκη κατά των κληρονόμων, έστω και αν ο τελευταίος αυτός αποβιώσει. Διαφορετικά αποσβέννυται η ενοχή εκ του αδικήματος. Να τι γράφει ο σχολιαστής: «Το αυτό λέγομεν και, ότε θανάτω σβέννυται η αγωγή, ως η περί κλοπής, η περί ύβρεως και ο Ακουίλιος, όστις Ακουίλιος κινείται, όταν από σώματος εις σώμα γένηται βλάβη, οίον όταν τύψη τον Πετρον ο δούλός μου η λακτίση αυτόν ο ίππος μου. Και απλώς καθολικώ λόγω τούτο γίνωσκε, ότι πάσα αγωγή ποιναλία ήγουν ποινήν απαιτούσα μόνην, ει μεν φθάση κινηθήναι κατά του υποπεσόντος, τυχόν Πετρου, τη τοιαύτη ενοχή, διαβαίνει και εις κληρονόμους· ει δε, πριν κινηθή η αγωγή, αποθάνη ο Πετρος, ο? κινηθήσεται κατά των κληρονόμων αυτού».63
Τέλος, κατά τον σχολιασμό του κεφαλαίου 9 επισημαίνεται η διαφορά ανάμεσα σε δικαστικές διακοπές και μεμονωμένες αργίες: «Γινωσκε κανονικώς, ότι η άπρακτος ημέρα διττή εστιν· η γαρ άπρακτός εστι δια την των ανθρώπων ανάπαυσιν και την συλλογ?ν των προς το ζην αναγκαίων, ως ο του θέρους καιρός και ο του τρύγους· εν τούτοις γαρ ουκ αναγκάζονται οι άνθρωποι, και μάλλον οι γεωργοί δικαστηρίοις προσεδρεύειν, ει μη που μέλλει φθαρήναι η αγωγή· τότε γαρ γίνεται προκάταρξις μόνον, η δε λοιπή ζήτησις ταμιεύεται εν τω μετά το θέρος και το τρύγος καιρώ. Η άπρακτος τυγχάνει ου δια την των ανθρώπων ανάπαυσιν, αλλά δια την οικείαν τιμήν, ως αι της πασχαλίας ημέραι, αι της του Χριστού γεννήσεως και των φώτων και α? μνήμαι του πάθους των αγίων αποστόλων· εν ταύταις γαρ παντελώς σχολάζει τα δικαστή-ρια, και ούτε ελκυσμός ούτε προκάταρξις γίνεται ούτε άλλο οιονδήποτε αναγκαστικόν και δικαστικόν, ει μ? μόνον συναλλάγματα και σημειώματα βεβαιωτικά τούτων».64 Όπως όμως στην ερμηνευόμενη διάταξη ορίζεται, δεν ισχύει κανένας περιορισμός, όταν πρόκειται για τη δίωξη εγκλημάτων.
Επί της βασιλείας του επόμενου αυτοκράτορα της δυναστείας των Κομνηνών, του Μανουήλ Α (1143-1180), εκδόθηκε ο τελευταίος βυζαντινός νόμος για τις δικαστικές αργίες. Μεγάλη προσπάθεια κατέβαλε γενικώς ο αυτοκράτωρ αυτός για την εξυγίανση της δικαιοσύνης με τέσσερα σημαντικά νομοθετήματα.65 Δύο από αυτά, που εκδόθηκαν τον Μάρτιο 1166, αφορούσαν την οργάνωση και λειτουργία των δικαστηρίων, το ένα δε ειδικότερα τον χρόνο των συνεδριάσεών τους.66
Στο μακρότατο προοίμιο της σχετικής Νεαράς τονίζει ο νομοθέτης, ότι οι εορτές αποβλέπουν στην εκδήλωση του σεβασμού προς τον Θεό. Μεγαλύτερη όμως σημασία έχει η πραγμάτωση των θείων εντολών, ιδιαίτερα δε η καταπολέμηση της αδικίας. «Πως δ' αν η δικαιοσύνη και η πάρεδρος αυτή θέμις κατά των αντιπάλων αυταίς, της ανομίας φημί και της αδικίας, προς συμπλοκήν και άμιλλαν καταβήσονται και το στ?φος κατ' αυτών αναδήσονται, του των δικαστηρίων σταδίου τα πολλά κεκλεισμένου μηδ'αναπεπταμένην και άφετον την είσοδον έχοντος· προφάσει δήθεν της περί τας εορτασίμους των ημερών ευλαβείας κα? της εν αυταίς θεραπείας του κρείττονος; η δη λέληθεν ου μάλλον αυτόν θεραπεύουσα, η τοις μεν αδικουμένοις τους μώλωπας επιξαίνουσα και το άλγος ανακαινίζουσα και την ?δ?νην επαύξουσα, τοις δε αδικείν ελομένοις την εφ' οις ηδίκησαν απόλαυσιν πολυπλασιάζουσα, και τη των ανεσίμων ημερών αφθονία και τω πλατυσμώ της των δικαστηρίων σχολής ?π? μακρόν αυτοίς αποπληρούσα την έφεσιν».67
Από το απόσπασμα αυτό προκύπτει με σαφήνεια, ότι επικρατούσε η αντίληψη, πως στην πληθώρα των ημερών αργίας των δικαστηρίων οφειλόταν όχι μόνο η όλη δυσλειτουργία της δικαιοσύνης, αλλά και ο πολλαπλασιασμός των κρουσμάτων της παραβάσεως των νόμων, επειδή ενθαρρύνονταν οι παραβάτες από την αδράνεια των μηχανισμών για την αποκατάσταση της έννομης τάξης που κάθε φορά διαταρασσόταν. Στη συνέχεια ο νομοθέτης επικαλείται το παράδειγμα του Χριστού, ο οποίος δεν εμποδίσθηκε από την αργία του Σαββάτου προκειμένου να θεραπεύσει πάσχοντες και γενικώς να διορθώσει τα κακώς κείμενα, και καταλήγει στο ότι η κοσμική αρχή δεν δικαιολογείται να διστάζει να περιορίσει τις αργίες των δικαστηρίων, όταν αυτό θα συμβάλει στην ικανοποίηση των αδικουμένων και στην αναχαίτιση των αδικούντων. Άλλωστε, σε όλες τις ημέρες του έτους τιμάται κάποιο γεγονός η η μνήμη ενός αγίου. Αν σε όλες αυτές τις εορτές κλείνουν οι πόρτες των δικαστηρίων, τότε ανοίγεται ο δρόμος στην αδικία, ώστε να πανηγυρίζεται η νίκη της εναντίον της δικαιοσύνης. Στο τέλος του προοιμίου αναφέρεται, ότι πριν από την έκδοση της Νεαράς ο αυτοκράτωρ ζήτησε την συναίνεση του πατριάρχη και της Ιεράς Συνόδου για τον περιορισμό των εξαιρετέων ημερών.
Στο διατακτικό μέρος του νόμου, που ακολουθεί, εισάγεται διάκριση των εορτών σε ημέρες καθολικής αργίας, κατά τις οποίες απαγορεύεται οποιαδήποτε δικαστική ενέργεια (εκτός αν ειδικώς το επιτρέψει ο αυτοκράτωρ), και σε ημέρες μερικής αργίας, κατά τις οποίες τα δικαστήρια συνεδριάζουν μετά το τέλος της θείας λειτουργίας, για να μπορούν δικαστές και διάδικοι να εκτελούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρέπει στα πρακτικά να γίνει μνεία του ακριβούς χρόνου, κατά τον οποίο διενεργήθηκαν οι εκεί καταχωριζόμενες διαδικαστικες πράξεις.
Στην απαρίθμηση των αργιών προηγούνται οι απολύτως «άπρακτες» ημέρες, με πρώτο μήνα τον Σεπτέμβριο, δοθέντος ότι η αρχή του (βυζαντινού) έτους ήταν την 1η Σεπτεμβρίου: «Η το?νυν κατά την ογδόην ημέραν του Σεπτεμβρίου μηνός γενέθλιος ημέρα της (...) Θεομήτορος άπρακτος έσται. Ωσαύτως και η ιδ , τη υψώσει τετιμημένη του ζωηφόρου Σταυρού. Και η κς , δια την του αποστόλου και ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου μετάστασιν.- Η ς το? Οκτωβρίου, δια το την μνήμην εν αυτή τελείσθαι του αγίου αποστόλου Θωμά. Η θ , δια τον του Αλφαίου Ιακωβον τον απόστολον. Και η ιη , δια τον απόστολον και ευαγγελιστήν Λουκάν.- Η ιγ το? Νοεμβρίου, ότι εν αυτή η μνήμη του Χρυσοστόμου πατρός τελείται. Η ιδ΄, ότι εν αυτή ο απόστολος Φιλιππος εορτάζεται. Η ις , ότι ο ευαγγελιστής και απόστολος Ματθαίος τιμάται. Η κα , ?τι τα εις τον ναόν Εισόδια της Θεομήτορος εν ταύτη πανηγυρίζεται. Και η λ , ότι ο απόστολος 'Ανδρεας εν αυτή εορτάζεται.- Η θ το? Δεκεμβρ?ου, ως της συλλήψεως εν αυτή τελουμένης της υπεράγνου Μητρός του Θεού ημών. Η κ μ?χρι και αυτής της ς το? Ιανουαρίου, ως εν αυταίς εορταζομένων των γενεθλίων και του βαπτίσματος το? (...) Ιησού Χριστού.- Η ιη το? Ιανουαρίου, δια τους θείους πατέρας (...) Αθανάσιον και Κυριλλον. Η κε το? αυτού, δια την μνήμην του μεγάλου πατρός Γρηγορίου του Θεολόγου.- Η β το? Φεβρουαρίου, δια την του Σωτήρος Υπαπαντήν. Και η γ , δια την της μν?μης του Θεοδόχου Συμεών τελετήν.- Η κε το? Μαρτίου, δια τον της Θεομήτορος Ευαγγελισμόν. Αι πασχαλίαι των ημερών, απ' αυτής δηλονότι της του Λαζάρου εγέρσεως και εις αυτήν την μετά το Άγιον Πασχα ογδόην.- Η κε το? Απριλλίου, δια τον απόστολον και ε?αγγελιστ?ν Μαρκον. Η λ , δια τον απόστολον Ιακωβον, (...).- Η η το? Μαΐου, δια την μνήμην του ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου. Η ι , δια την του αποστόλου Σιμωνος του Ζηλωτού. Η κα΄, δια την των αγίων και ισαποστόλων (...) Κωνσταντίνου και Ελένης. Η κς , δια την του αποστόλου Αλφαίου του και Ιούδα.- Η ια το? Ιουνίου, δια τον απόστολον Βαρθολομαίον. Η ιθ , δια τον απόστολον Ιούδαν τον και Θαδδαίον, (...). Η κδ , δια το του Προδρόμου γενέθλιον. Η κθ , δια την επί τοις κορυφαίοις των αποστόλων Πετρου και Παύλου πανήγυριν. Και η λ , δια την επί τοις Δωδεκα.- Η κε το? Ιουλίου, δια τ?ν της αγίας και δικαίας Άννης (...) κοίμησιν.- Η ς το? Αυγούστου, δια την του (...) Χριστού Μεταμόρφωσιν. Η θ , δια την μνήμην του αγίου αποστόλου Ματθίου. Η ιε , δια την υπερένδοξον της Θεοτόκου μετάστασιν. Η κ , δια την μνήμην του αγίου αποστόλου Θαδδαίου. Η κδ , δια την του αποστόλου Βαρθολομαίου. Και η κθ , δια την του τιμίου Προδρόμου Αποτομήν.- Ταύταις ως τέλεον άπρακτοι συνεξετασθ?-σονται και αι μεσότητες της τεσσαρακονθημέρου νηστείας και της Πεντη-κοστής, και η του Σωτήρος Ανάληψις, και αι πάσαι των εν τω ενιαυτώ ημερών κυριώνυμοι, ως εν αυταίς αποκεκλείσθαι πάσαν πάροδον εις το δικαστήριον, κα? μηδέν τι μηδένα των δικάζειν λαχόντων δικαστικόν διαπράττεσθαι»68.
Ακολουθούν οι μερικώς «άπρακτες» ημέρες. «Η ς το? Σεπτεμβρίου μηνός, ότι εν αυτή το (...) του αρχιστρατήγου Μιχαήλ θα?μα τετερατούργηται. Και η κγ , ότι εν ταύτη ο τίμιος Πρόδρομος (...) συνείληπται.- Η κγ το? Οκτωβρίου, ότι την μνήμην του ?δελφοθ?ου Ιακώβου τελούμεν. Η κς , ότι τον μεγαλομάρτυρα (...) Δημήτριον εορτάζομεν.- Η α το? Νοεμβρίου, δια το τους θαυματουργούς Κοσμάν και Δαμιανόν εορτάζεσθαι. Η η , δια το την σύναξιν των Ασωμάτων τελείσθαι. Και η κη , δι? το τον οσιομάρτυρα Στέφανον τον νέον πανηγυρίζεσθαι.- Η δ το? Δεκεμβρίου, δια την καλλιμάρτυρα Βαρβάραν. Η ς , δια τον (...) Νικόλαον.- Η ι το? Ιανουαρίου, δια τον Νυσσης θείον Γρηγόριον. Η ις , δια την προσκύνησιν της τιμίας του (...) Πετρου αλύσεως. Η ιθ , δια την ανακομιδήν του τιμίου νεκρού του Θεολόγου Γρηγορίου. Και η κζ΄, δια την ανακομιδήν του σεβασμίου λειψάνου του Χρυσορρήμονος.- Η ζ το? Φεβρουαρίου, δια τον μεγαλομάρτυρα στρατηλάτην Θεόδωρον. Και η ιζ , δια τον αθλοφόρον Θεόδωρον τον τ?ρωνα.- Η θ το? Μαρτίου, ως της μνήμης τελουμένης των αγίων μαρτύρων (...) μ .- Η κγ το? 'Απριλλιου, ως του μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τιμωμ?νου.- Η β το? Μαΐου, δια τον μέγαν Αθανάσιον.- Η η το? Ιουνίου, δια τον μεγαλομάρτυρα στρατηλάτην Θε?δωρον. Η θ , δια τον όσιον πατέρα ημών Κυριλλον Αλεξανδρείας. Και η κζ , δια τον όσιον και θαυματουργόν Σαμψών.- Η α το? ?ουλ?ου, ότι εν αυτή την των θαυματουργών Αναργύρων μνήμην τελούμεν. Η β , ότι της καταθέσεως της τιμίας εσθήτος της Θεομήτορος μνημονεύομεν. Η η , ότι τον μεγαλομάρτυρα Προκόπιον εορτάζομεν. Η ια , ότι τ?ν καλλιμ?ρτυρα Ευφημίαν πανηγυρίζομεν. Η κ , ότι τον προφήτην Ηλιού τιμώμεν. Η κζ , δια την του (...) θαυματουργού Παντελεήμονος μνήμην.- Και η λα το? Αυγούστου, δια την της τιμίας ζώνης της αχράντου Θεοτόκου κατάθεσιν».69 Στην τελευταία παράγραφο του διατακτικού μέρους περιέχεται διάταξη, με την οποία καταργείται η αργία κατά την ημέρα των γενεθλίων του αυτοκράτορα και της αναγορεύσεώς του.
Από το κείμενο της Νεαράς προκύπτει ότι οι μεν ημέρες απόλυτης αργίας ήσαν (ανεξάρτητα από τις Κυριακές) 67 η 69, ανάλογα από το αν οι δύο εορτάσιμες ημέρες του Απριλίου συνέπιπταν με τις αργίες του Πάσχα, οι δε μερικής αργίας 28. Δοθέντος ότι οι παλαιές διατάξεις του θεοδοσιανού και του ιουστινιάνειου Κώδικα που ξαναβρίσκουμε στα «Βασιλικά» δεν είχαν ποτέ αποβάλει την ισχύ τους – πολύ περισσότερο γιατί επί Μανουήλ Α ορίσθηκε ότι μόνο τα «Βασιλικά» αποτελούν το «ισχύον» δίκαιο70 – στις παραπάνω αργίες πρέπει να προστεθούν και οι θερινές διακοπές, οπότε ο αριθμός των ημερών μη λειτουργίας των δικαστηρίων ανέρχεται σε ένα πολύ σημαντικό ποσοστό των περίπου 300 εργάσιμων ημερών (μετά την αφαίρεση των Κυριακών, λαμβανομένου όμως υπόψη, ότι μέσα στις παραπάνω αργίες υπήρχαν και Κυριακές) του κάθε χρόνου. Παρά το γεγονός ότι η αναλογία αυτή φαίνεται εξαιρετικά υψηλή, δεν μπορεί να παραγνωριστεί, ότι ο Μανουήλ, στην προσπάθειά του να περιορίσει κατά το δυνατόν τις δικαστικές αργίες, δεν απέστη από τις βασικές ρυθμίσεις του 4ου/5ου αιώνα. Αν ομαδοποιήσουμε τις ημέρες των απόλυτων αργιών, θα διαπιστώσουμε ότι αυτές περιλαμβάνουν δεσποτικές και θεομητορικές εορτές και εορτές στις μνήμες των αποστόλων η των με αυτούς εξομοιούμενων αγίων. Οι ελάχιστες εξαιρέσεις από αυτή την αρχή αφορούν τους μεγάλους πατέρες της Εκκλησίας.
Στις εορτές που περιλαμβάνει η Νεαρά του Μανουήλ παρατηρουμε επανάλη-ψη κατά σημαντικό μέρος του τυπικού της βυζαντινής αυλής. Ο συσχετισμός θα ήταν αναγκαίος και για λόγους καθαρά πρακτικούς, εφόσον – τουλάχιστον στην πρωτεύουσα – δεν θα ήταν εφικτή η λειτουργία δικαστηρίων σε ημέρες τελετών, στις οποίες τα μέλη τους, όλα η μερικά, όφειλαν να παραστούν. Η απαρίθμηση των τελετών αυτών στη συνέχεια γίνεται με βάση το «Κλητορολόγιον», τον κανονισμό δηλαδή για τα επίσημα γεύματα στα ανάκτορα (κλητόρια), που συνέταξε το 899 ο τότε πρωτοσπαθάριος και τελετάρχης (αργότερα Έπαρχος της πόλεως) Φιλόθεος.71
Στις ημέρες τελετών, σύμφωνα με το «Κλητορολόγιον», ανήκαν όλες της περιόδου των Χριστουγέννων μέχρι και των Θεοφανίων, η 2α Φεβρουαρίου (εορτή της Υπαπαντής), η Κυριακή των Απόκρεω, η Τρίτη και η Πέμπτη της τελευταίας εβδομάδας πριν από τη Μ.Τεσσαρακοστή (της Τυρινής), η Κυριακή της Ορθοδοξίας (η Δ των νηστειών), η 25η Μαρτίου (εορτή του Ευαγγελισμού), η Κυριακή των Βαΐων, η Μ.Εβδομάδα και η εβδομάδα της Διακαινησίμου (του Πάσχα), οι ημέρες της Μεσοπεντηκοστής, της Αναλήψεως και της Πεντηκοστής, η 8η Μαΐου (μνήμη Ιωάννου του Θεολόγου), η 20η Ιουλίου (μνήμη του προφήτη Ηλία), η 6η και η 15η Αυγούστου (εορτές της Μεταμορφώσεως και της Κοιμήσεως της Θεοτόκου), η 8η και η 14η Σεπτεμβρίου (γενέθλιον της Θεοτόκου και Ύψωση του Σταυρού). Σε αυτές πρέπει να προστεθούν – για τους πρακτικούς λόγους που προαναφέραμε – η 1η και η 11η Μαΐου, επέτειοι των εγκαινίων της Νέας Εκκλησίας και της Κωνσταντινου-πόλεως,72 οι οποίες δεν αναφέρονται στη Νεαρά του Μανουήλ.
Με πολλές λεπτομέρειες περιγράφεται το τελετουργικό τυπικό αυτών των εορτασμών, όχι μόνο μέσα στους χώρους των ανακτόρων, αλλά και εκτός αυτών, σε ένα έργο που συντάχθηκε λίγες δεκαετίες μετά το «Κλητορολόγιον». Το έργο αυτό που ανάγεται στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ Πορφυρογέννητο (χωρίς να είναι βέβαιο το αν γράφτηκε από τον ίδιο) φέρει την επικεφαλίδα «Έκθεσις της βασιλείου τάξεως», αλλά είναι γνωστό υπό τη (νεότερη) συμβατική λατινική ονομασία De cerimoniis.73 Τα πρώτα 30 περίπου κεφάλαια αναφέρονται στις εορτές των Χριστουγέννων (από αυτή την εορτή αρχίζει, όπως και στο «Κλητορολόγιον», η περιγραφή), των Φώτων, της Υπαπαντής, της Ορθοδοξίας και της Σταυροπροσκυ-νήσεως, του Ευαγγελισμού, όλου του δεκαπενθημέρου του Πάσχα, της Μεσοπεντη-κοστής, της Αναλήψεως, της Πεντηκοστής, της επετείου των εγκαινίων της Νέας Εκκλησίας, της Υψώσεως του Σταυρού, καθώς και των αγίων Βασιλείου, προφήτη Ηλία και Δημητρίου. Η αναδρομή ωστόσο στην ιστοριογραφία της εποχής εκείνης δημιουργεί κάποιες επιφυλάξεις ως προς την έκταση, κατά την οποία τα στοιχεία που παρέχει το έργο αυτό ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα του 10ου αιώνα. Αφορμή αποτελεί ο εορτασμός της Μεσοπεντηκοστής (κατά την Τετάρτη της τέταρτης εβδο-μάδας μετά το Πάσχα), για τον οποίο υποστηρίζεται ότι είχε καταργηθεί μετά από απόπειρα κατά της ζωής του Λέοντος ΣΤ το 902 η 903 μέσα στον ναό του αγίου Μωκίου, όπου κατά παράδοση παρίστατο και ο αυτοκράτωρ.74 Παρ’ όλα αυτά δεν παραλείφθηκε η εορτή της Μεσοπεντηκοστής από τον Μανουήλ στη Νεαρά του, όπου ως ημέρες γενικής αργίας προβλέφθηκαν, όπως είδαμε, «αι μεσότητες της τεσσαρακονθημέρου νηστείας και της Πεντηκοστής». Αν, ωστόσο, όντως είχε καταργηθεί επί του Λέοντος ο επίσημος εορτασμός της Μεσοπεντηκοστής, τότε ίσως σκοπήθηκε από τον Μανουήλ επανεισαγωγή της εορτής – τουλάχιστον με τη μορφή της δικαστικής αργίας.
Το τελετουργικό τυπικό των επίσημων εορτών επανεμφανίζεται δύο περίπου αιώνες μετά τη Νεαρά του Μανουήλ στο «τακτικόν» του Ψευδο-Κωδινού. Το έργο αυτό, του οποίου ο χρόνος συντάξεως τοποθετείται μεταξύ 1347 και 1360, ονομάζε-ται έτσι, επειδή αποδίδεται ψευδεπιγράφως στον κουροπαλάτη Κωδινό. Ο πλήρης του τίτλος είναι «Περί οφφικιαλίων του παλατίου Κωνσταντινουπόλεως [και των οφφικίων της Μεγάλης Εκκλησίας]», συνήθως όμως αναφέρεται ως De officiis.75 Στο 4ο κεφάλαιο που επιγράφεται «Περί της των δεσποτικών εορτών τάξεως και των κατ' αυτάς τελουμένων εθίμων» περιγράφεται με κάθε λεπτομέ-ρεια το τυπικό των εορτών Χριστουγέννων και Θεοφανίων, της Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως, της περιόδου της Μ. Τεσσαρακοστής (συμπεριλαμβανο-μένης της εορτής του Ευαγγελισμού), του δεκαπενθημέρου από την Κυριακή των Βαΐων μέχρι το τέλος της εβδομάδας της Διακαινησίμου, των εορτών του αγίου Πνεύματος και της Υψώσεως του Σταυρού.76 Ακολουθεί το 5ο κεφάλαιο «Περί ετέρων διαφόρων εορτών εν αις ο βασιλεύς απέρχεται ει ενδημών εν Κωνσταντινουπόλει ευρίσκεται». Σε αυτό γίνεται μνεία της τελετής της 1ης Σεπτεμβρίου (αρχή της Ινδίκτου) και των εορτών των γενεθλίων της Θεοτόκου, του αγίου Δημητρίου, του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, των Εισοδίων της Θεοτόκου, του αγίου Βασιλείου, της Υπαπαντής, της Κυριακής της Ορθοδοξίας, της εγέρσεως του Λαζάρου, του αγίου Γεωργίου, του αγίου Κωνσταντίνου, των γενεθλίων Ιωάννου του Προδρόμου, των αγίων Αποστόλων, της Μεταμορφώσεως, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, της αποτομής του Προδρόμου και της καταθέσεως της εσθήτος της Θεοτόκου.77 Αν συγκρίνουμε τις εορτές αυτές με εκείνες που προβλέπει το «Κλητο-ρολόγιον», διαπιστώνουμε σημαντική αύξηση, που ασφαλώς θα είχε επιπτώσεις και στις αργίες των δικαστηρίων – τουλάχιστον της πρωτεύουσας – για τους λόγους που εκθέσαμε πιο πάνω.
Μετά τη Νεαρά του Μανουήλ το μοναδικό νομοθετικό κείμενο που επανέρχεται στο θέμα της αργίας της Κυριακής, όχι όμως σε σχέση με τη λειτουργία των δικαστηρίων, είναι η λεγόμενη «Νεαρά του πατριάρχου Αθανασίου». Πρόκειται για κείμενο που φέρεται να επικύρωσε78 το 1306 ο Ανδρόνικος Β Παλαιολόγος, ικανοποιώντας αίτημα του πατριάρχη Αθανασίου Α (1304). Εκεί, στο κεφάλαιο 7, επιτάσσονται τα ακόλουθα: «Τας εορτασίμους των ημερών και μάλλον την αγίαν κυριακήν εν αργία διατελείν τους πιστούς, σχολάζοντας θείοις ναοίς, αλλά μη κώμαις και μέθαις, καπηλεία και βαλανεία μη ανοιγνύντας απ' εννάτης αυτής του σαββάτου μέχρις εννάτης κυριακής, αλλά μηδ' εν άλλη νυκτί μετά δύσιν ηλίου εν καπηλείοις, ου λέγω μη εξωνείσθαι, αλλά μη ευρίσκεσθαι τους συμπίνοντας».79 Με τη διάταξη αυτή που, τουλάχιστον κατά το περιεχόμενό της, φαίνεται να είναι τροποποίηση της σχετικής με τους καπήλους διατάξεως του «Επαρχικού βιβλίου» (για τον χρόνο λειτουργίας των λουτρών δεν γινόταν σε αυτό μνεία), δεν απαγορεύθηκε η πώληση κρασιού μετά τη δύση του ηλίου, αλλά μόνο η κατανάλωση μέσα στο κατάστημα – αλλά, και σε αυτή την περίπτωση, χωρίς να προβλέπεται κύρωση.
Οι διατάξεις των «Βασιλικών» αποτέλεσαν τη βάση του μέρους των συμπιληματικών έργων της ύστερης περιόδου, του αναφερόμενου στις δικαστικες αργίες. Η «Μικρή Σύνοψη», ένα έργο από τα τέλη του 13ου αιώνα, περιέλαβε τις σχετικές διατάξεις στο στοιχείο Η κεφ. 1-8. Στο κείμενό της συχνά παρεμβάλλονται ενδιαφέροντα σχόλια και παρατηρήσεις, γιαυτό κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί, ότι στο κεφ. 1 διαμορφώνεται ως εξής το κείμενο των «Βασιλικών» 7.17.1.1 ως προς την παραβίαση των διακοπών κατά την εποχή της συγκομιδής: «ει δε κατά άγνοιαν η ραθυμίαν, ήγουν ολιγωρίαν και μικροψυχίαν τινά και το μη ανέχεσθαι αναρτήσαι εις αναβολήν τα της υποθέσεως, ο δικαστής αυτούς προσκαλέσεται, (...)».80
Ο συντάκτης του «Αυξημένου Προχείρου», ενός ογκώδους συλλεκτικού έργου που (σε διαδοχικά μάλλον στάδια) καταρτίσθηκε περί το 1300,81 επανέλαβε στα κεφάλαια 49 και 50 του τίτλου 40 82 το σχετικό με τις αργίες κεφάλαιο 7.1 του Νομοκάνονα σε 14 τίτλους (βλ. πιο πάνω) μαζί με το ερμηνευτικό σχόλιο του Θεοδώρου Βαλσαμώνος, στο οποίο, όπως είδαμε, έχει κατά λέξη καταχωριστεί όλο το διατακτικό μέρος της Νεαράς του Μανουήλ.83 Στα κεφάλαια 51 και 52 επαναλήφθηκαν διατάξεις από τα «Βασιλικά» 7.17.1 και 27.84
Σε αντίθεση προς το μακροσκελές κείμενο του «Αυξημένου Προχείρου», ο Κωνσταντίνος Αρμενόπουλος υπήρξε στην «Εξάβιβλό» του (περί το 1345) πολύ φειδωλός με τις διατάξεις για τις αργίες των δικαστηρίων. Στον 4ο τίτλο του βιβλίου Α αφιέρωσε στο θέμα αυτό πέντε μόνο διατάξεις (κεφ. 4-8), όπου καταχωρίζει αποσπάσματα από τα «Βασιλικά» (η, μάλλον, από τη «Μεγάλη Σύνοψη») τα κεφάλαια 7.17.1, 22 και 25, ανάμεσα στα οποία παρεμβάλλει: «5. Εν τη κυριακή και ταις λοιπαίς εορταίς και οι δικασταί και πάντες αργείτωσαν, πλην των γεωργών. (= Περίληψη της διατάξεως 7.17.19.)- 6. Η δε νεαρά του καίσαρος Λεοντος σχολάζειν κατά την κυριακήν και τους γεωργούς διορίζεται».85
Στο «Σύνταγμα κατά στοιχείον», που ο Ματθαίος Βλάσταρης συνέταξε μία δεκαετία πριν από την «Εξάβιβλο» του Αρμενοπούλου, είναι αφιερωμένο στην αργία της Κυριακής το κεφάλαιο 37 του στοιχείου Κ. Σε χωριστή υποδιαί-ρεση έχουν καταχωριστεί τρεις πολιτειακοί νόμοι:86 Ο νόμος των αυτοκρατό-ρων Λέοντος Α και Ανθεμίου του 469 στην ίδια ελληνική παράφραση που χρησιμοποίησε και ο Ανώνυμος/Εναντιοφανής στον Νομοκάνονα σε 14 τίτλους (κεφ. 7.4, βλ. πιο πάνω), ο νόμος του Μ.Κωνσταντίνου για την κυριακή αργία, όπως τον έχει παραφράσει ο Ιωάννης Ζωναράς στην ερμηνεία του κανόνα 29 της συνόδου της Λαοδικείας87 και η Νεαρά 54 του Λέοντος, κατά τη διατύπωση του σχολίου του Βαλσαμώνος στον ίδιο κανόνα.88
Από την παραπάνω ανάπτυξη προκύπτει, ότι η Νεαρά του Μανουήλ Κομνηνού υπήρξε το τελευταίο και συνάμα το πληρέστερο νομοθετικό κείμενο της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ως προς τα χρονικά πλαίσια λειτουργίας των δικαστηρίων. Από τα συλλεκτικά και συμπιληματικά έργα της ύστερης περιόδου δεν μπορεί να συναχθεί με ασφάλεια το αν και σε ποιο βαθμό εφαρμόσθηκε η Νεαρά του 1166 μέχρι την Άλωση. Ο λόγος είναι ότι, όπως και αλλού μου δόθηκε πρόσφατα η ευκαιρία να παρατηρήσω,89 η «Μικρή Σύνοψη», το «Αυξημένον Πρόχειρον» και το «Σύνταγμα» του Ματθαίου Βλάσταρη αναπαράγουν απλώς το κείμενο των πηγών τους, χωρίς να προσθέτουν νέα στοιχεία σε σχέση με την πρακτική της εποχής τους. Το γεγονός, για παράδειγμα, ότι στο «Αυξημένον Πρόχειρον» καταχωρίζεται ολόκληρη η Νεαρά του Μανουήλ δεν προσφέρεται ως επιχείρημα για το ότι εφαρμοζόταν αυτή στα τέλη του 13ου η στις αρχές του 14ου αιώνα, γιατί το σχετικό κείμενο αποτελεί επανάληψη αποσπάσματος από το ερμηνευτικό υπόμνημα του Βαλσαμώνος στον Νομοκάνονα σε 14 τίτλους. Πρόκειται δηλαδή για μαρτυρία σύγχρονη περίπου με την έκδοση της Νεαράς, δοθέντος ότι ο Βαλσαμών έγραψε το υπόμνημά του πιθανότατα μέσα στο έτος 1177. Όσο για τον Κωνσταντίνο Αρμενόπουλο έχει διαπιστωθεί, ότι έκανε ευρύτατη, συχνά εξαντλητική χρήση του υλικού που είχε στη διάθεσή του, χωρίς όμως και να τον απασχολεί το κατά πόσον ήταν το υλικό αυτό εφαρμόσιμο στην πρακτική των χρόνων του.
Περαιτέρω πρέπει να αναλογισθούμε, ότι κατά την ύστερη περίοδο είχε ο κλήρος αυξημένη συμμετοχή στην απονομή της δικαιοσύνης, είτε με την ανάθεση από την Πολιτεία της ευθύνης για την επίλυση ορισμένων διαφορών, όπως εκείνων του οικογενειακού δικαίου, στα εκκλησιαστικά δικαστήρια (που στην πράξη επεκτάθηκε κατά τον 14ο/15ο αιώνα και σε κάθε μορφής περιουσιακές διαφορές), είτε και με τη συγκρότηση κοσμικών δικαστηρίων με τη συμμετοχή και κληρικών μελών, όπως κατ’ εξοχήν το δικαστήριο των «καθολικών κριτών των Ρωμαίων».90 Και στις δύο περιπτώσεις είναι πιθανότερο, ότι η οικεία κοσμική νομοθεσία θα παραμερίσθηκε από τα κρατούντα στον χώρο της Εκκλησίας ως προς τον χρόνο λειτουργίας των οργάνων της.91
* Προδημοσίευση από τον ετοιμαζόμενο τόμο προς τιμήν του ομότιμου καθηγητή Κώστα Ε. Μπέη.
[1] Dig. 2.12.8: «More Romano dies a media nocte incipit et sequentis noctis media parte finitur. Itaque quidquid in his viginti quattuor horis, id est duabus dimidiatis noctibus et luce media, actum est, perinde est, quasi quavis hora lucis actum esset». Βλ. την έκδοση Th.Mommsen στον τ. Ι του Corpus iuris civilis, Berlin 1872 (έκτοτε ανατυπώνεται συνεχώς), σ. 26.
[2] Βλ. Dig. 2.12.1-4, όπου οι αναλυτικές ρυθμίσεις. Για το πολύπλοκο ρωμαϊκό σύστημα βλ. λεπτομέρειες και πλούσια βιβλιογραφία στον L.Wenger, Die Quellen des romischen Rechts. [Osterreichische Akademie der Wissenschaften. Denkschriften der Gesamtakademie, 2.] Wien 1953, σ. 335 επ., και πιο πρόσφατα στους M.Kaser-K.Hackl, Das romische Zivilproze?recht. [Handbuch der Altertumswissenschaft, X.3.4.] Munchen 21996, σ. 41, 51, 202 επ., 555 επ.
[3] Βλ. τελευταία για την αργία της Κυριακής G.Dagron, Jamais le dimanche, Ευψυχια. Melanges offerts a Helene Ahrweiler, I. [Publications de la Sorbonne. Byzantina Sorbonnensia, 16.] (Paris 1998) 165-175, όπου και η παλαιότερη βιβλιογραφία.
[4] Βλ. Cod. Just. 3.12.2: «Omnes iudices urbanaeque plebs et artium officia cunctarum venerabili die solis quiescat. Ruri tamen positi agrorum culturae libere licenterque inserviant, quoniam frequenter evenit, ut non alio aptius die frumenta sulcis aut vineae scrobibus commendentur, ne occasione momenti pereat commoditas caelesti provisione concessa». Βλ. την έκδοση P.Kruger, στον τ. ΙΙ του Corpus iuris civilis, Berlin 1877 (με συνεχείς ανατυπώσεις), σ. 127. Στην ελληνική μετάφραση της διατάξεως (κείμενο) απέδωσα τον όρο «iudices» ως «δικαστές», ακολουθώντας το παράδειγμα όλων των μεταγενέστερων (ελληνικών) κειμένων, στα οποία η παραπάνω διάταξη εμφανίζεται. Παρ'όλα αυτά έχω τη γνώμη, ότι στους κωνσταντίνειους χρόνους και στη συγκεκριμένη διάταξη με τον όρο «iudices» νοούνταν όχι μόνον οι δικαστές υπό την τεχνική έννοια της λέξης, αλλά γενικότερα όλοι οι αυτοκρατορικοί υπάλληλοι, στους οποίους είχε ανατεθεί πολιτική ή στρατιωτική διοίκηση, δοθέντος ότι δεν υπήρχε διάκριση των εξουσιών και επομένως ασκούσαν αυτοί, μεταξύ των άλλων, και δικαιοδοτικά καθήκοντα. Βλ. E.Seckel, Heumanns Handlexikon zu den Quellen des romischen Rechts, Jena 91907, σ. 292 (λήμμα «iudex» αριθμ. 3). Υπό το πρίσμα αυτό ορθότερο θα ήταν να αποδοθούν οι πρώτες λέξεις του νόμου ως: «Όλοι οι άρχοντες.».
[5] Βλ. παράτιτλο 2.21 στην κριτική έκδοση των N. van der Wal - B.H.Stolte, Collectio tripartita. Justinian on Religious and Ecclesiastical Affairs, Groningen 1994, σ. 32,3-5. Πρβλ. και παράτιτλο 1.6 σ. 22,5-7.
[6] Β. 7.17.19. Βλ. την έκδοση H.J.Scheltema - N. van der Wal, τ. I , Groningen κ.λπ.1955, σ. 391,16-20. Στις σελίδες αυτής της εκδόσεως θα γίνονται εφεξής οι παραπομπές κατά την παράθεση χωρίων των «Βασιλικών».
[7] Βλ. τη διατύπωση της διατάξεως αυτής στα «Βασιλικά» 7.17.20: «Μηδείς δικαστής κατά οικείαν εξουσίαν οριζέτω απράκτους ημέρας· πως γαρ δύνανται άπρακτοι βασιλικαί καλείσθαι αι παρά του άρχοντος οριζόμεναι άπρακτοι; Ει δε μη έχουσι τούτο το όνομα, ουδέ άπρακτοί εισι. Παρά μόνου τοίνυν βασιλέως χρη τας απράκτους ορίζεσθαι» (σ. 391,21-25).
[8] Cod. Th. 8.8.3: «Solis die, quem dominicum rite dixere maiores, omnium omnino litium negotiorum conventionum quiescat intentio; debitum publicum privatumque nullus efflagitet; ne apud ipsos quidem arbitros vel in iudiciis flagitatos vel sponte delectos ulla sit agnitio iurgiorum. Et non modo notabilis, verum etiam sacrilegus iudicetur, qui a sanctae religionis instinctu rituve deflexerit». Βλ. την έκδοση Th.Mommsen, Theodosiani libri XVI, τ. I,2, Dublin-Zurich 1971 (ανατύπ. της εκδόσεως του 1904), σ. 401 επ..
[9] Βλ. Cod. Th. 2.8.19: «Omnes dies iubemus esse iuridicos. Illos tantum manere feriarum dies fas erit, quos geminis mensibus ad requiem laboris indulgentior annus accepit, aestivis fervoribus mitigandis et autumnis fetibus decerpendis. Kalendarum quoque Ianuariarum consuetos dies otio mancipamus. His adicimus natalicios dies urbium maximarum Romae atque Constantinopolis, quibus debent iura differri, quia et ab ipsis nata sunt. Sacros quoque paschae dies, qui septeno vel praecedunt numero vel sequuntur, in eadem observatione numeramus, nec non et dies solis, qui repetito in se calculo revolvuntur. Parem necesse est habere reverentiam nostris etiam diebus, qui vel lucis auspicia vel ortus imperii protulerunt» (έκδοση Mommsen, ό.π. σ. 87-88).
[10] Dig. 2.12.1.1: «Sed si praetor aut per ignorantiam vel socordiam evocare eos perseveraverit hique sponte venerint: si quidem sententiam dixerit praesentibus illis et sponte litigantibus, sententia valebit, tametsi tametsi non recte fecerit qui eos evocaverit: sin vero, cum abesse perseveraverint, sententiam protulerit etiam absentibus illis, consequens erit dicere sententiam nullius esse momenti (neque enim praetoris factum iuri derogare oportet): et citra appellationem igitur sententia infirmabitur» (έκδοση Mommsen, ό.π. σ. 25). Πρβλ. και Dig. 2.12.6.
[11] Βλ. προχείρως S.K.Roll, λήμμα Weihnachten στο «Lexikon fur Theologie und Kirche» τ. 10 (32001) στ. 1017-1020 (με βιβλιογραφία).
[12] Βλ. Cod. Th. 2.8.24: «Religionis intuitu cavemus atque decernimus, ut septem diebus quadragesimae, septem paschalibus, quorum observationibus et ieiuniis peccata purgantur, natalis etiam die et epiphaniae spectacula non edantur» (έκδοση Mommsen, ό.π. σ. 89).
[13] Βλ. Cod. Th. 15.5.5.
[14] Βλ. Cod. Th. 2.8.21.
[15] Cod. Just. 3.12.7(8): «Actus omnes seu publici seu privati diebus quindecim paschalibus conquiescant. In his tamen emancipandi et manumittendi cuncti licentiam habeant, et super his acta non prohibeantur» (έκδοση Kruger, ό.π. σ. 127).
[16] Βλ. Cod. Just. 3.12.8(10).
[17] Είχε ωστόσο προηγηθεί εκτός από τη διάταξη του 389 και διάταξη των αυτοκρατόρων Ονωρίου και Θεοδοσίου Β΄ το 409 (Cod. Th. 2.8.25), όπου γινόταν λόγος για την Κυριακή με την παρατήρηση, ότι κοινώς αποκαλείται «ημέρα του Ηλίου» (Domenica die, quam vulgo solis appellant). Πρβλ. και Cod. Th. 2.8.23 (έτ. 399).
[18] Το 399 είχε ήδη προβλεφθεί γενική απαγόρευση. Βλ. Cod. Th. 2.8.23.
[19] Οι σχετικές προσθήκες στο κείμενο, κυρίως από τον Cod. Th. 15.5.5, έχουν ως εξής: «dies etiam natalis atque epiphaniorum Christi et quo tempore commemoratio apostolicae passionis totius Christianitatis magistrae a cunctis iure celebratur: in quibus etiam praedictis sanctissimis diebus neque spectaculorum copiam reseramus. In eadem observatione numeramus et diem solis, quos dominicos rite dixere maiores,..» (Χριστούγεννα/Θεοφάνια, απαγόρευση θεαμάτων, Κυριακές). Στη συνέχεια «...ut ne apud ipsos arbitros vel a iudicibus flagitatos vel sonte delectos ulla sit agnitio iurgiorum,.» (ειδική απαγόρευση στις αυτοκρατορικές εορτές) και: «In quindecim autem paschalibus diebus compulsio et annonariae functionis et omnium publicorum privatorumque debitorum differatur exactio» (απαγόρευση εισπράξεως απαιτήσεων το Πάσχα) (έκδοση Kruger, ό.π. σ. 127).
[20] Ό.π. σ. 392,1-15.
[21] Βλ. την κριτική έκδοση του Fr.Sitzia, Le Rhopai. [Universita di Cagliari. Pubblicazioni della Facolta di Giurisprudenza, 30.] Napoli 1984, σ. 97, 98, 101, 104, 114.
[22] Βλ. σχετικά τη μακρά εισαγωγή στην έκδοση του M.Metzger, Les Constitutions Apostoliques, τ. I-ΙΙ. [Sources chretiennes, 320, 329.] Paris 1985-1986, σ. 11-94 και 10-110, αντιστοίχως.
[23] Βλ. την έκδοση Metzger, ό.π. τ. ΙΙΙ [Sources chretiennes, 336.] Paris 1987, σ. 240-242. Πρβλ. και την έκδοση F.X.Funk, Didascalia et Constitutiones Apostolorum, τ. I, Paderbornae 1905 (ανατύπ. Torino 1970), σ. 538-540, όπου τα χωρία δεν παρουσιάζουν διαφορές στη διατύπωση. Εκτός από τη γαλλική μετάφραση στην έκδοση Metzger, υπάρχει τώρα και ιταλική από τους D.Spada - D.Salachas, Costituzioni dei Santi Apostoli per mano di Clemente, Citta del Vaticano 2001.
[24] Βλ. την έκδοση Funk, ό.π. τ. ΙΙ σ. 87 επ. Η έκδοση Metzger δεν περιέλαβε και την «Επιτομή».
[25] Cod. Th. 2.8.26: «Die sabbata ac reliquis sub tempore, quo Iudaei cultus sui reverentiam servant, neminem aut facere aliquid aut ulla ex parte coveniri debere praecipimus, cum fiscalibus conmodis et litigiis privatorum constat reliquos dies posse sufficere» (έκδοση Mommsen, ό.π. σ. 89). Κατά την παράθεση της διατάξεως στον ιουστινιάνειο Κώδικα (1.9.13) εμπλουτίσθηκε η αιτιολογία με πρόσθετα επιχειρήματα.
[26] Metzger, ό.π. τ. Ι σ. 288 στίχ. 1-5 = Funk, ό.π. σ. 143 στίχ. 7-10. Στη σ. 142 στίχ. 11-14 της εκδόσεως Funk υπάρχει το αντίστοιχο κείμενο στη λατινική μετάφραση της προγενέστερης (3ος αι.) «Διδασκαλίας των Αποστόλων», της οποίας το ελληνικό πρωτότυπο δεν έχει διασωθεί.
[27] Βλ. P.-P.Joannou, Discipline generale antique (IVe-IXe s.). [Pontificia Commissione per la redazione del Codice di diritto canonico orientale. Fonti, IX.] τ. I,2: Les canons des Synodes Particuliers, Roma 1962, σ. 142.
[28] Βλ. Joannou, ό.π. σ. 298.
[29] Φ.Κουκουλές, Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, τ. Β΄ 1, Αθήναι 1948, σ. 257. Η άποψη δεν είναι ίσως αβάσιμη, αν ληφθεί υπόψη ότι από τους αυτοκράτορες που διαδέχθηκαν τον Μ.Κωνσταντίνο, και αυτούς του 5ου ακόμη αιώνα, ανατέθηκαν υψηλότατες θέσεις στον κρατικό μηχανισμό σε εθνικούς. Βλ. ενδεικτικά Kl.-P.Johne, Spatantike Personal- und Religionspolitik im Rahmen prosopographischer Forschungen, «Dissertatiunculae criticae». Festschrift fur Gunther Christian Hansen (Wurzburg 1998) 255-264.
[30] Το σχετικό απόσπασμα του νόμου έχει ως εξής: «Dominicum itaque diem semper honorabilem ita decernimus venerandum, ut a cunctis exsecutionibus excusetur, nulla quemquam urgeat admonitio, nulla fideiussionis flagitetur exactio, taceat apparitio, advocatio delitescat, sit idem dies a cognitionibus allienus, praaeconis horrida vox silescat, respirent a controversiis litigantes, habeant foederis intervallum, ad se veniant adversarii non timentes, subeat animos vicaria paenitudo, pacta conferant, transactiones loquantur» (Cod. Just. 3.12.9.1, έκδοση Kruger, ό.π. σ. 128.).
[31] Βλ. την έκδοση Γ.Ράλλη - Μ.Ποτλή, Σύνταγμα των θείων και ιερών κανόνων, τ. Α', Αθήνησι 1852 (ανατύπ. 1966/ 1997), σ. 141,4-11. Για τον Νομοκάνονα βλ. προχείρως Σπ.Ν.Τρωιάνου, Οι πηγές του βυζαντινού δικαίου, Αθήνα-Κομοτηνή 21999, σ. 144 επ.
[32] Ό.π. σ. 393,5-8.
[33] Βλ. για τη συλλογή αυτή P.E.Pieler, Byzantinische Rechtsliteratur, στον H.Hunger, Die hochsprach-liche profane Literatur der Byzantiner, τ. II. [Handbuch der Altertumswissenschaft, XII.5.2.] Munchen 1977, 393 επ. ή την ελληνική μετάφραση του έργου του H.Hunger, Βυζαντινή λογοτεχνία, τ. Γ΄, Αθήνα 1994, σ. 253 επ.
[34] Το κείμενο της «Συρορωμαϊκής Νομοβίβλου» έχει εκδοθεί από τους K.G.Bruns - Ed.Sachau, Syrisch-Romisches Rechtsbuch aus dem funften Jahrhundert, Leipzig 1880. Το παραπάνω απόσπασμα έχουν μεταφράσει στα γερμανικά οι εκδότες ως εξής: «Auch der gluckselige, glaubige Konig Leo in seinen Tagen (...) ehrte sehr den Tag der Auferstehung unseres Herrn, d.h. den Sonntag, und er verbot den Richtern und ?ρχαί und Machthabern, sich ihrer Machtbefugnisse zu bedienen, sondern alle sollen in Demuth sich versammeln in der Kirche Christi. Er befahl, da? am Sonntag kein Mensch den andern fassen sollte um eine Forderung zu stellen wegen irgendeiner Sache, nicht wegen einer Schuld noch wegen der Anklage einer schmachvollen Handlung noch wegen irgendeiner andern Sache» (σ. 36).
[35] Πρβλ. και τις εύστοχες παρατηρήσεις των εκδοτών του κειμένου, ό.π. σ. 284 επ.
[36] Βλ. την έκδοση L.Dindorf, Bonnae 1831, σ. 371,5-8.
[37] Βλ. Α.Παπαθανασίου, Οι «Νόμοι των Ομηριτών». Ιεραποστολική προσέγγιση και ιστορική-νομική συμβολή. [Forschungen zur byzant. Rechtsgeschichte. Athener Reihe, 7.] Αθήνα-Κομοτηνή 1994, με όλη τη σχετική βιβλιογραφία και τις διάφορες απόψεις για το προβληματικό αυτό κείμενο. Ειδικώς για τις αργίες βλ. σ. 202 επ.
[38] Βλ. το κεφ. 28 στην έκδοση του J.Boissonade, Anecdota graeca e codicibus regiis, τ. V, Paris 1833 (ανατύπ. Hildesheim 1969), σ. 93 = J.P.Migne, Patrologiae cursus completus. Series graeca, τ. 86.1 στ. 597 Α.
[39] Βλ. Joannou, ό.π. τ. Ι,1: Les canons des conciles ?cumeniques (1962) σ. 226,9-14.
[40] Ό.π. σ. 389,16-18.
[41] Βλ. την ερμηνεία στον κανόνα 90 στους Ράλλη - Ποτλή, ό.π. τ. Β΄ σ. 517 επ. = Migne, ό.π. τ. 137 στ. 824 C.
[42] Βλ. για τις Νεαρές του Λέοντος εν γένει Sp.N.Troianos, Die Novellen Leons VI., «Analecta Atheniensia ad ius byzantinum spectantia», I. [Forschungen zur byzant. Rechtsgeschichte. Athener Reihe, 10.] (Αθήνα-Κομοτηνή 1997) 141-154.
[43] Βλ. την κριτική έκδοση των P.Noailles - A.Dain, Les Novelles de Leon VI le Sage, Paris 1944, σ. 205 επ.
[44] Βλ. σχετικώς Sp.N.Troianos, Die kirchenrechtlichen Novellen Leons VI. und ihre Quellen, στα Subseciva Groningana 4 (1990) (= Novella Constitutio. Studies in Honour of Nicolaas van der Wal) 233-247.
[45] Για τις οικείες παραπομπές βλ. Troianos, Die Novellen κ.λπ. (ό.π.) σ. 147 σημ. 28.
[46] Για τα ειδικότερα θέματα σε σχέση με τη Νεαρά αυτή πρβλ. Σπ.Ν.Τρωιάνου, Η Νεαρά 54 Λέοντος του Σοφού για την αργία της Κυριακής και οι πηγές της, «Τόμος τιμητικός Κ.Ν.Τριανταφύλλου», τ. Α΄ (Πάτραι 1990) 119-127.
[47] «(...) Επειδή δ' εν τοις τοιούτοις κανόσιν εντέταλται δέχεσθαι ημάς τας των αυτών αγίων αποστόλων δια Κλήμεντος διατάξεις, αίστισι πάλαι υπό των ετεροδόξων επί λύμη της εκκλησίας νόθα τινά και ξένα της ευσεβείας παρενετέθησαν, το ευπρεπές κάλλος των θείων δογμάτων ημίν αμαυρώσαντα, την των τοιούτων διατάξεων προσφόρως αποβολήν πεποιήμεθα προς την του χριστιανικωτάτου ποιμνίου οικοδομήν και ασφάλειαν, ουδαμώς εγκρίνοντες τα της αιρετικής ψευδολογίας κυήματα, και τη γνησία των αποστόλων και ολοκλήρω διδαχή παρενείροντες» (Joannou, ο.π. τ. I,1 σ. 121,7-23).
[48] Έχει ήδη αρχίσει η επεξεργασία του κειμένου αυτού στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος της Φραγκφούρτης με σκοπό την κριτική του έκδοση.
[49] Βλ. Ράλλη - Ποτλή, ό.π. τ. Δ' σ. 401 και I.B.Pitra, Iuris ecclesiastici Graecorum historia et monumenta, τ. I, Roma 1864 (ανατύπ. 1963), σ. 67-68.
[50] Βλ. Ράλλη - Ποτλή, ό.π. τ. Β' σ. 461 επ. = Migne, ό.π. τ. 137 στ. 745 BC. Πρβλ. και την απόκριση 53 του Θεοδώρου Βαλσαμώνος (Ράλλης - Ποτλής, ό.π. τ. Δ' σ. 486 επ. = Migne, ό.π. τ. 138 στ. 997 επ.).
[51] Βλ. στοιχείο Η κεφ. 1.1-8 στους Ι. και Π.Ζέπο, Jus Graecoromanum, τ. Ε΄, Αθήναι 1931 (ανατύπ. Aalen 1962), σ. 312-314.
[52] Βλ. γι' αυτό προχείρως Τρωιάνου, Οι πηγές κ.λπ. (ό.π.) σ. 219 επ.
[53] «Ωσαύτως και ει τις (= σαλδαμάριος) εν κυριακή η ετέρα δεσποτική εορτή έξω του εργαστηρίου προβολήν ποιείται, τη αυτή υποβαλλέσθω ζημία» Βλ. την κριτική έκδοση του J.Koder, Das Eparchenbuch Leons des Weisen. [Corpus Fontium Historiae Byzantinae, 33.] Wien 1991, σ. 120 στίχ. 576-577.
[54] Ο Αν.Χριστοφιλόπουλος, Το Επαρχικόν Βιβλίον Λέοντος του Σοφού και αι συντεχνίαι εν Βυζαντίω, Αθήναι 1935 (ανατύπ. Θεσσαλονίκη 2000), σ. 69 και σημ. 1 τοποθετεί το όριο στην 7η πρωινή και 7η εσπερινή (με περαιτέρω παραπομπές).
[55] «Μη έξέστω τοις καπήλοις εν ταις μεγίσταις των εορτών η κυριακαίς μέχρις αρχής δευτέρας ώρας της ημέρας υπανοίγειν τα εαυτών εργαστήρια και απεμπολείν τινί οίνον είτε και όψα. Εν δε ταις νυξίν άμα τω την δευτέραν επιέναι ασφαλίζειν ταύτα και σβεννύειν τα λεβέτια, (...)» (Koder, ό.π. σ. 132 στίχ. 706-710). Πρβλ. και Ελ.Παπαγιάννη, «Αγοραία» παραστρατήματα των βυζαντινών εμπόρων, «Έγκλημα και τιμωρία στο Βυζάντιο», επιμ. Σπ.Τρωιάνου (Αθήνα 1997) 235-255 (252).
[56] Ο Dagron, ό.π. σ. 171 δέχεται, ότι ναι μεν το γράμμα της διατάξεως απευθυνόταν μόνο στους παντοπώλες, αλλά κατ' ουσίαν αφορούσε περισσότερους κλάδους.
[57] Βλ. Χριστοφιλόπουλο, ό.π. σ. 69 επ.
[58] Βλ. το κείμενο της Νεαράς στη νεότερη έκδοση του A.Salac, Novella Constitutio saec. XI medii quae est de schola constituenda et legum custode creando a Ioanne Mauropode conscripta a Constantino IX Monomacho promulgata, Pragae 1954 ή στην ανατύπωση (από παλαιότερη έκδοση) του Ζέπου, ό.π. τ.Α΄ σ.618-627.
[59] Ζέπος, ό.π. τ.Α΄ σ.623.
[60] Βλ. προχείρως Τρωιάνου, Οι πηγές κ.λπ. (ό.π.) σ. 202 επ.
[61] Βλ. την κριτική έκδοση του L.Burgmann, Ecloga Basilicorum. [Forschungen zur byzant. Rechtsge-schichte, 15.] Frankfurt a.M. 1988, σ. 328,8-11.
[62] Burgmann, ό.π. σ. 328,33-329,6.
[63] Burgmann, ό.π. σ. 329,7-14.
[64] Burgmann, ό.π. σ. 330,13-23.
[65] Βλ. την κριτική έκδοση της R.Macrides, Justice under Manuel I Komnenos: Four Novels on Court Business and Murder, «Fontes Minores VI.» [Forschungen zur byzant. Rechtsgeschichte, 11.] (Frankfurt a.M. 1984) 99-204.
[66] Έκδοση: Macrides, ό.π. σ. 140-154. Πρβλ. Fr.Dolger - P.Wirth, Regesten der Kaiserurkunden des ostromischen Reiches. Μέρος 2. Regesten von 1025-1204, Munchen 1995, αριθμ. 1466.
[67] Macrides, ό.π. σ. 140,20-30.
[68] Macrides, ό.π. σ. 148-150 στίχ. 128-173. Το διατακτικό μέρος της Νεαράς καταχωρίζει και ο Θεόδωρος Βαλσαμών στα σχόλια του κεφαλαίου 7.1 του Νομοκάνονα σε 14 τίτλους (Ράλλης - Ποτλής, ό.π. τ.Α΄ σ.136-140).
[69] Macrides, ό.π. σ. 152 στίχ. 176-205.
[70] Πρβλ. Macrides, ό.π. σ. 128 στίχ. 83-85: «Ίνα ουν μη του λοιπού απέραντα είη τα δικαστήρια, τον εν διαφόροις βιβλίοις των βασιλικών εγκατεστρωμένον αναζωπυρούμεν νόμον, και νενεκρωμένον οίον ειπείν και αργίαν παντελή κατεψηφισμένον ανιστώμεν, (...)».
[71] Βλ. την κριτική έκδοση του N.Oikonomides, Les listes de preseance byzantines des IXe et Xe siecles, Paris 1972, σ. 65-235.
[72] Βλ. τα σχετικά χωρία στην έκδοση Oikonomides, ό.π. σ. 165 επ.
[73] Βλ. την έκδοση των πρώτων βιβλίων από τον A.Vogt, Constantin VII Porphyrogenete: Le Livre de ceremonies, τ. I-II, Paris 1935-1940 (ανατύπ. 1967).
[74] Βλ. Vogt, ό.π. τ.Ι των σχολίων σ.127.
[75] Βλ. την κριτική έκδοση του J.Verpeaux, Pseudo-Kodinos Traite des offices. [Le monde byzantin, 1.] Paris 1976.
[76] Verpeaux, ό.π. σ. 189-241.
[77] Verpeaux, ό.π. σ. 242-247.
[78] Πολλές αμφιβολίες ως προς την επικύρωση και τη γενική εφαρμογή της «Νεαράς» στην πράξη διατυπώνει, επικαλούμενος επιχειρήματα που αντλεί από αυτοκρατορικές πράξεις, δικαστικές αποφάσεις της πατριαρχικής συνόδου και συμπιληματικά έργα της ύστερης περιόδου, ο Μ.Τουρτόγλου, Παρατηρήσεις επί της φερομένης ως «Νεαράς 26» του Ανδρονίκου Β΄ Παλαιολόγου, στα «Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών» 70 (1995) 65-87.
[79] C.E.Zachariae a Lingenthal, Jus Graeco-Romanum, τ. III, Lipsiae 1857, σ. 631 = Ζέπος, ό.π. τ. Α΄, σ. 535.
[80] Ζέπος, ό.π. τ. ΣΤ΄ σ. 411.
[81] Πρβλ. L.Burgmann, Zur Entstehung des Prochiron auctum, «Fontes Minores X.» [Forschungen zur byzant. Rechtsgeschichte, 22.] (Frankfurt a.M. 1998) 387-444.
[82] Ζέπος, ό.π. τ. Ζ΄ σ. 318-320.
[83] Ράλλης - Ποτλής, ό.π. τ. Α΄ σ. 135-140.
[84] Ζέπος, ό.π. τ. Ζ΄ σ. 320 επ.
[85] G.E.Heimbach, Const. Harmenopuli Manuale Legum sive Hexabiblos, Lipsiae 1851 (ανατύπ. Aalen 1969), σ. 72 = Κ.Γ.Πιτσάκη, Πρόχειρον Νόμων ή Εξάβιβλος, Αθήνα 1971, σ. 39.
[86] Ράλλης - Ποτλής, ό.π. τ.ΣΤ΄ σ. 348 επ.
[87] Ράλλης - Ποτλής, ό.π. τ.Γ΄ σ. 196,19-23.
[88] Ράλλης - Ποτλής, ό.π. τ. Γ΄ σ. 197,13-14.
[89] Βλ. Sp.N.Troianos, Die Gesetzgebung Leons VI. uber die ?ποχα? und ihre Nachwirkung, «τιμαι Ιωάννου Τριανταφυλλοπούλου» (Αθήνα-Κομοτηνή 2000) 389-397 (395 επ.).
[90] Πρβλ. προχείρως για τα παραπάνω Τρωιάνου, Οι πηγές κ.λπ. (ό.π.) σ. 281 επ., 308 επ., 312 επ.
[91] Για λόγους πληρότητας παραπέμπεται και το έργο του Φ.Κουκουλέ, Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, τ.Β΄ 1, Αθήνα 1948, σ.7 επ. (εορτές) και τ.ΣΤ΄ (1955) σ.51 (δικαστήρια).
|
 |